Τον τελευταίο μήνα, κυριάρχησε στην επικαιρότητα η διαβόητη συμφωνία πώλησης βλημάτων και βομβών της Ελλάδας στη Σ. Αραβία. Νέα Δημοκρατία, ΔΗΣΥ και Ποτάμι επιτίθενται στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, κατηγορώντας την για τον «ύποπτο» ρόλο σε αυτή τη συμφωνία, ενός Έλληνα εμπόρου όπλων, του Βασίλη Παπαδόπουλου. Από την άλλη πλευρά, η κυβέρνηση στη συνεδρίαση της Βουλής, στις 27/11/2017, προσπάθησε να «θολώσει τα νερά», αποφεύγοντας να δώσει ξεκάθαρες απαντήσεις για τα πεπραγμένα της και ακολουθώντας την εύκολη οδό της εκτόξευσης κατηγοριών προς τη ΝΔ και τη ΔΗΣΥ για τις δικές τους ανάλογες (φυσικά υπαρκτές) βρωμιές.

Μπροστά στον κίνδυνο διασυρμού της κυβέρνησης, ο Ν. Φίλης και στη συνέχεια άλλα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ «θυμήθηκαν» υποκριτικά τη σφαγή της Υεμένης και πρότειναν την ακύρωση της συμφωνίας, καλυπτόμενοι και πίσω από το πρόσφατο ψήφισμα του Ευρωκοινοβουλίου (30/11/2017) για εμπάργκο πώλησης όπλων στη Σ. Αραβία. Πράγματι, το πραγματικό έγκλημα δεν είναι η ύπαρξη και ο ρόλος του ενός ή του άλλου μεσάζοντα στη συμφωνία ή το αν η τελευταία κατέληξε σε «φιάσκο», αλλά αυτή καθ’ αυτή η προσπάθεια πώλησης πολεμικού υλικού στο αντιδραστικό Βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας, ενώ ήταν γνωστό ότι από το 2015 βομβαρδίζει αλύπητα την Υεμένη με χιλιάδες θύματα και τραυματίες.

Όμως η πραγματική στάση της κυβέρνησης είχε διατυπωθεί από τον Π. Καμμένο, που στο κλείσιμό του στη συνεδρίαση της Βουλής (27/11) είχε δηλώσει ότι «δε θα πουλήσουμε όπλα σε τρομοκράτες και σε όσους σκοτώνουν παιδιά, αλλά σε χώρες που βρίσκονται στον ίδιο άξονα με την Ελλάδα, όπως η Σ. Αραβία». Ας δούμε μερικά στοιχεία για τον πολυπόθητο αυτόν «πελάτη» και για το κατά πόσο είναι άμεμπτη μια προσπάθεια πώλησης πολεμικού εξοπλισμού σε αυτόν.

Τι εκφράζει το Σαουδαραβικό καθεστώς;

Από τις αρχές του 20ου αιώνα, το σάπιο καθεστώς των Σαούντ βρίσκεται υπό την προστασία του δυτικού ιμπεριαλισμού, καθώς η χώρα είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας πετρελαίου στον πλανήτη και η γεωγραφική της θέση έχει στρατηγική σημασία στον έλεγχο των εμπορικών περασμάτων του Περσικού Κόλπου και της Ερυθράς Θάλασσας. Από την πλευρά του, το σαουδαραβικό καθεστώς εφάρμοζε δουλοπρεπώς κάθε οδηγία του δυτικού ιμπεριαλισμού, που εξυπηρετούσε τα συμφέροντα του στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Κατά την περίοδο της αραβικής αποικιακής επανάστασης των δεκαετιών του ΄50 και του ΄60, το σαουδαραβικό καθεστώς έπαιξε έναν απόλυτα αντιδραστικό ρόλο, εμποδίζοντας την άνοδο αριστερών κυβερνήσεων στην Αίγυπτο, στη Συρία, στο Ιράκ, στην Υεμένη και γενικότερα σε όλη την περιοχή. Τις δεκαετίες του ΄70 και του ΄80, οι Σαούντ χρηματοδοτούσαν τους μουτζαχεντίν στο Αφγανιστάν, από τους οποίους ξεπήδησε το ισλαμικό φονταμενταλιστικό κίνημα των Ταλιμπάν. Ο κατάλογος των αντιδραστικών πεπραγμένων του καθεστώτος των Σαούντ είναι μεγάλος. Τα πιο πρόσφατα από τα πεπραγμένα αυτά είναι η υποστήριξη των τζιχαντιστών του ISIS στη Συρία και ο βομβαρδισμός της Υεμένης.

