Το ΜέΡΑ25 είχε πρόσφατα (για τα δεδομένα ενός πρωτοεμφανιζόμενου πολιτικού σχηματισμού) δύο πολύ καλά εκλογικά αποτελέσματα, στις Ευρωεκλογές του Μαΐου και τις Βουλευτικές εκλογές του Ιουλίου. Τα αποτελέσματα αυτά μπορούν να αποτελέσουν την αφετηρία μιας πορείας μαζικοποίησης του κόμματος, το οποίο αντικειμενικά, δηλαδή όχι από την άποψη της πολιτικής του αλλά της κοινωνικής επιρροής του, μπορεί να συμπεριληφθεί στο εργατικό πολιτικό στρατόπεδο, αφού αρχίζει να υποστηρίζεται από ριζοσπαστικοποιημένα τμήματα της εργατικής τάξης και στη συνείδηση των υποστηρικτών του αποτελεί τμήμα του παλιού, αριστερού, αντιμνημονιακού ΣΥΡΙΖΑ διέθετε πλατιά απήχηση στον εργαζόμενο λαό. Ανάμεσα στους παράγοντες που θα καθορίσουν το αν μια τέτοια δυναμική θα εμφανιστεί και σε ποιο βαθμό, είναι αναμφίβολα το ίδιο το πολιτικό πρόγραμμα του ΜέΡΑ25 (το οποίο έχει αναρτηθεί στην ιστοσελίδα του κόμματος εδώ). Εδώ ταιριάζει απόλυτα η σχετική θέση του Ένγκελς: «Γενικά μιλώντας, λιγότερη σημασία έχει το επίσημο πρόγραμμα ενός κόμματος από ό,τι κάνει στην πράξη. Όμως ένα νέο πρόγραμμα είναι μια δημόσια υψωμένη σημαία και ο κόσμος απ’ έξω κρίνει το κόμμα με βάση αυτήν» (Γράμμα του Ένγκελς στον Μπέμπελ, 1875 – η υπογράμμιση είναι του Ένγκελς).

Από αυτήν την άποψη, οφείλουμε να πούμε ότι η «δημόσια υψωμένη σημαία» του ΜέΡΑ25 έχει μια σειρά αδυναμίες αποφασιστικής σημασίας. Το πρόγραμμά του περιέχει πολλές αριστερές θέσεις (κάποιες από τις οποίες είναι ιδιαίτερα ριζοσπαστικές), που όμως είναι αναμιγμένες με ανέφικτες οικονομικές προτάσεις κρατικού παρεμβατισμού που θα στοχεύει στη δημιουργία ανάπτυξης και στο σταμάτημα της λιτότητας ή ακόμα και πιο «ρεαλιστικές» θέσεις που παραπέμπουν σε πολιτικές «ήπιας» λιτότητας. Αυτό το μίγμα έρχεται ως αποτέλεσμα της κύριας αδυναμίας του προγράμματος, που είναι η απουσία κάθε υπόνοιας για ρήξη με τα ίδια τα θεμέλια του καπιταλιστικού συστήματος. Μάλιστα, ενώ το κόμμα αυτοτοποθετείται στην ευρύτερη Αριστερά και το ιδρυτικό και βασικότερο στέλεχός του, ο Γ. Βαρουφάκης, αυτοπροσδιορίζεται ως «μαρξιστής» (αν και «μη τυπικός» – «erratic» με ό,τι μπορεί να εννοείται με αυτό), από το πρόγραμμα αλλά και από το μανιφέστο (εδώ) του ΜέΡΑ25 απουσιάζει κάθε αναφορά στον σοσιαλισμό, ακόμα και ως μακρινό κοινωνικό «όραμα».

