Νέος νόμος προστασίας κύριας κατοικίας, πλειστηριασμοί

Στα τέλη Μαρτίου, ψηφίστηκε η «τροπολογία» του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης, με τίτλο «Πρόγραμμα επιδότησης και αποπληρωμής στεγαστικών και επιχειρηματικών δανείων με υποθήκη σε κύρια κατοικία», η οποία αποτελεί το νέο νομικό πλαίσιο σε αντικατάσταση του «Νόμου Κατσέλη» και επικοινωνιακά έγινε γνωστή ως «τροπολογία για την Προστασία της κύριας κατοικίας». Το συγκεκριμένο νομοθέτημα, σε καμία περίπτωση, δεν αποτελεί πραγματικό πλαίσιο προστασίας της κύριας κατοικίας των υπερχρεωμένων οφειλετών. Είναι ένα επικοινωνιακό προεκλογικό πυροτέχνημα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, που προσπαθεί να διασκεδάσει τις εντυπώσεις από την κατάργηση του Νόμου Κατσέλη και να εφησυχάσει την αγωνία χιλιάδων υπερχρεωμένων οφειλετών, ενόψει των επικείμενων εκλογικών αναμετρήσεων. Με άλλα λόγια, κοροϊδεύουν τους υπερχρεωμένους δανειολήπτες που αγωνιούν.

Στην ουσία του, ο νέος νόμος όχι απλά είναι εξαιρετικά δυσμενέστερος για τους δανειολήπτες από τον νόμο Κατσέλη σε όλα τα βασικά του στοιχεία, με αυστηρότερα κριτήρια για ένταξη και παραμονή στο πλαίσιο του νόμου και συνεπώς πολύ ευνοϊκότερος για τις τράπεζες, αλλά έχει πολύ περιορισμένο πεδίο εφαρμογής και χρονικό ορίζοντα και συνεπώς αφορά στην πραγματικότητα ελάχιστους δανειολήπτες, που θα καταφέρουν να υπαχθούν στη δαιδαλώδη διαδικασία που προβλέπει και να φτάσουν στην ακριβή αυτή ρύθμιση των οφειλών τους.

Μέσω του νέου θεσμικού πλαισίου, στην πραγματικότητα και επί της ουσίας, τίθεται ως κανόνας η μη προστασία της κύριας κατοικίας και εισάγεται ως εξαιρετικό δίκαιο και για περιορισμένο μόνον χρονικό διάστημα μία, υπό ιδιαίτερα αυστηρές και περιορισμένες από όλες τις απόψεις προϋποθέσεις, περίπλοκη ηλεκτρονική διαδικασία υποβολής αίτησης για προστασία για λίγους, η επιτυχής έκβαση της οποίας εξαρτάται από τους πιστωτές και μόνον, χωρίς κατά κανόνα τα εχέγγυα δικαστικής προστασίας. Το πρότυπο της νέας διαδικασίας είναι η ηλεκτρονική πλατφόρμα του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών για επιχειρήσεις, που έχει αποτύχει σε όλα τα επίπεδα και έχει οδηγήσει σε απειροελάχιστες επιτυχημένες ρυθμίσεις.

Ρητά δε διατυπώνεται στην αιτιολογική έκθεση του νέου νομοθετήματος το, ασύμβατο με την κοινωνική πραγματικότητα στη χώρα, συμπέρασμα ότι: «Η χρονικά περιορισμένη ισχύς της εν λόγω διάταξης δικαιολογείται από το γεγονός ότι αντανακλά μία οικονομική συγκυρία, η οποία έχει ήδη αρχίσει να μεταβάλλεται. Επομένως, επιβάλλεται επανεξέταση του πλαισίου προστασίας της κύριας κατοικίας, με βάση τις σημερινές οικονομικές συνθήκες», υπονοώντας σαφώς το παντελώς αδιανόητο, ότι η σημερινή οικονομική συγκυρία είναι ευνοϊκή (!) και δεν απαιτείται γενικευμένη και πέραν του έτους 2019 προστασία της κύριας κατοικίας (!).

