παραίτηση Ρέντσι

O Ρέντσι παραιτήθηκε – Η Ιταλική κρίση ξεδιπλώνεται

Το αποτέλεσμα του ιταλικού δημοψηφίσματος και η ξαφνική αναγγελία παραίτησης του πρωθυπουργού Ρέντσι αποτελούν ένα νέο σοκ για την Ευρώπη. Η νίκη του Όχι ήταν αναμενόμενη, όμως η έκταση της ήττας του Ρέντσι, με σχεδόν 60% υποστήριξη στο Όχι, ήταν πολύ πέρα από τις προβλέψεις όλων των «exit poll».

Η εκστρατεία για το δημοψήφισμα δημιούργησε μία πρωτοφανή πόλωση στη χώρα και το επίπεδο της συμμετοχής (σχεδόν 70 %) έδειξε ξεκάθαρα πως ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού άδραξε την ευκαιρία για να εκφράσει τη δυσαρέσκεια του για την κυβέρνηση ψηφίζοντας Όχι.

Ο Ρέντσι είναι προσωπικά υπεύθυνος γι’ αυτή την κατάσταση καθώς συνέδεσε τη θέση του ως πρωθυπουργός της χώρας, με το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Αρχικά πίστεψε ότι αυτό το τζογάρισμα θα έπιανε τόπο, αλλά υποτίμησε το επίπεδο της συσσωρευμένης δυσαρέσκειας και οργής ανάμεσα στις ιταλικές μάζες.

Ο Ρέντσι είναι μια ακόμα προσωπικότητα (και δεν θα είναι η τελευταία) που προστίθεται στα επίφανη θύματα όπως ο Ντέιβιντ Κάμερον και η Χίλαρι Κλίντον, αυτού που ο Βόλφγκανγκ Μινχάου περιέγραψε στους Financial Times ως «μια στιγμή Μαρίας Αντουανέτας για τις ελίτ», εννοώντας ότι η αστική τάξη χάνει την επαφή της με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώνεται ανάμεσα στις μάζες.

Οι περισσότεροι αστοί αναλυτές ήταν νωρίτερα περιχαρείς με την ήττα του ακροδεξιού Νόρμπερτ Χόφερ στις Αυστριακές προεδρικές εκλογές. Κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το σοκ από τα αποτελέσματα του Brexit και η εκλογή του Τραμπ δίδαξε στους λαούς της Ευρώπης ένα μάθημα: «καλύτερα με το διάβολο που γνωρίζεις». Θεώρησαν ότι το αποτέλεσμα των Αυστριακών εκλογών αποτελεί ένα πιθανό σημείο καμπής μετά το οποίο θα έχουμε μία υποχώρηση από την διαρκώς αυξανόμενη αστάθεια. Αυτές οι ελπίδες γκρεμίστηκαν μέσα σε λίγες ώρες από τον πολιτικό σεισμό στην Ιταλία.

Οι ίδιοι σχολιαστές έσπευσαν στη συνέχεια να καθησυχάσουν τους νευρικούς επενδυτές και τους καπιταλιστές διεθνώς, υποστηρίζοντας πως το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος και η αποχώρηση του Ρέντσι δεν υποδηλώνουν το ξέσπασμα μίας άμεσης σοβαρής κρίσης στην Ιταλία και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Εξάλλου, το δημοψήφισμα ήταν μόνο για μια συνταγματική μεταρρύθμιση όπως είπαν, και η παραίτηση του Ρέντσι δεν σημαίνει αυτομάτως πρόωρες εκλογές. Ορισμένοι μάλιστα βρήκαν το θάρρος να δηλώσουν ότι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος είναι στην πραγματικότητα μια ψήφος υπέρ της σταθερότητας, μια «συντηρητική» αντιπολίτευση ενάντια στην αλλαγή του Συντάγματος.

Το γεγονός ότι οι νέοι (18 έως 34 ετών) ψήφισαν Όχι σε ποσοστό πάνω από 80% υποδηλώνει ότι χρειάζεται περισσότερη προσοχή σε τέτοιες εκτιμήσεις. Όσο αφορά το άμεσο μέλλον, αυτοί οι αναλυτές μπορεί να έχουν δίκιο. Ωστόσο, αυτή η εξάσκηση στις αυτό-διαβεβαιώσεις δεν λαμβάνει υπόψη τα βαθύτερα αίτια γι’ αυτήν την αναταραχή στην ιταλική πολιτική κατάσταση και το πώς η κρίση στη χώρα μπορεί να κλιμακωθεί τους επόμενους μήνες.