Η δομή του προγράμματος είναι τέτοια, ώστε αρχικά παρουσιάζονται οι επτά αναγκαίες «Τομές» που περιλαμβάνουν τις απολύτως άμεσες διεκδικήσεις για την «απόδραση από τη χρεοδουλοπαροικία» και στη συνέχεια αναλύονται οι γενικότερες θέσεις του κόμματος για τις βασικές πτυχές της οικονομίας, της πολιτικής και της κοινωνίας. Αυτή η δομή θυμίζει την κλασική ρεφορμιστική μέθοδο της δημιουργίας ενός μίνιμουμ και ενός μάξιμουμ προγράμματος, όπου η υλοποίηση του πρώτου παρουσιάζεται ως άμεσος στόχος και το δεύτερο συνδέεται με το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας – που πάντα οι ρεφορμιστές τον αναβάλλουν για κάποιο μακρινό μέλλον.

Το περιεχόμενο όμως τόσο των «7 Τομών» όσο και των μάξιμουμ διεκδικήσεων στο πρόγραμμα του ΜέΡΑ25, σε συνδυασμό με την απουσία κάθε αναφοράς στον σοσιαλισμό, το καθιστούν ένα πρόγραμμα του οποίου και τα δύο «στάδια» περιορίζονται στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος. Αυτό συνάδει πλήρως με τη θέση που έχει εκφράσει ο Γ. Βαρουφάκης, πως «είναι το ιστορικό καθήκον της Αριστεράς, σε αυτήν τη συγκεκριμένη συγκυρία, να σταθεροποιήσει τον καπιταλισμό· να σώσει τον ευρωπαϊκό καπιταλισμό από τον εαυτό του και από τους ανόητους διαχειριστές της κρίσης της Ευρωζώνης» (στην εισαγωγή ομιλίας του το 2013, στα αγγλικά εδώ). Στη συνέχεια θα δούμε πως αντανακλάται αυτή η αυταπάτη ότι ο καπιταλισμός μπορεί «να σωθεί από τον εαυτό του» στις βασικές θέσεις του προγράμματος του ΜέΡΑ25.

Σημαντικές ελλείψεις

Όπως προαναφέρθηκε, στο πρόγραμμα υπάρχουν μια σειρά θέσεις που κινούνται στη σωστή κατεύθυνση. Προτείνονται μέτρα κατά της λιτότητας όπως το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, η σταδιακή αύξηση του κατώτατου μισθού στα 800 ευρώ, η μείωση της συμμετοχής των ασφαλισμένων στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, η αύξηση των πρωτοβάθμιων μονάδων υγείας κ.α. Παράλληλα προτείνονται μια σειρά μέτρα προοδευτικού χαρακτήρα σε σχέση με τους μετανάστες, τις εθνικές μειονότητες, τα σεξουαλικά δικαιώματα και δικαιώματα φύλου, τους πολίτες με αναπηρία κλπ.

Ωστόσο, πολλές θέσεις περιορίζονται σε ιδιαίτερα μετριοπαθή όρια ενώ από το πρόγραμμα λείπουν παραδοσιακές διεκδικήσεις του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς. Για παράδειγμα, προτείνεται η αύξηση του κατώτατου μισθού, αλλά δεν προβλέπεται η περαιτέρω αύξηση τόσο του κατώτατου όσο και των υπολοίπων μισθών ανάλογα με τις αυξήσεις στις τιμές. Οι συντάξεις δεν θα μειωθούν αλλά δεν προτείνεται και αύξησή τους. Προτείνεται μείωση της φορολογίας για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, αλλά ταυτόχρονα προτείνεται μείωση και για τις μεγάλες επιχειρήσεις από συντελεστή 29% σε 26%. Ο ΦΠΑ προτείνεται να μειωθεί αρκετά (στο 15%), αλλά όχι να καταργηθεί. Ο ΕΝΦΙΑ δεν καταργείται, αλλά συγχωνεύεται με τους δημοτικούς φόρους. Το αφορολόγητο όριο δεν μειώνεται όπως ζητούν οι δανειστές, αλλά ούτε και αυξάνεται – με αποτέλεσμα, ένας μισθωτός που θα παίρνει το νέο βασικό μισθό των 800 ευρώ να βρίσκεται 3000 ευρώ πάνω από το αφορολόγητο όριο!