Καταργείται λοιπόν προκλητικά η προστασία της κύριας κατοικίας εν γένει από 01/01/2020 και κατ’ εξαίρεση, μόνον εντός του έτους 2019, και για μικρή μόνον κατηγορία οφειλετών προβλέπεται μια πολυδαίδαλη ηλεκτρονική διαδικασία υποβολής αίτησης για ρύθμιση των οφειλών και προστασία της κατοικίας με αμφίβολα αποτελέσματα, μετά την αποτυχημένη ολοκλήρωση της οποίας ο ενδιαφερόμενος θα μπορεί να προσφύγει εντός του εξαιρετικά περιορισμένου χρονικά διαστήματος των 15 ημερών στη Δικαιοσύνη, για να κρίνει αν κακώς δεν εντάχθηκε στο συγκεκριμένο ηλεκτρονικό πλαίσιο και εν τέλει, δεκτής γενόμενης της δικαστικής αίτησης, να ενταχθεί στο πλαίσιο αυτό.

Κάθε άλλη δικαστική προστασία δε εκτός του πλαισίου αυτού, το οποίο ούτως ή άλλως αφορά λίγους, καταργείται με μια αντισυνταγματική εκτός από αντιδραστική παρεμπόδιση της πρόσβασης στη δικαστική προστασία πολιτών που χρήζουν προστασίας, λόγω της μεταβολής στις συνθήκες της ζωής τους.

Από την άλλη, βέβαια, κανένα δικαίωμα των πιστωτών πρόσβασης στη Δικαιοσύνη δεν καταργείται, αντιθέτως τους δίνεται η δυνατότητα, σε περίπτωση που κάποιο από τα δηλωθέντα από τον οφειλέτη στοιχεία δεν είναι ακριβή ή είναι ελλιπή ή ψευδή, έστω και εκ παραδρομής, να παρακάμψουν κατά μονομερή βούληση τη δικαστική οδό και να ακυρώσουν αυτοδικαίως την επιτευχθείσα ρύθμιση.

Προκύπτει, ως εκ τούτου, χωρίς αμφιβολία, ότι ο συγκεκριμένος νόμος αποσκοπεί στην προστασία, για ακόμη μία φορά, των τραπεζών, και μάλιστα με συνεισφορά του Ελληνικού Δημοσίου. Συγκεκριμένα, το ποσό της ρύθμισης που επιβάλλεται τελικώς στον οφειλέτη δεν συνδέεται σε καμία περίπτωση με το ύψος των οικονομικών του δυνατοτήτων. Ούτε υπάρχει ειδικότερη πρόβλεψη, προκειμένου να διασφαλιστεί η αξιοπρεπής διαβίωση του οφειλέτη και της οικογένειάς του. Επιπλέον, δεν υπάρχει σαφής τρόπος υπολογισμού τόσο της εμπορικής αξίας της κύριας κατοικίας του οφειλέτη, όσο και των λοιπών περιουσιακών του στοιχείων. Περαιτέρω, ο τρόπος υπολογισμού της οφειλής αποκλείει τους περισσότερους δανειολήπτες από την εν γένει προστασία, καθώς συνυπολογίζονται στην απαίτηση όχι μόνο το ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο αλλά και κεφαλαιοποιημένοι τόκοι και τυχόν έξοδα εκτέλεσης, ενώ δε γίνεται καμία αναφορά σχετικά με την τύχη του εγγυητή, όπως υπήρχε στο προγενέστερο νομοθετικό πλαίσιο.

Ακόμα, πρέπει να επισημανθεί ότι η κατάθεση αίτησης στην ηλεκτρονική πλατφόρμα και η απόρριψη αυτής δημιουργεί σημαντικό πρόβλημα στον μη επιλεχθέντα αιτούντα, καθώς, σε περίπτωση που έχει ήδη κατασχεθεί το ακίνητό του και έχει ορισθεί ημερομηνία πλειστηριασμού, ο μοναδικός τρόπος να αναστείλει ο οφειλέτης τον πλειστηριασμό, όπως ρητώς αναφέρεται στις νέες διατάξεις, είναι η προσφυγή του στην αίτηση αναστολής κατ’ άρθρο 1000 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, εξαιρουμένων των λοιπών προβλεπόμενων διατάξεων περί δικαστικής προστασίας σε ανάλογη περίπτωση, δηλαδή ο οφειλέτης δύναται μόνο να αιτηθεί από το δικαστήριο να αναστείλει τον προγραμματισμένο πλειστηριασμό, πιθανολογώντας ότι θα έχει καταφέρει να αποπληρώσει την επίδικη οφειλή σε περίοδο μόλις έξι μηνών, προκειμένου η αίτησή του να γίνει δεκτή από το δικαστήριο.

