ellinikes-prooptikes-2014

Διαβάστε μια συνοπτική ανάλυση για τις ελληνικές οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις και προοπτικές. Αποτελεί απομαγνητοφωνημένη ομιλία του μέλους της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ σ. Σταμάτη Καραγιαννόπουλου σε πρόσφατη πολιτική συνάντηση των ενεργών υποστηρικτών της Κομμουνιστικής Τάσης στην Αθήνα.

Τονίζουμε συχνά ότι βρισκόμαστε στην περίοδο της εκδήλωσης μια βαθύτερης, ιστορικής κρίσης του καπιταλισμού. Αυτό σημαίνει ότι οι θεμελιώδεις αντιφάσεις του συστήματος που γεννούν τις κρίσεις, δηλαδή η αντίφαση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και στην ατομική ιδιοκτησία και τα συνεπαγόμενα από αυτή φαινόμενα της τάσης για περιορισμό της κατανάλωσης των μαζών και της αναρχίας της παραγωγής, εμφανίζονται στο προσκήνιο με μια πρωτόγνωρη έκταση και με ένα μεγάλο βάθος.

Η πρωτόγνωρη έκταση οφείλεται στην εκρηκτική ανάπτυξη όλη την προηγούμενη περίοδο μιας παγκόσμιας αγοράς, που κυριαρχεί σαν ιδιαίτερη πραγματικότητα πάνω στις εθνικές αγορές. Και το μεγάλο βάθος οφείλεται στην μεγάλη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, που «ασφυκτιούν» μέσα στα στενά όρια της καπιταλιστικής, ατομικής ιδιοκτησίας και του εθνικού αστικού κράτους.

Στην παγκόσμια οικονομία αυτό που κυριαρχεί είναι είτε μια «ανάπτυξη» με όλα τα χαρακτηριστικά ύφεσης (ΗΠΑ), είτε η τάση για επιβράδυνση (Κίνα, «αναδυόμενες» οικονομίες), είτε η ύφεση (Ευρωζώνη). Πουθενά δεν υπάρχει μια «ατμομηχανή» ικανή να οδηγήσει ξανά τον κόσμο στους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης του παρελθόντος.

Η ύπαρξη τεράστιων χρεών κρατών, τραπεζών, επιχειρήσεων και νοικοκυριών σαν αποτέλεσμα της γενικευμένης απόπειρας την προηγούμενη περίοδο να αποφευχθεί μια βαθειά ύφεση μέσω της ενθάρρυνσης των δανείων, αποτελεί παράγοντα που επιτείνει το αδιέξοδο και κάνει το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα ακόμα πιο χαοτικό. Οι υποψήφιες «Leaman Brothers» σήμερα είναι πάρα πολλές. Και είναι εκτός από τράπεζες και μεγάλες επιχειρήσεις, ολόκληρα κράτη, που χρεοκοπώντας μπορούν να παρασύρουν ολόκληρο τον πλανήτη σε ένα ντόμινο ύφεσης και προστατευτισμού. Η Ελλάδα είναι μόνο ένα από αυτά.

Ελληνική οικονομία

Μέσα σε αυτό το ιδιαίτερα επικίνδυνο και χαοτικό πλαίσιο της παγκόσμιας οικονομίας ο υπερχρεωμένος ελληνικός καπιταλισμός έχει αντικειμενικά ένα ζοφερό μέλλον. Η ελληνική άρχουσα τάξη ως σήμερα έχει λάβει από την τρόικα πακέτα δανεισμού –ρεκόρ, με βασικό σκοπό βέβαια, να διατηρηθεί η σταθερότητα του ευρώ και να μην χάσουν τα κέρδη τους οι μεγάλες τράπεζες που είχαν δανείσει την Ελλάδα. Αν οι τάσεις στην παγκόσμια και ευρωπαϊκή οικονομία ήταν ανοδικές, τότε το τεράστιο ελληνικό χρέος θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με ακόμα περισσότερη γενναιοδωρία για τον ελληνικό καπιταλισμό.

Όμως όπως έχουμε εξηγήσει, επειδή ο κατάλογος των υποψήφιων για κατάρρευση υπερχρεωμένων στην ΕΕ είναι μακρύς, για λόγους παραδειγματισμού το τίμημα για τα «πακέτα διάσωσης» της τρόικας είναι πολύ μεγάλο και παρότι πληρώνεται αποκλειστικά από την εργατική τάξη και τους μικροαστούς διατηρώντας την ελληνική άρχουσα τάξη στο ευρώ, με τις κοινωνικές και πολιτικές του επιπτώσεις θέτει σε κίνδυνο την κυριαρχία της τελευταίας.