Στα εργασιακά, προτείνονται μόνο λίγα στοιχειώδη μέτρα (η προαναφερθείσα αύξηση του κατώτατου μισθού, κατάργηση του περιορισμού του δικαιώματος στην απεργία, συλλογικές συμβάσεις, κατάργηση «μπλοκακίoυ»), αντί για την επιβεβλημένη άμεση κατάργηση όλων των αντεργατικών νόμων και ρυθμίσεων που προβλέπονται από τα μνημόνια. Η σημαντικότερη όμως έλλειψη του προγράμματος αφορά την πλήρη απουσία οποιασδήποτε θέσης για τους ανέργους. Είναι πραγματικά εντυπωσιακό, το ότι διαβάζοντας κανείς το πρόγραμμα του ΜέΡΑ25 αποκτά την εντύπωση ότι το ζήτημα της ανεργίας είναι κάτι που δεν υφίσταται!

Ο περιορισμός στα καπιταλιστικά πλαίσια

Όλες οι παραπάνω ελλείψεις του προγράμματος είναι το τίμημα που πληρώνεται προκειμένου «η ευρωπαϊκή αριστερά να σώσει από τον εαυτό του τον ευρωπαϊκό καπιταλισμό», στα πλαίσια της διεκδίκησης από το ΜέΡΑ25 (και πανευρωπαϊκά από το DiEM25) ενός νέου «New Deal για την Ευρώπη» (στα πρότυπα της κεϋνσιανής πολιτικής του Ρούσβελτ τη δεκαετία του ’30 – εδώ σχετικό άρθρο του Γ. Βαρουφάκη). Μόνο που το «New Deal» δεν έλυσε το πρόβλημα της κρίσης και της ανεργίας στις ΗΠΑ τη δεκαετία του ’30 – αυτό «λύθηκε» με τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, μέσω της βάσης για οικονομική ανάκαμψη που δημιούργησε η μαζική καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων. Ομοίως, η κεϋνσιανή οικονομική πολιτική του προγράμματος του ΜέΡΑ25, δεν μπορεί να επιλύσει τις θεμελιώδεις αντιφάσεις του καπιταλισμού που οδηγούν στην κρίση. Κατά συνέπεια, το αποτέλεσμά της είναι μόνο να περιορίσει την εφαρμογή του προγράμματος μέσα στα ασφυκτικά πλαίσια του βυθισμένου σε κρίση ελληνικού και διεθνούς καπιταλισμού και έτσι να περικόψει δραστικά την έκταση και το βάθος των διεκδικήσεων που μπορεί να προβάλει.

Embed from Getty Images

Για τους ίδιους λόγους, η σωστή επιμονή σε μια διεθνή και όχι εθνική προσέγγιση από την ηγεσία του ΜέΡΑ25, δεν οδηγεί σε μια προλεταριακή διεθνιστική στάση, αλλά στην προσπάθεια για μεταρρύθμιση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντί για τη σύγκρουση με την τρόικα και την ελληνική άρχουσα τάξη στην κατεύθυνση της εφαρμογής ενός σοσιαλιστικού προγράμματος, με παράλληλη έκκληση στην ευρωπαϊκή εργατική τάξη να ακολουθήσει το ίδιο παράδειγμα, το πρόγραμμα του ΜέΡΑ25 υποστηρίζει ότι η πιο θετική εξέλιξη της σύγκρουσης με τους δανειστές είναι η «εφαρμογή του προγράμματός μας εντός της ευρωζώνης (με τις προοδευτικές ευρωπαϊκές δυνάμεις να συνεργάζονται στο πλαίσιο της Νέας Συμφωνίας Για Την Ευρώπη)».

Οι «7 Τομές»

Οι συνέπειες του περιορισμού του προγράμματος στα πλαίσια του καπιταλισμού και της τεχνοκρατικής προσέγγισης σε βασικά οικονομικά ζητήματα, επιφέρουν μια αταξική προσέγγιση στο πρόγραμμα, που γίνεται ορατή ήδη από τις αρχικές «7 Τομές». Αυτές είναι τα άμεσα μέτρα που, σύμφωνα με το πρόγραμμα, θα βγάλουν τη χώρα από το καθεστώς των μνημονίων και της τροϊκανής επιτήρησης – το οποίο αποκαλείται «χρεοδουλοπαροικία» – και θα τη μετατρέψουν σε μια «κανονική» καπιταλιστική χώρα.