Κύριο λοιπόν μέλημα της εν λόγω νομοθετικής ρύθμισης δεν είναι η προστασία της κύριας κατοικίας των αδύναμων δανειοληπτών, αλλά η προστασία της θέσης των πιστωτών.

Προϋποθέσεις για την ένταξη – πολύ αυστηρότερα κριτήρια από τον «Νόμο Κατσέλη»

Για την ένταξη ειδικότερα λαμβάνονται υπόψη αυστηρότερα κριτήρια σε σχέση με τον Νόμο «Κατσέλη», τα οποία είναι περιουσιακά και εισοδηματικά, αλλά και τίθενται «κόφτες», βάσει των οποίων θα μπορεί κάποιος να ενταχθεί στο νέο πτωχευτικό δίκαιο για την προστασία της κατοικίας του. Συγκεκριμένα, για να μπορεί κάποιος να υπαχθεί στο νέο νόμο, πρέπει να πληροί όλα τα ακόλουθα κριτήρια:

1) Το δάνειο – οφειλή (ή τα δάνεια- οφειλές) να είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένο (προσημείωση – υποθήκη) επί της κύριας κατοικίας του αιτούντος.

2) Το δάνειο να είναι σε καθυστέρηση τουλάχιστον 3 μηνών την 31/12/2018.

3) Το δάνειο να μην τελεί σε εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.

4) Το σύνολο κάθε οφειλής που μπαίνει σε ρύθμιση (άρα είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένη) δεν ξεπερνά τα 130.000 ευρώ (ανά πιστωτή – δηλ. αν υπάρχουν δύο οφειλές στον ίδιο πιστωτή και συνολικά υπερβαίνουν τις 130.000 ευρώ δεν μπαίνουν, ακόμα και αν η κάθε μία είναι μικρότερη) στο σύνολο αυτό περιλαμβάνονται κεφάλαιο, τόκοι και έξοδα.

5) Το οικογενειακό εισόδημα του τελευταίου έτους να είναι μέχρι 12.500 ευρώ για άγαμο, 21.000 ευρώ για έγγαμο, 26.000 ευρώ για έγγαμο με ένα εξαρτώμενο τέκνο, 31.000 ευρώ για έγγαμο με δύο εξαρτώμενα τέκνα και 36.000 ευρώ για έγγαμο με τρία εξαρτώμενα τέκνα – ανώτατο όριο τα 36.000 ευρώ.

6) Να μην έχει απορριφθεί αίτηση του για τον νόμο Κατσέλη για δόλια υπερχρέωση, ή για έλλειψη αδυναμίας πληρωμής ή για ύπαρξη επαρκούς περιουσίας (τελεσίδικα και αμετάκλητα), ή να μην έχει εκπέσει από θετική απόφαση (λόγω μη τήρησής της).

7) Η αξία της προστατευόμενης κύριας κατοικίας (αντικειμενική αξία βάσει ΕΝΦΙΑ) δεν υπερβαίνει τα 250.000 ευρώ και τα 175.000 ευρώ, σε περίπτωση που υφίστανται επιχειρηματικά δάνεια.

8) Αν υπάρχει άλλη ακίνητη περιουσία πλην της κύριας κατοικίας και μεταφορικά μέσα (συμπεριλαμβανομένων και ακίνητης περιουσίας συζύγου αιτούντος και εξαρτώμενων τέκνων αυτού και μεταφορικών μέσων αιτούντος και συζύγου του), δεν πρέπει να ξεπερνούν σε σύνολο τα 80.000 ευρώ (αντικειμενική αξία βάσει ΕΝΦΙΑ), εφόσον οι οφειλές προς ρύθμιση είναι πάνω από 20.000 ευρώ.

