Ιδιαίτερα ρευστή είναι η κατάσταση γύρω από την πιθανή εκλογική δυναμική του υπό ίδρυση «κόμματος Καρυστιανού», γεγονός στο οποίο προστίθεται και η ασάφεια που δημιουργείται από την ηγέτιδά του για τον πολιτικό χαρακτήρα και τις θέσεις του.
Ήδη ως φημολογούμενο κόμμα, κατέγραφε συστηματικά πολύ υψηλά δυνητικά εκλογικά ποσοστά, σημαίνοντας συναγερμό στους κύκλους του αστικού καθεστώτος. Αφενός δείχνει να μπορεί να κοντράρει ευθέως τη ΝΔ για την πρωτιά, και αφετέρου υποσκάπτει την απήχηση – ή και την ίδια τη δυνατότητα ύπαρξης – ενός εναλλακτικού συστημικού πόλου της Κεντροαριστεράς, με ή χωρίς τον Τσίπρα για ηγέτη. Ταυτόχρονα, «συμπιέζει» έντονα και τα δημοσκοπικά ποσοστά όλων των υπολοίπων κομμάτων.
Έτσι εξηγείται η ρητορική κυβερνητικών στελεχών και συστημικών ΜΜΕ για το ότι πλέον η Καρυστιανού πρέπει να είναι αποδέκτρια, όχι μόνο σεβασμού, αλλά και κρίσεων για τις θέσεις της. Στην πραγματικότητα, κυβέρνηση και άρχουσα τάξη προειδοποιούν ότι πλέον θεωρούν αναφαίρετο δικαίωμά τους να χρησιμοποιήσουν εναντίον της όλο το «προπαγανδιστικό οπλοστάσιο» που διαθέτουν για να επιτίθενται σε κάθε – συνεπή ή ασυνεπή και περιστασιακό – αντίπαλό τους.
Η τοποθέτηση για το δικαίωμα στην
άμβλωση
Σε αυτό το πλαίσιο πραγματοποιήθηκε και η συνέντευξη της Καρυστιανού στο OPEN στις 19/1, διάρκειας μίας ολόκληρης ώρας, όπου κλήθηκε να τοποθετηθεί «επί παντός επιστητού». Εκεί, αφού επίμονα οι παρουσιαστές προσπάθησαν, μεταξύ άλλων, να εκμαιεύσουν μια ακροδεξιά τοποθέτηση από την Καρυστιανού, και αφού εκείνη απάντησε: ότι προσωπικά δεν βρίσκεται κοντά στο κόμμα «ΝΙΚΗ» ή σε οποιοδήποτε άλλο· ότι η θρησκευτική πίστη της είναι προσωπικό ζήτημα που δεν σχετίζεται με την «ταυτότητα» του νέου κόμματος· και ότι ο ομόφυλος γάμος είναι ζήτημα που έχει επιλυθεί νομικά και τη βρίσκει σύμφωνη, τελικά ρωτήθηκε για τη θέση της «για τις αμβλώσεις» γενικώς. Τότε έδωσε μια απάντηση που, ενώ ξεκινούσε με τον πλήρη σεβασμό στο δικαίωμα της γυναίκας να αποφασίζει αν θέλει την τεκνοποίηση, στη συνέχεια ουσιαστικά το αμφισβητούσε, αφού πρόσθετε ότι θα πρέπει να αποτελέσει θέμα «δημόσιας διαβούλευσης» το «ηθικό σκέλος» για «τη ζωή που γεννιέται».
Αυτή η έστω και θολά διατυπωμένη αμφισβήτηση του κατακτημένου δικαιώματος στην άμβλωση, προκάλεσε απολύτως δικαιολογημένα την αποστροφή πάρα πολλών γυναικών – και όχι μόνο, ιδιαίτερα από τα πιο προοδευτικά και ριζοσπαστικοποιημένα στρώματα των μαζών που είχαν κινητοποιηθεί στο «κίνημα των Τεμπών» και θα μπορούσαν να υποστηρίξουν ένα «κόμμα Καρυστιανού».
Παρότι η Καρυστιανού ανασκεύασε τη δήλωσή της, ξεκαθαρίζοντας ότι «κανένα ανθρώπινο δικαίωμα δεν τίθεται σε διαβούλευση», η αρχική της τοποθέτηση σε συνδυασμό με προηγούμενες περιστασιακές συντηρητικές τοποθετήσεις ή εκφράσεις της, φαίνεται ότι έχουν απομακρύνει οριστικά ένα μεγάλο τμήμα αυτού του στρώματος, ωθώντας το, σε ενδεχόμενες εκλογές, «πίσω» στην αποχή ή σε μια χωρίς ενθουσιασμό στήριξη κάποιου από τα κόμματα της – λιγότερο ή περισσότερο ανοιχτά – συστημικής Αριστεράς.
Καπιταλιστική υποκρισία και γνήσιος
κομμουνισμός
Από την άλλη πλευρά, η υποκρισία των κυβερνητικών στελεχών που «σοκαρίστηκαν» είναι πράγματι εξοργιστική. Ορθά έχει σχολιαστεί ότι, όταν το δικαίωμα στην άμβλωση νομοθετήθηκε από την κυβέρνηση Α. Παπανδρέου το 1986, η ΝΔ υπήρξε το μόνο κοινοβουλευτικό κόμμα που καταψήφισε το νομοσχέδιο. Συνολικά οι αστοί πολιτικοί και δημοσιογράφοι, άλλωστε, συνιστούν απολογητές του καπιταλιστικού συστήματος, το οποίο διεθνώς – ενώ η επαναστατική Σοβιετική Ρωσία υπό την ηγεσία των Μπολσεβίκων του Λένιν και του Τρότσκι είχε νομιμοποιήσει την έκτρωση για πρώτη φορά στην Ιστορία ήδη από το 1920 – διατηρούσε επί δεκαετίες αυτό το «αδιαμφισβήτητο δικαίωμα» των γυναικών «αδιαμφισβήτητα παράνομο» και σήμερα το θέτει ξανά στο στόχαστρο στη μία χώρα μετά την άλλη, με επικεφαλής τον «φίλο» της κυβέρνησης της ΝΔ, Ντ. Τραμπ.
Ωστόσο, δεν μπορούν παρά να χαρακτηριστούν τουλάχιστον ασυνεπείς και πολλές «εξ αριστερών» κριτικές στην Καρυστιανού, όταν π.χ. η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ – και της Νέας Αριστεράς – είχε ως κυβέρνηση επιτεθεί με σκληρή μνημονιακή λιτότητα στις γυναίκες της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, ενώ η ηγεσία του ΚΚΕ έχει αντικαταστήσει τη σημαία του κομμουνισμού με εκείνη της σταλινικής του παραχάραξης, που μεταξύ άλλων έφερε και την ποινικοποίηση των εκτρώσεων στη Σοβιετική Ένωση το 1936. Έτσι, γίνεται εμφανές και σε αυτό το ζήτημα ότι ο μόνος δρόμος που μπορεί να αποτελέσει διέξοδο είναι η στροφή στις μόνες πραγματικά αντισυστημικές ιδέες, τις ιδέες του γνήσιου κομμουνισμού.
Πατροκλος Ψάλτης