Η ελληνική οικονομία γνωρίζει τη μεγαλύτερη και πιο απότομη πτώση για μια χώρα μετά το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο. Το ΑΕΠ από την αρχή της κρίσης έχει πέσει κατά 25%, 3,8 εκατ. άνθρωποι βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας, 1 εκατ. εργαζόμενοι είναι απλήρωτοι, 2,5 εκατ. δεν έχουν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και ο αριθμός των αυτοκτονιών αυξάνεται με γεωμετρική πρόοδο. Την ίδια στιγμή, παρά τις άγριες περικοπές, το χρέος παραμένει στο 180% του ΑΕΠ. Το συμπέρασμα είναι ότι τα «πακέτα» της τρόικας και τα Μνημόνια απλά έχουν αναβάλει μια απότομη και γενικευμένη χρεοκοπία, με τίμημα συνθήκες για μια μεγαλύτερη και πιο ανεξέλεγκτη στο μέλλον.

Η μείωση του ελλείμματος από 15,9% στο 2,5% και η πραγματοποίηση πρωτόγεννους πλεονάσματος είναι τα μόνα αποτελέσματα για τα οποία επαίρονται οι έλληνες αστοί και η κυβέρνησή τους. Το κλειδί όμως για αυτή την «επιτυχία» ήταν η απλή μέθοδος της κήρυξης από το κράτος μιας μερικής, εσωτερικής παύσης πληρωμών με τη μορφή άγριων περικοπών σε μισθούς, συντάξεις, κοινωνικές δαπάνες και δημόσιες επενδύσεις. Η αληθινή τους επιτυχία συνίσταται στο ότι μετά από όλες αυτές τις περικοπές, δεν υπάρχει ακόμα μια ανοικτά επαναστατική κατάσταση στην κοινωνία. Γι’ αυτό το γεγονός βέβαια, χρωστούν πολλά στη συνδικαλιστική γραφειοκρατία, αλλά και στην πολιτική και τακτική των ηγεσιών του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ.

Οι περικοπές και η λιτότητα δεν σταματούν εδώ. Η έξοδος από το Μνημόνιο που επαγγέλλεται η κυβέρνηση είναι ένα προκλητικό ψέμα. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Συνθήκη που ισχύει ήδη από το 2013, κάθε κράτος μέλος της Ευρωζώνης με χρέος πάνω από το όριο του 60%, θα πρέπει κάθε χρόνο να λαμβάνει μέτρα λιτότητας ίσης αξίας με το 1/20 του πλεονάζοντος από το όριο αυτό μέρους του χρέους του.

Είναι πιθανό ένα νέο κούρεμα του ελληνικού χρέους; Θεωρητικά κάτι τέτοιο θα μπορούσε να γίνει, μόνο όμως πάνω στη βάση νέων πολύ σκληρών μέτρων λιτότητα για παραδειγματισμό και μόνο για την ποσότητα εκείνη του χρέους, που έτσι κι αλλιώς δεν θα μπορέσει να αποπληρωθεί. Μόνη ελπίδα για τον ελληνικό καπιταλισμό είναι για τα επόμενα πολλά χρόνια να εμφανίζει έναν μέσο όρο ανάπτυξης 5%, έτσι ώστε το χρέος και η ανεργία να μπορούν να αποκλιμακωθούν. Όμως με το βάρος ενός τόσο μεγάλου χρέους, με διαρκείς περικοπές και με την Ευρωζώνη σε ύφεση και την παγκόσμια οικονομία σε τροχιά επιβράδυνσης, κάτι τέτοιο είναι αδύνατο.

Καμία σωτηρία λοιπόν δεν διαφαίνεται για τον ελληνικό καπιταλισμό. Θα βρίσκεται υπό συνεχή πίεση για νέα δάνεια και στο διαρκές φάσμα μιας ανεξέλεγκτης χρεοκοπίας. Κάποια στιγμή αναπόφευκτα, θα οδηγηθεί προς την έξοδο από το ευρώ, είτε συναινετικά, είτε άτακτα, σαν ένας μέρος σε μια συνολική πορεία διάλυσης της Ευρωζώνης με τη σημερινή της μορφή.