9) Οι καταθέσεις, χρηματοπιστωτικά προϊόντα και πολύτιμα μέταλλα σε νομίσματα ή ράβδους, του αιτούντος, του συζύγου αιτούντος και εξαρτώμενων τέκνων αυτού δεν ξεπερνούν συνολικά τις 15.000 ευρώ σε αξία.

Συμπερασματικά, σε σχέση με το προηγούμενο νομοθετικό πλαίσιο (Νόμο Κατσέλη), εισάγονται οι εξής διαφοροποιήσεις ως προς τα κριτήρια ένταξης: α) εισάγεται χρονικό όριο στο πότε ο δανειολήπτης περιήλθε σε αδυναμία πληρωμής, καθώς αυτό πρέπει να έχει συμβεί μέχρι τις 30/9/2018, ενώ για όσους έχουν περιέλθει μετά από αυτό το αυθαίρετο όριο, δεν υφίσταται πλέον καμία προστασία. β) Εντάσσονται μόνο τα εμπραγμάτως εξασφαλισμένα δάνεια (ενυπόθηκα), ενώ πριν έμπαιναν όλα, συνεπώς για όλα τα υπόλοιπα πρέπει να απευθυνθεί ο οφειλέτης στις τράπεζες για ρύθμιση. γ) Εισάγεται αυθαίρετο όριο 130.000 ευρώ για οφειλή που θα μπει σε ρύθμιση, ενώ πριν δεν υπήρχε. δ) Το οικογενειακό εισοδηματικό κριτήριο της «προστασίας» συμπιέζεται στα 12.500 ευρώ (από 13.906 ευρώ) και για το ζευγάρι έως 21.000 ευρώ (από 23.659), με προσαύξηση κατά 5.000 ευρώ για κάθε παιδί έως το τρίτο, από 5.714. ε) Εισάγεται επίσης αυθαίρετο όριο στην αξία της λοιπής περιουσίας που μπορεί να έχει κάποιος πέραν της κύριας κατοικίας, που επίσης δεν υφίστατο πριν. Όσο για το όριο καταθέσεων των 15.000 ευρώ, που μπορεί να φαίνεται μεγάλο, φτάνει να πούμε ότι μπορεί για παράδειγμα κάποιος που απολύθηκε στις 30/9/2018 και πήρε μια αποζημίωση απόλυσης 15.000 ευρώ (απολύτως απαραίτητη για να επιβιώσει το επόμενο διάστημα) και έχει στεγαστικό δάνειο, δεν μπορεί να μπει στο νόμο, αν η αποζημίωση υπάρχει στην τράπεζα. στ) Εισάγεται όριο 250.000 ευρώ στην αξία της κύριας κατοικίας και 175.000 ευρώ, σε περίπτωση που υφίσταται επιχειρηματικό δάνειο, ενώ πριν το ανώτατο όριο για έγγαμο οφειλέτη με 3 παιδιά ήταν 280.000 ευρώ ((180.000) ευρώ για τον άγαμο οφειλέτη, προσαυξημένη κατά (40.000) ευρώ για τον έγγαμο οφειλέτη και κατά (20.000) ευρώ ανά τέκνο και μέχρι τρία (3) τέκνα). Ο κύριος κόφτης βέβαια που θα «κόψει» πολλούς δανειολήπτες είναι η προϋπόθεση που έχει τεθεί σύμφωνα με την οποία το υπόλοιπο του δανείου δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τις 130.000 ευρώ, ενώ για τα επιχειρηματικά δάνεια ο κόφτης αυτός περιορίζεται στις 100.000 ευρώ.

Λοιπές δυσμενέστερες ρυθμίσεις για όσους καταφέρουν να μπουν

Ακόμα όμως και για όσους ελάχιστους καταφέρουν να «μπουν» στο νέο νόμο, έχοντας όλες τις παραπάνω προϋποθέσεις και αφού ξεπεράσουν τη δαιδαλώδη διαδικασία της ηλεκτρονικής πλατφόρμας, οι προϋποθέσεις της προστασίας είναι πολύ αυστηρότερες από τον προηγούμενο νόμο.