Στο εσωτερικό της χώρας επικρατεί ο νόμος της Σαρίας και ο σκοταδισμός. Ποινές όπως αποκεφαλισμοί, ακρωτηριασμοί, ακόμα και σταύρωση ανήλικων παιδιών είναι κάτι το συνηθισμένο. Τα δικαιώματα των γυναικών είναι ανύπαρκτα, ενώ η βιαιοπραγία και η σεξουαλική κακοποίηση ουσιαστικά δεν τιμωρούνται. Η εκμετάλλευση των μεταναστών, που αποτελούν το 60% της εργατικής δύναμης της χώρας και το 90% των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα, είναι τεράστια, καθώς ένα μεγάλο ποσοστό από τους ήδη χαμηλούς μισθούς τους καταλήγει στις παρασιτικές εταιρίες που τους έχουν χορηγήσει τη βίζα τους. Εν τω μεταξύ, κάθε μορφή αντίστασης και απεργιακό κίνημα καταπνίγεται και οι αγωνιστές, που παλεύουν ενάντια στο καθεστώς, τιμωρούνται με μαστίγωμα και μέχρι και με θάνατο.

Ωστόσο, το καθεστώς των Σαούντ είναι αρκετά αδύναμο. Η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση δεν αφήνει καμία χώρα ανεπηρέαστη. Η πτώση της τιμής του πετρελαίου, σε συνδυασμό με την τεράστια αφαίμαξη του πλούτου της χώρας από την παρασιτική βασιλική κάστα, έχει εκτινάξει το έλλειμμα τις χώρας στα ύψη (98 δισ. δολάρια το 2016). Το επίσημο ποσοστό ανεργίας βρίσκεται στο 12% και στους νέους στο 30%, ενώ υπολογίζεται ότι θα χρειαστούν 6,5 εκατομμύρια νέες θέσεις εργασίες, για να εξασφαλιστεί η κοινωνική σταθερότητα. Στο διεθνές επίπεδο, οι ισορροπίες στην περιοχή έχουν διασαλευτεί μετά τις αποτυχημένες παρεμβάσεις των ΗΠΑ, με το Ιράν να αναδεικνύεται σε τοπική ιμπεριαλιστική δύναμη και τη σφαίρα επιρροής της Σ. Αραβίας να περιορίζεται.

Από το 2015, ο πρίγκιπας Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν ακολουθεί μια πολύ ριψοκίνδυνη πολιτική τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Από τη μία πλευρά, ο πρίγκιπας Σαλμάν παρουσίασε ένα υπερβολικά φιλόδοξο πρόγραμμα, το οποίο αποσκοπεί στην πλήρη απεξάρτηση της οικονομίας της χώρας από τη βιομηχανία του πετρελαίου μέχρι το 2030, στην οποία βασίζεται σήμερα το 80% του προϋπολογισμού. Ακόμα και αστοί αναλυτές έχουν μεγάλες επιφυλάξεις για την επιτυχία του πλάνου αυτού, το οποίο περιλαμβάνει πολιτικές λιτότητας και ιδιωτικοποίηση μέρους της κρατικής εταιρίας πετρελαίου ARAMCO. Από την άλλη, βλέποντας τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό να κρατά μια πιο διαλλακτική στάση απέναντι στο Ιράν και με τις δυνατότητες των αμερικανών για άμεση επέμβαση στις εξελίξεις στην περιοχή να έχουν εξασθενίσει, η Σ. Αραβία ακολουθεί, είτε ανοιχτά είτε υπόγεια, μια απελπισμένη και παράτολμη εξωτερική πολιτική, η οποία κλυδωνίζει τις συμμαχίες της, που βασίζονται κυρίως στο βρώμικο χρήμα των Σαούντ.

Η επέμβαση στην Υεμένη

Η στρατιωτική επέμβαση στην Υεμένη αποτελεί το πιο πρόσφατο παράδειγμα αυτής της πολιτικής, με τη Σ. Αραβία να έχει σύρει στον «αιματηρό χορό» τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Μπαχρέιν, το Κατάρ, την Ιορδανία, το Μαρόκο, το Σουδάν και την Αίγυπτο. Οι ΗΠΑ έχουν περιοριστεί στον εναέριο ανεφοδιασμό των πολεμικών αεροσκαφών και στην παροχή πληροφοριών, ενώ παράλληλα συμμετέχουν ενεργά στο θαλάσσιο αποκλεισμό της Υεμένης. Τι οδήγησε, όμως, το σαουδαραβικό καθεστώς να ξεκινήσει αυτή τη σφαγή;