Ήδη στις αρχές Δεκέμβρη οι «Fianncial Times» επανέφεραν το πικρό σενάριο του «Grexit» γράφοντας ότι «τα επόμενα 4 χρόνια η Ελλάδα είτε θα χρεοκοπήσει, είτε θα βγει από το ευρώ, είτε θα συμβούν και τα δύο αυτά μαζί». Ακόμα χειρότερα, η ίδια η Μέρκελ στα τέλη Δεκέμβρη δήλωσε ότι «αν μια χώρα δεν εφαρμόσει τις μεταρρυθμίσεις, η ευρωζώνη μπορεί να προχωρήσει χωρίς αυτήν». Πίσω λοιπόν από τις επίσημες κυβερνητικές θεωρίες περί επιτυχίας, κρύβεται ένα πλήρες αδιέξοδο για την ελληνική αστική τάξη.

Στην τρέχουσα οικονομική συγκυρία, αυτά που εκτός από την ίδια της ύφεση πονοκεφαλιάζει του έλληνες καπιταλιστές, είναι από τη μία πλευρά η απώλεια ελέγχου στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα και η εισβολή ξένων funds στις μεγάλες επιχειρήσεις λόγω απαξιωμένων τιμών των μετοχών στο Χρηματιστήριο, αλλά και επικείμενων υποχρεωτικών αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου σε όσες επιχειρήσεις έχουν μεγάλα χρέη στις ελληνικές τράπεζες.

Κοινωνική συνείδηση και πολιτικές εξελίξεις

Σε κοινωνικό επίπεδο, αυτό που συγκεκριμένα τρομοκρατεί τους έλληνες αστούς, είναι φυσικά σε γενικές γραμμές η επανάσταση, αλλά ειδικότερα, είναι το γεγονός ότι έχουν συρρικνωθεί αποφασιστικά οι παραδοσιακές κοινωνικές εφεδρείες τις αστικής αντίδρασης. Οι μικροαστοί έχουν απολέσει την εμπιστοσύνη τους στα παραδοσιακά αστικά κόμματα και στη λεγόμενη Κεντροαριστερά και κύρια, κοιτούν προς τον ΣΥΡΙΖΑ.

Η πρόσφατη υπερψήφιση του νέου νόμου για τα ακίνητα και ιδιαίτερα του νόμου για τους πλειστηριασμούς αποτέλεσε «σημείο καμπής» για τη συνείδηση των μαζών και την πολιτική κατάσταση. Το σπίτι είναι η μόνη ιδιοκτησία που απέμεινε σε εκατομμύρια εργαζόμενους και μικροαστούς. Τώρα απειλείται ολοκληρωτικά, όχι από τους κομμουνιστές σύμφωνα με την παλιά αντιδραστική δοξασία, αλλά από τους αδηφάγους τραπεζίτες.

Αν θα μπορούσαμε να διακινδυνεύσουμε σήμερα μια πολιτική πρόβλεψη είναι ότι μετά και από αυτό το κομβικό σημείο, ακόμα και με την πιο «μαύρη» προπαγάνδα κατατρομοκράτησης του λαού όσο πλησιάζουμε προς τις εκλογές, η ΝΔ δεν θα μπορέσει να ξεπεράσει σε ποσοστό τον ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ δύσκολα θα καταφέρει να ξαναμπεί στη Βουλή.

Σε πολιτικό επίπεδο, το αδιέξοδο της ελληνικής άρχουσας τάξης εκφράζεται παραστατικά στη Βουλή όπου οι 179 κυβερνητικοί βουλευτές έγιναν 153, ενώ στα γκάλοπ εκφράζεται με την εδραίωση της πρωτιάς του ΣΥΡΙΖΑ και την εικόνα κατάρρευσης του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ. Η κυβέρνηση Σαμαρά είναι πλέον πολύ αδύναμη και είναι δύσκολο να αντέξει μετά τις Ευρωεκλογές, όπου η ήττα θα είναι μεγάλη και η κυβέρνηση θα είναι πολύ αδύναμη για να κυβερνήσει.