Οι δύο πρώτες Τομές αφορούν το κρατικό χρέος και τους στόχους των πλεονασμάτων. Για το χρέος και την αποπληρωμή του προτείνεται η μονομερής, χωρίς την έγκριση των δανειστών, αναδιάρθρωσή του έτσι ώστε να συνδεθεί με το ύψος του ΑΕΠ και τους ρυθμούς ανάπτυξής του. Ουσιαστικά πρόκειται για τη θέση του παλιού, αριστερού – αντιμνημονιακού ΣΥΡΙΖΑ για «κούρεμα του χρέους και αποπληρωμή του υπολοίπου με ρήτρα ανάπτυξης».

Αυτή η θέση είναι λανθασμένη για δύο λόγους. Πρώτον, αναγνωρίζει το τμήμα του κρατικού χρέους που δεν θα κουρευτεί ως χρέος συνολικά της κοινωνίας και όχι ως χρέος της ελληνικής αστικής τάξης. Έτσι, ενώ στο Μανιφέστο του κόμματος αναλύεται ο καθοριστικός ρόλος της κρατικοδίαιτης ελληνικής αστικής τάξης στη διόγκωση του κρατικού χρέους τις προηγούμενες δεκαετίες (ενότητα «Το ιστορικό της χρεοδουλοπαροικίας μας»), με αυτή τη θέση του προγράμματος ουσιαστικά υποστηρίζεται ότι το χρέος που θα απομείνει μετά το κούρεμα θα πρέπει να το επωμιστεί και η εργαζόμενη πλειοψηφία της κοινωνίας.

Δεύτερον, σε συνδυασμό με την απουσία μέτρων που θίγουν τα θεμέλια της μεγάλης καπιταλιστικής ιδιοκτησίας στο υπόλοιπο πρόγραμμα, αλλά και με τις προαναφερθείσες θέσεις για μειώσεις στη φορολογία ακόμα και στο μεγάλο κεφάλαιο, αυτή η θέση αποτελεί μια συνταγή που σύντομα θα οδηγήσει στην εκ νέου εκτόξευση του κρατικού χρέους. Το περίφημο «παράδειγμα της Αργεντινής» που προέβαλλαν τα προηγούμενα χρόνια όσοι υποστήριζαν λιγότερο ή περισσότερο δραστικές λύσεις για το χρέος, χωρίς όμως παράλληλα να προτείνουν μέτρα αντικαπιταλιστικού χαρακτήρα, είναι πράγματι διδακτικό. Η Αργεντινή, μετά τη διαγραφή του χρέους της, βρίσκεται για χρόνια υπό πτώχευση και σε προγράμματα του ΔΝΤ και η οικονομία της αποτελεί μια ωρολογιακή βόμβα που εδώ και εβδομάδες έχει έρθει στο διεθνές προσκήνιο. Ομοίως η ελληνική οικονομία, μετά από ένα κούρεμα χρέους θα βρεθεί γρήγορα ξανά σε μια κατάσταση υπερχρέωσης, αφού θα συνεχίζει να υφίσταται η βασική αιτία που και προηγουμένως είχε δημιουργήσει το τεράστιο χρέος – δηλαδή μια οικονομία που λειτουργεί στη λογική του καπιταλισμού αποτελώντας μάλιστα μια από τις πιο αδύναμες οικονομίες του ευρωπαϊκού καπιταλισμού – και ταυτόχρονα η παγκόσμια οικονομία θα οδεύει προς μια νέα κρίση, βαθύτερη από εκείνη του 2008, όπως ομολογούν πλέον οι ίδιοι οι αστοί οικονομολόγοι.