Σύμφωνα με το Ιταλικό πολιτικό σύστημα, η παραίτηση του Ρέντσι δεν θα προκαλέσει άμεσα πρόωρες εκλογές. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Ματαρέλα, θα προσπαθήσει να συγκροτήσει μία νέα κυβέρνηση ικανή να κερδίσει την πλειοψηφία στα ιταλικά κοινοβούλια (Βουλή και Γερουσία). Είναι απίθανο βέβαια να μπορέσει να δημιουργηθεί μία σταθερή πλειοψηφία χωρίς την υποστήριξη του Δημοκρατικού Κόμματος του Ρέντσι, ωστόσο θα μπορούσαμε να έχουμε μία συμφωνία για την δημιουργία μιας κυβέρνησης «τεχνοκρατών» η οποία θα προετοίμαζε το έδαφος για τις εκλογές.

Η ειδική κρίση του Ιταλικού καπιταλισμού

Μετά την Ελλάδα, η Ιταλία είναι η χώρα με τις χειρότερες επιδόσεις στην Ευρώπη από το ξέσπασμα της κρίσης του 2008. Μετά από 8 χρόνια ύφεση, στασιμότητα, και μικρές περιόδους ασθενικής ανάκαμψης, το ιταλικό ΑΕΠ βρίσκεται στα επίπεδα του 1999.

Οι ρίζες της κρίσης βρίσκονται στην χαμηλή ανταγωνιστικότητα της Ιταλίας σε σχέση με άλλες ισχυρότερες καπιταλιστικές χώρες στην Ευρώπη, ιδιαίτερα τη Γερμανία. Στο παρελθόν, ο Ιταλικός καπιταλισμός είχε τη δυνατότητα να ενισχύσει προσωρινά την ανταγωνιστικότητα του υποτιμώντας το νόμισμα, όμως αυτό το σενάριο έχει γίνει αδύνατο από τότε που η Ιταλία εντάχθηκε στη ζώνη του ευρώ. Η μόνη εναλλακτική για τους ιταλούς καπιταλιστές ήταν να επιτεθούν στις εργασιακές συνθήκες, τα δικαιώματα και τους μισθούς της ιταλικής εργατικής τάξης, κάτι το οποίο έκαναν με ζήλο, όμως με πιο αργούς ρυθμούς και πιο καθυστερημένα από αυτό που είχε ανάγκη ο άρρωστος ιταλικός καπιταλισμός.

Η χαμηλή ανταγωνιστικότητα εξηγεί γιατί, όταν η Ιταλία χτυπήθηκε από την κρίση του 2008-9, η βιομηχανική δραστηριότητα συρρικνώθηκε κατά 26%. Το κόστος της κρίσης για την εργατική τάξη ήταν εξαιρετικά βαρύ, με την επίσημη ανεργία να ανέρχεται στο 11,5 %, και την ανεργία ανάμεσα στους νέους να πλησιάζει τα επίπεδα της Ισπανίας και της Ελλάδας, κοντά στο 39%. Τα στοιχεία αυτά είναι πολύ χειρότερα στη Νότια Ιταλία, η οποία αποτελεί μία κοινωνική ωρολογιακή βόμβα έτοιμη να εκραγεί.

Επιπρόσθετα, δεκαετίες πολιτικών λιτότητας και περικοπών στις κοινωνικές δαπάνες έχουν αποτύχει να θέσουν το δημόσιο χρέος υπό έλεγχο. Το 2015 το δημόσιο χρέος έφτασε στο ιστορικό υψηλό του 132,7% του ΑΕΠ (ήταν περίπου 100% το 2007).

Τραπεζική κρίση

Μετά το σοκ του Brexit, τα αποθέματα των ιταλικών τραπεζών επηρεάστηκαν σοβαρά από τη διεθνή επενδυτική νευρικότητα. Αυτό δεν ήταν τυχαίο.

Το ιταλικό τραπεζικό σύστημα είναι σε βαθιά κρίση και κινδυνεύει να βυθιστεί κάτω από ένα βουνό μη εξυπηρετούμενων δανείων, καθώς η κρίση χτυπά σκληρά τις εργατικές οικογένειες, τα μικροαστικά στρώματα και τις μικρές επιχειρήσεις. Το επίπεδο των «τοξικών» χρεών αυξήθηκε από 42 σε 170 δισεκατομμύρια ευρώ ανάμεσα στο 2008 και το 2014. Ωστόσο, τα τελευταία δύο χρόνια μόνο, το ποσό αυτό υπερδιπλασιάστηκε φτάνοντας τα 370 δισεκατομμύρια ευρώ.