Το μόνο που μπορούν να κάνουν οι αστοί για να διασώσουν τα κόμματα και τις ηγεσίες τους είναι να ανακατέψουν την «πολιτική τράπουλα». Προσπαθούν να δημιουργήσουν ένα νέο Κεντροαριστερό σχήμα με «όχημα» την «Πρωτοβουλία των 58», που θα συνενώσει ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ. Όμως για τα σχέδια αναγέννησης της Κεντροαριστεράς υπάρχει ένα «μικρό» πρόβλημα: χωρίς την υποστήριξη των μαζών δεν μπορεί να προχωρήσει κανέναν τέτοιο εγχείρημα. Ο αστικός μύθος του εκσυγχρονισμού απαιτεί χορτάτους μικροαστούς, ασφαλείς δημοσίους υπαλλήλους και συνδικαλιστική γραφειοκρατία με κύρος στο εργατικό κίνημα. Όλα αυτά όμως, είναι πλέον μακρινό παρελθόν.

Ταυτόχρονα οι αστοί επιχειρούν να αναμορφώσουν τον χώρο της άκρας Δεξιάς, συνενώνοντας διάφορες διασπάσεις της ΝΔ και τιθασεύοντας την ανυπόμονη για επιβολή ενός σκληρού, αστικού βοναπαρτισμού «Χρυσή Αυγή». Όπως έχουμε εξηγήσει, μια πρόωρη προσφυγή των αστών στον βοναπαρτισμό θα ήταν ένα παιχνίδι με τη φωτιά. Γι’ αυτό άλλωστε, η κυβέρνηση έβαλε προσωρινά «πάγο» στην ΧΑ. Η δράση της μπορούσε να προκαλέσει μια ανεπιθύμητη επαναστατική διέγερση στην εργατική τάξη και τη νεολαία.

Το υψηλό ποσοστό που σε όλα τα γκάλοπ συνεχίζει να λαμβάνει η Χρυσή Αυγή δεν αντιπροσωπεύει σε καμία περίπτωση μια συνειδητή ψήφο στο φασισμό, αλλά κύρια μια τυφλή μορφή διαμαρτυρίας, καθυστερημένων πολιτικά και σε σημαντικό βαθμό εξαχρειωμένων από την κρίση μικροαστικών στρωμάτων ενάντια τα βασικά αστικά κόμματα.

Η βάση της εκλογικής υποστήριξης της ΧΑ είναι τα λουμπενοποιημένα μικροαστικά στρώματα της πόλης και της υπαίθρου. Όμως υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά με τους λούμπεν μικροαστούς που στήριξαν ιστορικά το φασισμό στο Μεσοπόλεμο. Οι σημερινοί στην Ελλάδα δεν δείχνουν στο ελάχιστο αποφασισμένοι να συγκροτήσουν μαζικό κίνημα, να κινητοποιηθούν για να τσακίσουν βίαια την Αριστερά και το εργατικό κίνημα. Την ίδια στιγμή που τα ποσοστά της ΧΑ είναι υψηλά όλες οι εκκλήσεις της για μαζική δράση δεν είχαν και δεν έχουν καμία ανταπόκριση. Δεν μπόρεσαν να δημιουργήσουν μαζικά Τάγματα εφόδου, αλλά περιορίστηκαν σε έμμισθες ομάδες συνεργαζόμενες με την αστυνομία. Αυτό το ζήτημα είναι καθοριστικής σημασίας, γιατί οι Ναζί δεν έχουν στα μελλοντικά τους σχέδια μια ειρηνική κοινοβουλευτική κατάληψη της εξουσίας, αλλά μια βίαιη εφόρμηση στην εξουσία, έναν ταξικό πόλεμο για να συντρίψουν την Αριστερά και το εργατικό κίνημα. Χωρίς έναν μαζικό φασιστικό στρατό δεν μπορεί να υποταχθεί ένα κίνημα που ακόμα διαθέτει πανίσχυρες μαζικές οργανώσεις.

Οι αστοί όμως, δεν περιορίζονται στο δικό τους πολιτικό στρατόπεδο. Ήδη με έναν μεθοδικό τρόπο επιδίδονται στην προσπάθεια να σύρουν όσο μπορούν περισσότερο την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ προς τα δεξιά, εκμεταλλευόμενοι την άρνηση του ΚΚΕ για κάθε είδους συνεργασία και την εμφανιζόμενη στα γκάλοπ αδυναμία του κόμματος να προσεγγίσει ποσοστά αυτοδυναμίας.