Η τρίτη Τομή αφορά το ιδιωτικό χρέος και συγκεκριμένα τα «κόκκινα» δάνεια. Εδώ περιλαμβάνονται κάποιες αυτονόητα σωστές θέσεις, όπως η κατάργηση των πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας. Όμως το πνεύμα με το οποίο αντιμετωπίζεται το ζήτημα είναι λανθασμένο. Υποστηρίζεται πως η πώληση των «κόκκινων δανείων» από τις τράπεζες στα κερδοσκοπικά funds δρα καταστροφικά για τα λαϊκά στρώματα αλλά επίσης ζημιώνει και τις τράπεζες καθώς μειώνει τα κεφάλαιά τους. Στην πραγματικότητα όμως, οι τράπεζες είναι προφανώς ωφελημένες από αυτό το ξεφόρτωμα «κόκκινων» δανείων που είναι αμφίβολο το αν θα καταφέρουν να αποπληρωθούν, σε αντάλλαγμα σημαντικών ποσών που ενισχύουν τη ρευστότητά τους.

Συνέπεια αυτής της ουσιαστικά αταξικής προσέγγισης του ζητήματος είναι οι προτάσεις που ακολουθούν, οι οποίες καθόλου δεν συμβαδίζουν με το σκοπό του τερματισμού της λιτότητας. Προτείνεται η μεταφορά όλων των «κόκκινων» δανείων σε μια κρατική εταιρεία που θα ιδρυθεί γι’ αυτό το σκοπό, η οποία θα αποζημιώσει τις τράπεζες (όπως δηλαδή κάνουν και τα funds) και οι δανειολήπτες θα πληρώνουν δόσεις σε αυτήν την κρατική εταιρεία ανάλογα με τις δυνατότητές τους. Έτσι, όπως και στην περίπτωση του κρατικού χρέους, το ιδιωτικό χρέος των λαϊκών στρωμάτων αναγνωρίζεται ως «δίκαιο».

Ένα πραγματικά αριστερό πρόγραμμα θα έπρεπε αντίθετα να προβλέπει την άμεση διαγραφή του ιδιωτικού χρέους των λαϊκών στρωμάτων, καθώς στην πλειοψηφία των περιπτώσεων το αρχικό κεφάλαιο έχει αποπληρωθεί και με το παραπάνω και οι τράπεζες διεκδικούν απλά ληστρικούς τόκους, ενώ παράλληλα έχουν «διασωθεί» ξανά και ξανά με «δωρεές» κρατικού χρήματος, δηλαδή με χρήματα των φορολογούμενων. Ένα τέτοιο μέτρο όμως δεν μπορεί να υλοποιηθεί στα πλαίσια του καπιταλισμού μέσα στις σημερινές συνθήκες χρεοκοπίας του τραπεζικού συστήματος, αλλά απαιτεί την κοινωνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος στα πλαίσια μιας σοσιαλιστικά σχεδιασμένης οικονομίας.

Στην τέταρτη Τομή, περιλαμβάνονται οι θέσεις για τη φορολογία που αναφέρθηκαν νωρίτερα στο άρθρο. Και εδώ, η μη ταξική προσέγγιση που οδηγεί σε προτάσεις για τη μείωση της φορολογίας τόσο για τα φτωχά στρώματα όσο και για τους καπιταλιστές (στη βάση της αυταπάτης ότι μέσα σε συνθήκες ύφεσης η μείωση της φορολογίας των καπιταλιστών θα φέρει επενδύσεις και θέσεις εργασίας), επιφέρει τον ακρωτηριασμό των προτάσεων για τη φοροελάφρυνση των φτωχότερων στρωμάτων που προαναφέρθηκαν (όχι αύξηση αφορολόγητου, όχι κατάργηση ΦΠΑ κλπ). Η εφαρμογή αυτών των θέσεων θα απαιτούσε κατ’ αναλογία την αύξηση (και όχι μείωση) της φορολογίας των μεγάλων επιχειρήσεων, αλλά αυτό με τη σειρά του θα έθετε στην ατζέντα το ζήτημα της κοινωνικοποίησής τους στη (βέβαιη) περίπτωση που οι καπιταλιστές θα επιχειρήσουν να μεταφέρουν τα κεφάλαιά τους στο εξωτερικό. Δηλαδή, μια εργατική κυβέρνηση που θα τις εφάρμοζε, θα έπρεπε να μην περιοριστεί στο ρόλο του «σωτήρα» του καπιταλισμού, αλλά να πάρει μέτρα σοσιαλιστικού χαρακτήρα.