Κατ’ αρχάς, ο οφειλέτης, για να προστατεύσει την κύρια κατοικία του, πρέπει να αποπληρώσει έως και το 120% της εμπορικής αξίας αυτής, ενώ, αν η οφειλή είναι μικρότερη από το ποσό αυτό, πρέπει να πληρώσει το σύνολο της οφειλής. Στην αρχική μορφή του Νόμου Κατσέλη, προϋπόθεση για την προστασία της κύριας κατοικίας ήταν η αποπληρωμή έως και του 80% της αντικειμενικής αξίας του σπιτιού και στην μεταγενέστερη ήταν «όχι λιγότερα από ότι θα έπαιρναν οι πιστωτές σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης», που σήμαινε πρακτικά περίπου τα 2/3 της εμπορικής αξίας, συνεπώς έχουμε το διπλασιασμό του ποσού που θα πρέπει κανείς να πληρώσει για να διασώσει το σπίτι του.

Παράλληλα, μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας, ανακτώνται αυτόματα από τις τράπεζες τα κάθε είδους φορολογικά στοιχεία του οφειλέτη και αίρεται το τραπεζικό απόρρητο, και μάλιστα για 5 έτη πριν από την υποβολή της δήλωσης. Επίσης, σε περίπτωση «ψευδούς» δήλωσης, η «θιγόμενη» τράπεζα μπορεί να προχωρήσει σε «αναγκαστική εκτέλεση» (πλειστηριασμό), ενώ η οφειλή προσαυξάνεται με επιτόκιο 5%.

Η επιμήκυνση του δανείου θα φτάνει στα 25 έτη έως την ηλικία των 80 ετών του δανειολήπτη (δεν υπήρχε αντίστοιχο όριο ηλικίας στον προηγούμενο νόμο). Μεγάλη δε έμφαση θα πρέπει να δοθεί στο γεγονός ότι, σε περίπτωση που ενταχθεί ο δανειολήπτης στο νέο πλαίσιο, εφόσον δεν πληρώσει τρεις δόσεις, ο χρόνος εκτέλεσης της διαταγής από τον πλειστηριασμό περιορίζεται στον ένα μήνα και, ως εκ τούτου, η διαδικασία θα κινηθεί πολύ σύντομα για την ικανοποίηση της τράπεζας.

Σε περίπτωση που ο δανειολήπτης επιθυμεί να προσφύγει δικαστικά, θα πρέπει να πληρώνει το 50% της τελευταίας ενήμερης δόσης, ως προϋπόθεση για τη βασιμότητα της αίτησης του δανειολήπτη, κριτήριο ανεδαφικό, που δε λαμβάνει υπόψη την οικονομική θέση του αδυνάτου αλλά και θέτει εμπόδια στην πρόσβαση στη Δικαιοσύνη για το οικονομικά αδύναμο μέρος προς καταφανές όφελος των αντισυμβαλλόμενων τραπεζών.

Όσοι δανειολήπτες δεν καταφέρουν να ενταχθούν στο νέο πλαίσιο κινδυνεύουν να έρθουν αντιμέτωποι με τους πλειστηριασμούς, για την επιτάχυνση των οποίων έχει ήδη λάβει θεσμικά μέτρα η κυβέρνηση, με την πρόσφατη τροποποίηση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Γίνεται λοιπόν σαφές ότι, αν και αυτή είναι η τελευταία ευκαιρία με την οποία δύνανται οι δανειολήπτες με μη εξυπηρετούμενα δάνεια να προστατεύσουν την πρώτη κατοικία τους, μόνο λίγοι θα μπορέσουν να ενταχθούν στο νέο πτωχευτικό δίκαιο λόγω των αυστηρότερων προϋποθέσεων.