Για χρόνια, η Σ. Αραβία υποστήριζε το λαομίσητο πρώην δικτάτορα της Υεμένης, Αλί Αμπντουλάχ Σάλεχ, που ανατράπηκε κατά τη διάρκεια της Αραβικής Επανάστασης. Τότε, οι Σαουδάραβες, μαζί με τους υπόλοιπους δικτάτορες των κρατών του κόλπου, ελίχθηκαν για να εγκαταστήσουν στην προεδρία τον Μανσούραλ-Χαντί, ο οποίος ήταν αντιπρόεδρος για 17 χρόνια πριν από την επανάσταση. Ο Χαντί συνέχισε να εφαρμόζει σκληρά μέτρα λιτότητας και να ακολουθεί τις πολιτικές του ΔΝΤ, σε μία χώρα που το 60% του πληθυσμού ζει σε συνθήκες τρομερής φτώχειας. Η υποστήριξη του Χαντί γρήγορα εξανεμίστηκε, καθώς οι μάζες αντιλήφθηκαν ότι η διαφθορά, η οικογενειοκρατία και ο φυλετισμός παρέμειναν στη θέση τους, ενώ η φτώχεια και η μιζέρια μεγάλωναν.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, το φυλετικό κίνημα των Χούτι κατάφερε να δυναμώσει και να ελέγξει μεγάλα τμήματα του Βορρά. Τα συνθήματά τους ενάντια στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, ενάντια στη διαφθορά, τη φτώχεια και τη λιτότητα είχαν απήχηση στην πλειοψηφία της φτωχής νεολαίας, κυρίως στο Βορρά. Από τη στιγμή που οι Χούτι κατέλαβαν την εξουσία, ο «νόμιμος πρόεδρος» Χαντί δεν είχε καμία απολύτως βάση υποστήριξης και παραμερίστηκε εύκολα, χωρίς σχεδόν καθόλου αντιστάσεις.

Σ’ αυτό το σημείο, το καθεστώς των Σαούντ αποφάσισε να επέμβει ενεργά, ξεκινώντας αεροπορικές επιδρομές σε χωριά και πόλεις, που ελέγχονταν από τους Χούτι, με αποτέλεσμα τον θάνατο χιλιάδων αμάχων και παιδιών. Το πρόσχημα για την επέμβαση ήταν η «προστασία του λαού από τους Χούτι» και τους υποτιθέμενους συμμάχους τους, το Ιράν και τη Χεζμπολάχ. Στόχοι των βομβαρδισμών είναι οι υποδομές της χώρας, συμπεριλαμβανομένων νοσοκομείων, ακόμα και σχολείων. Αποτελέσματα αυτής της «σωτήριας» παρέμβασης και του εμπορικού αποκλεισμού της χώρας είναι η ύπαρξη 18 εκατομμυρίων ανθρώπων που χρειάζονται ανθρωπιστική βοήθεια, ο υποσιτισμός χιλιάδων παιδιών και το ξέσπασμα επιδημίας χολέρας στη χώρα.

Προκλητικός κυνισμός

Κάποιος κυνικός σχολιαστής θα μπορούσε να πει ότι υπάρχει μεγάλη ζήτηση όπλων και πυρομαχικών στην περιοχή, αφού υπάρχει μεγάλη κατανάλωση. Αυτή την στιγμή, η Σ. Αραβία είναι η δεύτερη χώρα παγκοσμίως σε στρατιωτικούς εξοπλισμούς και αποτελεί πόλο έλξης για τις εταιρίες πώλησης και κατασκευής όπλων. Τόσο ο Τραμπ όσο και η Μέρκελ έχουν κλείσει συμφωνίες προμήθειας πολεμικού υλικού δισεκατομμυρίων δολαρίων. Γιατί λοιπόν να μην πουλήσει και η Ελλάδα περισσευούμενα πυρομαχικά για 66 εκατομμύρια ευρώ, αφού σύμφωνα με τον εκπρόσωπο της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ, Κ. Ζαχαριάδη, η ακύρωση της πώλησης αυτής δεν θα άλλαζε την κατάσταση στην Υεμένη; Το σίγουρο είναι ότι μια τέτοια συμφωνία πώλησης είναι επιθυμητή από τους Έλληνες αστούς και αυτό επιβεβαιώνεται από την απόφαση της επιτροπής εξοπλιστικών προγραμμάτων της Βουλής, όπου όλα τα κόμματα, εκτός του ΚΚΕ, ψήφισαν υπέρ της πώλησης.

Οι αδέξιοι ρεφορμιστές τα έκαναν «θάλασσα», αλλά η αστική τάξη προς το παρόν είναι ελαστική μαζί τους, καθώς, αν και με μεγάλο κόστος, τα έχουν πάει αρκετά καλά με την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Αυτό το επιβεβαιώνει στο άρθρο του ο Α. Παπαχελάς με τίτλο «Οδυνηρή αλλά χρήσιμη εμπειρία» (26/11/2017), στο οποίο σε ό,τι αφορά την εξωτερική πολιτική γράφει: «Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, τα τοτέμ της μεταπολίτευσης θάφτηκαν για τα καλά. Οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις, σύμφωνα με επίσημα χείλη, βρίσκονται στο καλύτερο σημείο από τον Πόλεμο και η στρατηγική συνεργασία με το Ισραήλ έμεινε ανέπαφη, αν δεν απέκτησε και περισσότερο βάθος». Μπορεί, λοιπόν, η συμφωνία πώλησης όπλων με την Σ. Αραβία να ακυρώθηκε με το πρόσχημα του ψηφίσματος για εμπάργκο πώλησης όπλων στην Σ. Αραβία, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δεν μπορεί να υπάρξει νέα συμφωνία, με ή χωρίς «εκπρόσωπο», κάποια άλλη χώρα σύμμαχο της.

Ιωσήφ Σπάρταλης

Κοινοποιήστε