Τέλος, στην έβδομη Τομή, καταδεικνύεται ο ρόλος του ΤΑΙΠΕΔ ως μεσίτης για το ξεπούλημα των κρατικών επιχειρήσεων και της κρατικής ιδιοκτησίας. Ωστόσο, αντιπροτείνεται απλά η μετατροπή του σε Αναπτυξιακή Τράπεζα, η οποία θα θέτει συγκεκριμένους περιορισμούς και εχέγγυα στις ιδιωτικοποιήσεις και θα εξαιρεί ορισμένους τομείς όπως η ενέργεια, το νερό κλπ. Εδώ λοιπόν είναι εντυπωσιακή η υιοθέτηση θέσεων ουσιαστικά υπέρ των ιδιωτικοποιήσεων – απλά με περιορισμούς – και η πλήρης απουσία προτάσεων για την εθνικοποίηση κρατικών επιχειρήσεων και ακινήτων που ιδιωτικοποιήθηκαν στο παρελθόν, των καπιταλιστικών επιχειρήσεων που φοροδιαφεύγουν, εμπλέκονται σε σκάνδαλα, παραβιάζουν την εργατική νομοθεσία κλπ, καθώς και των μεγάλων καπιταλιστικών επιχειρήσεων σε τομείς που καθορίζουν την πορεία ολόκληρης της οικονομίας όπως οι τράπεζες, οι κατασκευές, το εμπόριο, οι μεταφορές, η φαρμακοβιομηχανία κοκ.

Φυσικά, και αυτά τα μέτρα μπορούν να υλοποιηθούν μόνο στα πλαίσια ενός σοσιαλιστικού προγράμματος που στοχεύει στην κοινωνικοποίηση και τον κεντρικό δημοκρατικό σχεδιασμό της οικονομίας. Αντίθετα, οι μεμονωμένες εθνικοποιήσεις μόνο σε ορισμένους τομείς μέσα στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος και σε συνθήκες ύφεσης και γιγάντιου κρατικού χρέους – κάτι που ουτοπικά προτείνουν οι ρεφορμιστές – αποτελούν μια αδιέξοδη πολιτική που αργά ή γρήγορα θα δημιουργήσει μεγάλα κρατικά ελλείμματα. Φαίνεται ότι οι «ρεαλιστές» συντάκτες του προγράμματος του ΜέΡΑ25 το γνωρίζουν αυτό και επομένως καταφεύγουν στην υποστήριξη της – «λελογισμένης» – συνέχισης των ιδιωτικοποιήσεων.

Οι θέσεις για το κράτος

Στο πρόγραμμα του ΜέΡΑ25 περιέχονται και μια σειρά θέσεις για το κράτος. Εκεί προτείνονται μέτρα που εκ πρώτης όψεως θα μπορούσαν να προσομοιάζουν με τη δημιουργία θεσμών ενός εργατικού κράτους, ωστόσο στην πραγματικότητα απέχουν πολύ από κάτι τέτοιο. Συγκεκριμένα, προτείνεται η δημιουργία δομών σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο καθώς και στους τομείς της Παιδείας, της Ενημέρωσης και του Πολιτισμού, στις οποίες το ένα τρίτο των αντιπροσώπων θα εκλέγεται από τα αντίστοιχα τμήματα των εργαζομένων (εκπαιδευτικοί, δημοσιογράφοι κλπ), το ένα τρίτο θα αποτελείται από αντιπροσώπους που θα προκύπτουν με κλήρωση από το γενικό πληθυσμό και το ένα τρίτο από διορισμένους αντιπροσώπους των κοινοβουλευτικών κομμάτων ανάλογα με την κοινοβουλευτική τους δύναμη.