Το εργατικό κίνημα

Μπροστά σε μια τόσο αδιέξοδη κατάσταση για την αστική τάξη, το εργατικό κίνημα θα μπορούσε ήδη να έχει πάρει την εξουσία αν διέθετε την κατάλληλη επαναστατική ηγεσία. Τώρα όμως, βρίσκεται παραλυμένο από την τακτική των εκτονωτικών 24ωρων γενικών απεργιών της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, από την απογοήτευση που έφεραν οι ήττες και από το βάρος των 2 εκατομμυρίων ανέργων. Δυστυχώς, ως μόνη «λύση» για τους εργαζόμενους σήμερα εμφανίζεται η…υπομονή μέχρι τις εκλογές και την ψήφο στον ΣΥΡΙΖΑ.

Τίποτα άλλο ουσιαστικό δεν προσφέρεται σαν άμεση λύση στους εργαζόμενους. Ακόμα και αν η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ προτείνει έναν πραγματικό αγώνα για την ανατροπή της κυβέρνησης – όπως θα όφειλε να έχει κάνει ήδη εδώ και 1 χρόνο – με μια γενική απεργία διαρκείας, οι εργαζόμενοι σε αυτή τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, λόγω της κούρασης από τις ήττες και της δυσπιστίας για τις ηγεσίες τους, δεν θα είχαν διάθεση να συμμετάσχουν.

Η προσωρινή κάμψη των αγώνων δεν σημαίνει συντηρητικοποίηση. Αντίθετα συνοδεύεται από ριζοσπαστικά συμπεράσματα για χιλιάδες εργαζόμενους και νέους. Αυτό αποδεικνύεται και από τη συνεχιζόμενη στροφή στα συνδικάτα, με πιο πρόσφατο δείγμα την ΑΔΕΔΥ με την κατάρρευση των ποσοστών της ΠΑΣΚΕ και την άνοδο των ποσοστών της Αριστεράς.

Η αναπτυσσόμενη διάθεση για ψήφο στον ΣΥΡΙΖΑ δεν πρόκειται να συνοδεύεται από καμία διάθεση για εν λευκώ «ανάθεση» ευθυνών σε μια κυβέρνησή του από τους εργαζόμενους. Η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση θα εκληφθεί σαν μια πρώτη νίκη και οι εργαζόμενοι θα κινητοποιηθούν απαιτώντας την άμεση τήρηση των υποσχέσεων. Θα ζητήσουν οι συλλογικές συμβάσεις να αποκατασταθούν, οι ιδιωτικοποιήσεις να ακυρωθούν, τα Μνημόνια να καταργηθούν.

Ο προσδιορισμός της σημερινής περιόδου σαν «προεπαναστατικής» σημαίνει ότι οι αντικειμενικοί όροι για μια ανοικτά επαναστατική κατάσταση όπως τους ερμήνευσαν ο Λένιν και ο Τρότσκι (αποφασιστικότητα εργατικών μαζών για θυσίες στον αγώνα, αναβρασμός στις μικροαστικές μάζες, διάσπαση στο αστικό στρατόπεδο και αδυναμία διακυβέρνησης με τις παλιές μεθόδους της αστικής δημοκρατίας) ωριμάζουν, όχι ασφαλώς ισομερώς, με τον μόνο παράγοντα που λείπει για μια νικηφόρα επανάσταση να είναι ο υποκειμενικός, δηλαδή ένα ριζωμένο στις μάζες επαναστατικό κόμμα.

Δεν υπάρχει κανένα τείχος που να εμποδίζει την μετατροπή μιας προεπαναστατικής κατάστασης σε ανοικτά επαναστατική. Το άλμα αυτό μπορεί να γίνει ξαφνικά, με μια φαινομενικά τυχαία αφορμή. Είναι αλήθεια ότι αυτή η περίοδος στην Ελλάδα ήδη κράτησε αρκετά. Από το 2008 είχαμε απεργίες επί απεργιών, μαζικές διαδηλώσεις και κινήματα χωρίς ακόμα να έχει δοθεί μια οριστική λύση, είτε προς την κατεύθυνση της επανάστασης, είτε προς εκείνη της αντεπανάστασης. Αυτό είναι το αποτέλεσμα από τη μία πλευρά της αδυναμίας της αστικής τάξης να επιβληθεί και να επιφέρει ένα συντριπτικό χτύπημα στο εργατικό κίνημα και από την άλλη, της απουσίας μιας επαναστατικής στρατηγικής της Αριστεράς. Αυτά τα στοιχεία θα συνεχίσουν να είναι παρόντα στις εξελίξεις, διαμορφώνοντας μια μακρά περίοδο με επαναστατικά ξεσπάσματα και βίαιη στροφή στα αριστερά, που θα διακόπτεται από πισωγυρίσματα, ακόμα και διαλείμματα αντίδρασης, όπως συνέβη τη δεκαετία του 1930 στην επαναστατική Ισπανία.

ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ

Οι τελευταίες δημόσιες τοποθετήσεις της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ και η απόπειρα να διαμορφωθεί το κυβερνητικό πρόγραμμα του κόμματος από ένα γραφειοκρατικό φόρουμ κοινωνικών φορέων και προσωπικοτήτων, αντανακλά την παρατεταμένη στροφή της στα δεξιά και την πρόθεσή της να δώσει διαπιστευτήρια «υπευθυνότητας» στην αστική τάξη και την τρόικα. Σαν αποτέλεσμα αυτής της στάσης, η ηγετική πλειοψηφία εμφανίζεται εύθραυστη και οι δυνατότητες για το πέρασμα του κόμματος στον έλεγχο της αριστερής του πτέρυγας γίνονται όλο και πιο ευνοϊκές.

Όμως η ηγεσία της Αριστερής Πλατφόρμας (ΑΠ) αντί να διαμορφώσει μια επαναστατική εναλλακτική λύση, επαναφέρει στο προσκήνιο σαν αιχμή το λαθεμένο σύνθημα της εξόδου από το ευρώ. Ένα τμήμα της ηγεσίας της δε, τηρεί μια ιδιαίτερα συμβιβαστική στάση απέναντι στην ηγετική πλειοψηφία. Έτσι παρά τις μικρές σημερινές της δυνάμεις, η νεοϊδρυθείσα Κομμουνιστική Τάση έχει τη δυνατότητα και το καθήκον να εκφράσει πολιτικά της προσδοκίες και τα αιτήματα της αριστερής βάσης του κόμματος και της Νεολαίας.

Στο ΚΚΕ η προγραμματική – πολιτική στροφή στ’ αριστερά κάτω από τον τίτλο «αποκατάσταση του επαναστατικού χαρακτήρα του κόμματος» συνεχίζεται, χωρίς καμία εξήγηση στα μέλη γιατί αυτή η διαδικασία άργησε τόσο πολύ και ο οπορτουνισμός κυριάρχησε στο κόμμα για πολλές δεκαετίες. Η αίτια αυτής της σωστής στροφής στην ηγεσία, δυστυχώς δεν φαίνεται να είναι η πρόθεση για μια ειλικρινή, μαρξιστική επανεκτίμηση των ιστορικών πολιτικών λαθών, αλλά η μυωπική, σεχταριστική πρόθεση της ηγεσίας να κρατήσει το κόμμα μακριά από εξωτερικές πολιτικές επιδράσεις και αγεφύρωτα διαχωρισμένο από τον δήθεν «συλλήβδην οπορτουνιστικό» ΣΥΡΙΖΑ. Επιπρόσθετα, η επαναστατική στροφή στο πρόγραμμα και τη θεωρία, δεν συνοδεύεται από επαναστατικές πρωτοβουλίες στο εργατικό κίνημα, με τις συνδικαλιστικές δυνάμεις του κόμματος να τηρούν μια παθητική στάση σε μια σειρά απεργιών τους προηγούμενους μήνες.

Αυτό που έχει προς το παρόν σταθεροποιήσει τη νέα ηγεσία του ΚΚΕ είναι η δεξιά στροφή της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ. Καθώς πλησιάζουν οι εκλογές και η ηγεσία του κόμματος θα αρνείται κάθε συνεργασία ή στήριξη στον ΣΥΡΙΖΑ, τα ποσοστά του ΚΚΕ θα συμπιέζονται και τα «σύννεφα» μιας κρίσης θα μαζεύονται ξανά απειλητικά πάνω από το κόμμα. Όμως το ΚΚΕ είναι ένα κόμμα με πολύ βαθιές ρίζες στην ελληνική εργατική τάξη. Μέσα από την μελλοντική εμπειρία μιας αποτυχημένης απόπειρας του ΣΥΡΙΖΑ να διαχειριστεί την κρίση του σάπιου ελληνικού καπιταλισμού, η επιρροή του ΚΚΕ θα τείνει να αναπτυχθεί ξανά.

{fcomment}