Η επιδότηση της ρύθμισης από το Ελληνικό Δημόσιο

Η επιδότηση αυτή, που αποτελεί και την αιχμή του δόρατος της επικοινωνιακής εκστρατείας της κυβέρνησης γύρω από το νέο Νόμο, ενώ φαντάζει ανακουφιστική για τους υπερχρεωμένους δανειολήπτες, είναι στην πραγματικότητα εξοργιστική. Ενώ οι ουσιαστικά χρεοκοπημένες τράπεζες κρατιούνται στη ζωή από τα χρήματα του κράτους, δηλαδή από τους φόρους που πληρώνουν κυρίως οι εργαζόμενοι και τα λαϊκά στρώματα, θα πρέπει να πληρωθούν και για τα κόκκινα δάνεια, που είναι ουσιαστικά το επιχειρηματικό ρίσκο που έχουν λάβει οι τράπεζες, σαν αντιστάθμισμα για τα κέρδη που εισέπρατταν και εισπράττουν μέσω των τόκων. Και μάλιστα, το κόστος θα μετατεθεί στο κράτος, δηλαδή μέσω της φορολογίας πάλι στα λαϊκά στρώματα. Αυτά, βέβαια, σε περίπτωση που εφαρμοστεί πραγματικά η συγκεκριμένη ρύθμιση και δεν μείνει άλλο ένα επικοινωνιακό πυροτέχνημα, στα χαρτιά, καθώς αντίστοιχη ρύθμιση επιδότησης της δόσης από το κράτος, υπήρχε και στον Νόμο Κατσέλη ήδη από το 2015, ωστόσο αυτή δεν εφαρμόστηκε ποτέ.

Μάλιστα, αν όντως εφαρμοστεί η επιδότηση, υπάρχει και πρόβλεψη έκπτωσης από το νόμο του δανειολήπτη, που έχει ενταχθεί, αν το Δημόσιο δεν τηρήσει τις υποχρεώσεις του και δεν καταβάλλει τις δόσεις για 9 μήνες! (παρ. 6 του άρθρου 9)

Ως προς τη συγκεκριμένη πρωτοφανή πρόβλεψη, η αιτιολογική έκθεση περιέχει την εξής εκπληκτική αιτιολογία, καθώς στη 12η σελίδα της αναφέρει τα εξής:

«Η παράγραφος 6 ρυθμίζει την περίπτωση που το Δημόσιο καθυστερεί την καταβολή της εγκριθείσας συνεισφοράς. Η πρόβλεψη της έκπτωσης του οφειλέτη, όταν συσσωρευτεί καθυστέρηση εννέα μηνιαίων δόσεων συνεισφοράς, επιδιώκει την άσκηση πολιτικής πίεσης στην εκάστοτε κυβέρνηση, προκειμένου να αποφεύγονται καθυστερήσεις στην καταβολή της συνεισφοράς για γραφειοκρατικούς λόγους». Σ’ αυτή λοιπόν την περίπτωση, πέραν της προτροπής του οφειλέτη στην άσκηση πολιτικής πίεσης στο Δημόσιο (!), προκειμένου αυτό να τηρήσει τις νόμιμες υποχρεώσεις του, καλείται ο οφειλέτης, για να μην εκπέσει της ρύθμισης, να καταβάλει τελικώς ο ίδιος το ποσό της συνεισφοράς του Δημοσίου, «αν όχι το καθυστερούμενο ποσό, τουλάχιστον τέτοιο ποσό που θα αποτρέψει την έκπτωσή του».

Συμπερασματικά, ο νέος νόμος για την προστασία της κύριας κατοικίας έρχεται να επισφραγίσει ότι ελάχιστοι πλέον μπορούν πραγματικά να την προστατεύσουν και για πολύ λίγο (μέχρι το τέλος του 2019) και μόνο εάν και εφόσον καταφέρουν να πληρώσουν ένα πολύ μεγάλο για την εποχή ποσό, χωρίς πρόβλεψη δόσεων που να ανταποκρίνεται στις δυνατότητές τους. Και όλα αυτά, ενώ τα συμφέροντα των τραπεζών έχουν διασφαλιστεί από κάθε πλευρά και έχει διευκολυνθεί εξαιρετικά το θεσμικό πλαίσιο για τους πλειστηριασμούς της λαϊκής περιουσίας, ενώ έχει δυσχερανθεί εξαιρετικά το νομικό πλαίσιο για την άμυνα κατά αυτών. Το σκηνικό του τέλους λοιπόν έχει στηθεί και όλα είναι έτοιμα για την αρπαγή των λαϊκών κατοικιών από το 2020.

