Η συνάντηση του Κ. Μητσοτάκη με τον Ερντογάν, στα πλαίσια της 6η συνεδρίασης του Ανωτάτου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας, παρουσιάστηκε από τα ΜΜΕ ως σημαντικό βήμα στην εξομάλυνση των διμερών σχέσεων και την επιστροφή σε «ήρεμα νερά».
Ωστόσο, πέρα από τις «κοινές δηλώσεις» και τα μνημόνια για τομείς όπως ο τουρισμός, το εμπόριο και ο πολιτισμός, δεν υπήρξε καμία ουσιαστική πρόοδος σε κάποιο από τα βασικά πεδία αντιπαράθεσης ανάμεσα στην ελληνική και την τουρκική άρχουσα τάξη. Οι διαφορές για την ΑΟΖ, το Κυπριακό, το μειονοτικό ζήτημα της Θράκης και το ζήτημα της στρατιωτικοποίησης των νησιών παραμένουν. Το μόνο «επίτευγμα» αυτής της συνάντησης φαίνεται να ήταν ένα εφήμερο «καλό κλίμα».
Εύθραυστη ύφεση της σύγκρουσης
Η ελληνική και η τουρκική αστική τάξη έχουν διαφορές που ιστορικά έχουμε δει να επιλύονται μόνο με πόλεμο. Γι’ αυτό τα τελευταία χρόνια βλέπουμε, και από τις δύο πλευρές του Αιγαίου, ένα εξοπλιστικό ράλι με την αγορά πανάκριβων οπλικών συστημάτων.
Παρ’ όλα αυτά, ούτε η τουρκική ούτε η ελληνική αστική τάξη θέλουν έναν πόλεμο τώρα. Αυτό ισχύει για διαφόρους λόγους, μεταξύ των οποίων είναι: ο σχετικά ισορροπημένος συσχετισμός στρατιωτικής δύναμης, οι σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις μιας σύρραξης, ο φόβος της αποσταθεροποίησης των καθεστώτων τους αλλά και οι πιέσεις του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, ο οποίος, για τους δικούς του λόγους, δεν επιθυμεί μία τέτοια αναμέτρηση. Ωστόσο, είναι εμφανές ότι και οι δύο άρχουσες τάξεις προετοιμάζονται για ένα πόλεμο που θα ξεκινήσουν όταν κρίνουν ότι ο συσχετισμός δύναμης και η διεθνής κατάσταση τις ευνοεί.
Ο ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός εξελίσσεται σε ένα περιβάλλον οξυμένων διεθνών ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Οι δύο άρχουσες τάξεις προσπαθούν να αξιοποιήσουν προς όφελός τους τον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων για τον έλεγχο των πρώτων υλών και των ενεργειακών και εμπορικών δρόμων στη Μέση Ανατολή και τη Νοτιοανατολική (ΝΑ) Μεσόγειο.
Η Ελλάδα και η Τουρκία βρίσκονται στη σφαίρα επιρροής των ΗΠΑ. Αποτελούν μέλη του ΝΑΤΟ, που θεωρούνται από τους Αμερικανούς ιμπεριαλιστές κομβικής σημασίας για την υλοποίηση των σχεδίων τους στην ευρύτερη περιοχή. Σε αυτά τα πλαίσια, η Ελλάδα έχει συνάψει ενεργειακές συμφωνίες με αμερικανικές πολυεθνικές του πετρελαϊκού κλάδου για έρευνες και εξορύξεις στο Ιόνιο και νότια της Κρήτης. Παράλληλα, έχει συναφθεί συμφωνία που αναβαθμίζει τον ρόλο της χώρας ως κόμβου μεταφοράς αμερικανικού LNG προς τα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη.
Από την άλλη πλευρά, η Τουρκία, η χώρα με τον 2ο μεγαλύτερο στρατό στο ΝΑΤΟ, είναι ένας ζωτικής σημασίας παράγοντας για τα συμφέροντα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού στην ευρύτερη περιοχή. Γι’ αυτόν τον λόγο, οι ΗΠΑ πιέζουν σταθερά για την εξομάλυνση της σχέσης των δύο χωρών και την επίλυση των διαφορών τους. Ωστόσο, η Ελλάδα και η Τουρκία είναι δύο περιφερειακές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις με τα δικά τους ιδιαίτερα συμφέροντα. Όπως τονίσαμε παραπάνω, οι διαφορές τους δεν πρόκειται να επιλυθούν διπλωματικά, ακόμα και με την πίεση των ΗΠΑ. Αργά ή γρήγορα αυτές οι διαφορές θα επανέλθουν στην επιφάνεια με εκρηκτικό τρόπο.