Όμως, πέρα από «τεχνικές» αδυναμίες (όπως η εκλογή μόνο του ενός τρίτου των αντιπροσώπων, η μη σύνδεση των δομών αυτών με τις εργατικές και λαϊκές οργανώσεις και ενώσεις, η μη ανακλητότητα των αντιπροσώπων, τα μειωμένα δικαιώματα των δύο τρίτων των αντιπροσώπων που δεν είναι διορισμένοι από τα κόμματα κλπ), αυτές οι προτεινόμενες δομές απέχουν ουσιαστικά από το να αποτελούν θεσμούς πραγματικής άσκησης της εξουσίας. Ο ρόλος τους είναι κυρίως συμβουλευτικός προς το κοινοβούλιο, ενώ δεν προβλέπεται κανένας τέτοιος θεσμός σε πανεθνικό επίπεδο. Αντανακλάται και εδώ η λογική μεταρρύθμισης του καπιταλισμού και της συνεργασίας των τάξεων, μέσα από τη διατήρηση της αστικής εξουσίας που δίπλα της θα εμφανιστούν «διακοσμητικά» συμβούλια με μερικώς εργατική και λαϊκή σύνθεση.

Η σημαντικότερη αδυναμία αυτών των θεσμών έγκειται στο γεγονός ότι με τη διατήρηση της οικονομικής εξουσίας στα χέρια των καπιταλιστών, αυτοί είναι καταδικασμένοι να έχουν πήλινα πόδια. Οι καπιταλιστές θα μπορούν με κάθε δυνατό τρόπο (άρνηση εφαρμογής μέτρων, ενεργητικό σαμποτάζ, εξαγορά αντιπροσώπων κλπ) να υποσκάψουν ακόμα και τις περιορισμένες αρμοδιότητες αυτών των θεσμών. Και βέβαια, η περιορισμένη έκταση αυτών των θεσμών σε λίγους μόνο κοινωνικούς τομείς και ιδιαίτερα, η πλήρης διατήρηση της αστικής εξουσίας στους θεσμούς των ενόπλων σωμάτων, περικόπτει ακόμα περισσότερο την όποια «παρέμβαση» των λαϊκών στρωμάτων στην άσκηση της εξουσίας.

Ανάγκη για ένα πρόγραμμα σοσιαλιστικού μετασχηματισμού

Η πρόσφατη εμπειρία έδειξε ότι πολιτικοί σχηματισμοί που δημιουργήθηκαν στα αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ μετά την προδοσία του 2015 (Λαϊκή Ενότητα, Πλεύση Ελευθερίας), μπορούν πολύ γρήγορα να οδηγηθούν στην αφάνεια αν οι ηγεσίες τους αποτύχουν να συνδεθούν με τους πόθους και τις αναζητήσεις των εργαζόμενων και των νέων – και ιδιαίτερα σε πρώτη φάση, των πιο ριζοσπαστικών και πρωτοπόρων τμημάτων τους. Αυτό πρέπει να αποτελέσει ένα διαρκές παράδειγμα προς αποφυγή για την ηγεσία του ΜέΡΑ25.

Το πολιτικό πρόγραμμα πάνω στο οποίο θα επιδιώξει να θεμελιωθεί αυτός ο νέος πολιτικός σχηματισμός, θα έχει καθοριστική σημασία για το μέλλον του. Καταδείξαμε τις συνέπειες της προβληματικής αφετηριακής βάσης του σημερινού προγράμματος του ΜέΡΑ25. Χωρίς τα μέτρα σοσιαλιστικού χαρακτήρα που αναφέρθηκαν παραπάνω, ένα αριστερό πολιτικό πρόγραμμα θα είναι αναγκασμένο να κινείται ανάμεσα σε ουτοπικές συνταγές ρύθμισης και μεταρρύθμισης του καπιταλισμού και σε «πιο ρεαλιστικές θέσεις» που όμως κατά συνέπεια θα είναι ελλιπείς και δεν θα συνδέονται με τις άμεσες ανάγκες και διεκδικήσεις της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας που πλήττεται από τη μνημονιακή λιτότητα. Η επερχόμενη νέα καπιταλιστική κρίση μπορεί μόνο να κάνει ακόμα πιο επιτακτικό το δίλημμα «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα».

Πάτροκλος Ψάλτης