Αρκετές μεγάλης σημασίας τράπεζες βρίσκονται στα πρόθυρα της χρεοκοπίας ή γρήγορα φθάνουν στο σημείο αυτό, και ανάμεσά τους βρίσκονται κολοσσοί όπως η Unicredit και η Banca Intesa. Συνεπώς δεν θα πρέπει να αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι σήμερα οι μετοχές των ιταλικών τραπεζών έκαναν βουτιά 4 ποσοστιαίων μονάδων στα χρηματιστήρια.

Η παρούσα πολιτική και θεσμική αστάθεια θα έχει σοβαρές συνέπειες στην πραγματική οικονομία. Αλλά ακόμη και βραχυπρόθεσμα, θα μπορούσε να αποτελέσει το σημείο καμπής για μια ακόμη πιο σοβαρή κρίση του τραπεζικού συστήματος.

Η παραίτηση του Ρέντσι και οι πολιτικές της συνέπειες

Το κλειδί αυτής της κρίσης μπορεί να βρεθεί στην πολιτική τύφλωση του ίδιου του Ρέντσι, ο οποίος φέρεται να είπε σε στενούς του συνεργάτες ότι είναι συγκλονισμένος από το επίπεδο της δυσαρέσκειας εναντίον του, που αποκάλυψε το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος.

Οι 1.000 ημέρες που διετέλεσε πρωθυπουργός χαρακτηρίστηκαν από επιθέσεις στο βιοτικό επίπεδο της εργατικής τάξης, αντι-μεταρρυθμίσεις στα εργασιακά, καθώς και στο εκπαιδευτικό σύστημα.

Ο Ρέντσι πραγματοποίησε την ομιλία του μία ώρα αφού έκλεισαν οι κάλπες και τα πρώτα επίσημα αποτελέσματα άρχισαν να κάνουν την εμφάνιση τους. Ήταν μια επιθετική ομιλία, στην οποία αναλάμβανε την ευθύνη για την ήττα, όμως την ίδια στιγμή ήταν και μια προεκλογική ομιλία. Ποντάρει προφανώς στο ότι είναι σχεδόν απίθανο να σχηματιστεί κυβέρνηση χωρίς τη συμμετοχή ή τουλάχιστον την στήριξη του PD (Δημοκρατικό Κόμμα).

Είναι πιθανό ο Ρέντσι να μπορέσει να διατηρήσει την ηγεσία του κόμματός του, παρά την εσωτερική αντιπολίτευση από πολλά υψηλόβαθμα στελέχη, με κύριο τον πρώην πρωθυπουργό Μασσίμο Ντ’ Αλέμα.

Η αυξανόμενη υποστήριξη για το Κίνημα Πέντε Αστέρων του Μπέπε Γκρίλο, που πρόσφατα κέρδισε τις δημοτικές εκλογές στις μεγάλης σημασίας πόλεις της Ρώμης και του Τορίνο, θα μπορούσε κάλλιστα να το οδηγήσει στην πρώτη θέση σε περίπτωση που προκηρυχθούν πρόωρες εκλογές. Αυτό το γεγονός προσθέτει μεγαλύτερη αβεβαιότητα στην κατάσταση.

Η κρίση του Ιταλικού καπιταλισμού κινυδνεύει να βγει εκτός ελέγχου για την ιταλική άρχουσα τάξη.

Το αποτέλεσμα του Συνταγματικού δημοψηφίσματος είναι ένα ακόμα σημάδι ότι η κρίση του καπιταλισμού και οι πολιτικές λιτότητας των κυβερνήσεων σε ολόκληρη την Ευρώπη, έχουν διαβρώσει την εμπιστοσύνη της μάζας του πληθυσμού στο κατεστημένο και έχουν υπονομεύσει την πολιτική σταθερότητα σε κάθε χώρα.

Καμιά χώρα δεν πρόκειται να εκδηλώσει ανοσία σε αυτή τη διαδικασία. Η Ελλάδα, η Ισπανία η Πορτογαλία, η Βρετανία, αλλά και χώρες του πυρήνα της ΕΕ, όπως η Ιταλία, η Αυστρία, η Γαλλία και η Γερμανία – όλες έχουν επηρεαστεί. Η οικονομική κρίση μετατρέπεται σε μία συστημική κρίση που εκδηλώνεται ως μια ευρεία και βαθιά απόρριψη του συστήματος, μια κρίση του καθεστώτος. Αυτή η κατάσταση κυοφορεί μέσα της επαναστατικές εξελίξεις.

Φραντσέσκο Μέρλι

Από την ιστοσελίδα www.marxist.com

Μετάφραση: Ηλίας Κυρούσης
Επιμέλεια: Πάτροκλος Ψάλτης

Κοινοποιήστε