Και ενώ στήνει το σκηνικό για την αρπαγή της λαϊκής περιουσίας από τις τράπεζες, η κυβέρνηση έχει το θράσος να κοροϊδεύει ασύστολα τους πολίτες ότι ρυθμίζει την προστασία της κύριας κατοικίας τους! Παρ’ όλα τα επικοινωνιακά παιχνίδια όμως, στα οποία εξειδικεύεται η συγκεκριμένη κυβέρνηση, δεν μπορεί να αποκρύψει το γεγονός ότι είναι η πρώτη κυβέρνηση στα χρόνια των μνημονίων, που επί των ημερών της δεν επεκτάθηκε η νομοθετική ρύθμιση της αυτοτελούς προστασίας της κύριας κατοικίας των πολιτών από τους πλειστηριασμούς, όπως συνέβαινε μέχρι 31-12-2014 με Υπουργικές Αποφάσεις.

Την ίδια ώρα, η κυβέρνηση με άλλη προκλητική τροπολογία που κατέθεσε στο ίδιο νομοσχέδιο (άρθρο 93), χαρίζει στους τραπεζικούς ομίλους ποσά ύψους εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ με επιστροφές φόρων σε βάθος δεκαετίας! Πρόκειται για ρύθμιση που αφορά σε «συμψηφισμούς» για παρακρατηθέντες φόρους, που βεβαιώθηκαν τα προηγούμενα χρόνια για τα κέρδη που έχουν αποκομίσει οι τράπεζες από τόκους ελληνικών κρατικών ομολόγων. Ουσιαστικά, οι φόροι αυτοί (για τα έτη 2009, 2011, 2012 και 2013) θα αφαιρεθούν από τις «οποιασδήποτε φύσεως φορολογικές υποχρεώσεις» των τραπεζών σε προθεσμία 10 ετών, αρχής γενομένης από 01/01/2020. Σύμφωνα με την έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, η απώλεια φορολογικών εσόδων φτάνει στα 30 εκ. ευρώ ετησίως, δηλαδή σε βάθος 10ετίας φτάνει στα 300 εκ. ευρώ και βέβαια, όπως επισημαίνεται, «η απώλεια θα αναπληρωθεί από άλλες πηγές εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού», δηλαδή από την φορολογική αφαίμαξη των εργαζομένων. Ουσιαστικά οι τράπεζες απαλλάσσονται από οποιονδήποτε φόρο, αν ληφθεί υπόψη και ο «αναβαλλόμενος φόρος».

Η απάντηση του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς

Απέναντι σε όλα αυτά, το εργατικό κίνημα πρέπει να απαιτήσει και να επιβάλει την αυτοτελή νομοθετική προστασία της κύριας κατοικίας οφειλετών που αποδεδειγμένα δεν μπορούν σήμερα να ανταποκριθούν στις οφειλές τους. Πρέπει επιπλέον να διεκδικηθεί μία γενικευμένη σεισάχθεια, με πάγωμα των οφειλών για όσο διάστημα βρίσκεται κάποιος σε ανεργία και διαγραφή μεγάλου μέρους των οφειλών που δεν ανταποκρίνονται σήμερα σε πραγματική περιουσία, με την απαξίωση των περιουσιακών στοιχείων που έχει στο μεταξύ μεσολαβήσει. Για να μπορούν ωστόσο να πραγματοποιηθούν αυτά στο σύνολο τους, πρέπει το εργατικό κίνημα να μπορεί να ελέγχει τους μοχλούς της οικονομίας, την κυβέρνηση και το τραπεζικό σύστημα και αυτό προϋποθέτει την εδραίωση μιας κυβέρνησης των εργαζομένων που θα κοινωνικοποιήσει τις τράπεζες και θα επαναδιαπραγματευτεί τα δάνεια των οφειλετών στη βάση των σημερινών τους δυνατοτήτων και λαμβάνοντας υπόψη τις πραγματικές βιοτικές τους ανάγκες με όρους αξιοπρέπειας. Ένας τέτοιος στόχος πρέπει να αποτελεί αιχμή του δόρατος για το πρόγραμμα της κομμουνιστικής και αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, αλλά οι διεκδικήσεις αυτές πρέπει να τεθούν ήδη από σήμερα και να γίνουν αντικείμενο διεκδίκησης ενός μαζικού κινήματος των εργαζόμενων και των υπερχρεωμένων δανειοληπτών.


Παναγιώτης Κολοβός