Η αλλαγή τακτικής των ΗΠΑ και οι
περιφερειακές εντάσεις
Ένας από τους λόγους που και οι δύο άρχουσες τάξεις επιδιώκουν προσωρινά να χαμηλώσουν τους τόνους είναι για να αποφύγουν να τραβήξουν την προσοχή του απρόβλεπτου τωρινού ενοίκου του Λευκού Οίκου. Στην Καθημερινή (16/2) διαβάζουμε πως «σύμφωνα με πληροφορίες, πίσω από τις κλειστές πόρτες οι κ. Μητσοτάκης και Ερντογάν συνέπεσαν στην εκτίμηση ότι δεν είναι πιθανό στο ορατό μέλλον η Ουάσιγκτον να επιχειρήσει να προωθήσει συνολικές λύσεις στο Αιγαίο και στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, ενώ είναι σαφές πως μια πιθανή επιδιαιτησία της διοίκησης Τραμπ δεν την προκρίνει ούτε η Αθήνα, ούτε η Άγκυρα». Δηλαδή, αν ισχύει το παραπάνω ρεπορτάζ, υπήρξε μία σιωπηρή συμφωνία να σταματήσουν προσωρινά τον «καβγά» μέχρι να περάσει ο «τυφώνας Τραμπ».
Πέρα από τα ιδιαίτερα προσωπικά χαρακτηριστικά του Τραμπ, ωστόσο, η ελληνοτουρκική σύγκρουση επηρεάζεται από τη συνολική αλλαγή τακτικής του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Οι ΗΠΑ πραγματοποιούν μια σταδιακή αποδέσμευση από την ευρύτερη περιοχή της ΝΑ Μεσογείου και τη Μέση Ανατολή – τουλάχιστον με τη μορφή της άμεσης στρατιωτικής τους παρουσίας – με σκοπό να επικεντρωθούν στον βασικό τους αντίπαλο, την Κίνα. Στο κείμενο «Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ», που δημοσιεύτηκε στα τέλη του 2025, διαβάζουμε ότι εφόσον ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός δεν εξαρτάται πλέον ενεργειακά από τη Μέση Ανατολή και εφόσον δεν υπάρχει ο κίνδυνος της ΕΣΣΔ, «ο ιστορικός λόγος επικέντρωσης της Ουάσιγκτον στη Μέση Ανατολή υποχωρεί».
Αυτό δημιουργεί ένα κενό που θα επιχειρήσουν, αργά ή γρήγορα, να καλύψουν οι μικροί ιμπεριαλιστές της περιοχής. Αυτό αναπόφευκτα θα οδηγήσει σε πολεμικές συγκρούσεις. Η διαφαινόμενη (καθώς γράφονται αυτές οι γραμμές) επίθεση του αμερικανικού ιμπεριαλισμού στο Ιράν δεν αποτελεί αναίρεση της παραπάνω τακτικής, αλλά μια προσπάθεια να «διευθετηθούν» οι εκκρεμότητες στην περιοχή, με την αντιμετώπιση του βασικού του αντιπάλου και συμμάχου της Κίνας και της Ρωσίας, δηλαδή του Ιράν.
Η τάση απόσυρσης των ΗΠΑ από την περιοχή θα δώσει μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων στους εχθρούς τους, ωστόσο, θα οξύνει τον ανταγωνισμό και ανάμεσα στους «συμμάχους» τους. Για παράδειγμα η Τουρκία βρίσκεται σε ανταγωνισμό με την ελληνική άρχουσα τάξη, αλλά και με το Ισραήλ. Πρακτικά, Ισραήλ και Τουρκία βρίσκονται σε έναν πόλεμο διά αντιπροσώπων στη Συρία. Επιπρόσθετα, Ισραήλ, Ελλάδα και Κύπρος (συμμαχικές χώρες των ΗΠΑ όπως και η Τουρκία) έχουν δημιουργήσει μια στρατιωτική συμμαχία με βασικό στόχο την Τουρκία. Ένας περιφερειακός πόλεμος θα μπορούσε να βρει τους συμμάχους των ΗΠΑ σε αντίπαλα στρατόπεδα.
Όπως έχουμε εξηγήσει σε παλαιότερα άρθρα μας, ένας πόλεμος ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία δεν επίκειται άμεσα. Ωστόσο, ο πόλεμος θα γίνει κάποια στιγμή αναπόφευκτος όσο παραμένουν στη θέση τους η ελληνική και η τουρκική άρχουσα τάξη. Η μόνη εγγύηση για σταθερή και διαρκή ειρήνη στην περιοχή είναι η ανατροπή της αστικής τάξης και στις δύο πλευρές του Αιγαίου.
Ηλίας Κυρούσης




