Καπιταλιστικό κέρδος και ιατρική έρευνα

Τα τελευταία χρόνια γίνονται όλο και πιο συχνές και έντονες οι αναφορές της ΕΕ, του ΟΟΣΑ, των αστικών κυβερνήσεων, των επιχειρηματικών ομίλων, των επιστημονικών συλλόγων στην αναγκαιότητα προώθησης πολιτικών για την ανάπτυξη της Έρευνας και της Καινοτομίας στην υγειονομική περίθαλψη. Οι παραπάνω τομείς προβάλλονται ως «βασικοί μοχλοί για την οικονομική ανάπτυξη, την παραγωγική ανασυγκρότηση και τη διέξοδο από την κρίση».

Η συζήτηση αυτή συνδέεται αναπόφευκτα με τη συζήτηση για το χαρακτήρα και την κατεύθυνση ανάπτυξης του ίδιου του κλάδου της Υγείας, ο οποίος επίσης προβάλλεται ως «βασική και δυναμική συνιστώσα μιας ανοιχτής και ανταγωνιστικής οικονομίας της αγοράς».

Άλλωστε, ο κλάδος της Υγείας και του φαρμάκου είχε ανέκαθεν ξεχωριστή θέση στη στρατηγική της ΕΕ, τόσο για τη σημασία του συνολικά στην πορεία και εξέλιξη της καπιταλιστικής οικονομίας όσο και για τον ιδιαίτερο ρόλο του στη διαδικασία αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, της διατήρησης της ικανότητάς της να μπορεί να τίθεται σταθερά στην υπηρεσία της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.

Στη βάση λοιπόν εξυπηρέτησης των παραπάνω αναγκών, η στρατηγική της ΕΕ για την Υγεία-Πρόνοια προσαρμόστηκε, εμπλουτίστηκε κι εξειδικεύτηκε τα τελευταία χρόνια με ένα σύνολο αντιλαϊκών μεταρρυθμίσεων. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις επιταχύνθηκαν την περίοδο της καπιταλιστικής κρίσης, αφού στα καθήκοντα των αστικών επιτελείων προστέθηκε με επιτακτικό τρόπο η υποβοήθηση της καπιταλιστικής κερδοφορίας τόσο στον κλάδο της Υγείας όσο και στους υπόλοιπους κλάδους.

Οι βασικοί άξονες αυτών των μεταρρυθμίσεων κινούνται στις εξής κατευθύνσεις:
• Ολοένα και μεγαλύτερη μείωση του λεγόμενου «μη μισθολογικού κόστους», δηλ. μείωση των κρατικών και εργοδοτικών δαπανών για παροχές και υπηρεσίες υγείας, πρόνοιας και φαρμάκου, προκειμένου να επιτυγχάνεται και με αυτόν τον τρόπο η αύξηση της ανταγωνιστικότητας.
• Εμβάθυνση κι επέκταση του επιχειρηματικού χαρακτήρα της λειτουργίας των κρατικών μονάδων υγείας, με την παραπέρα εμπορευματοποίηση των παρεχόμενων υπηρεσιών τους.
• Ενίσχυση της δράσης και της κερδοφορίας των μονοπωλίων της Υγείας μέσα και από τη διεύρυνση των επενδυτικών τους πεδίων.
Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής, η προώθηση και ενίσχυση της Έρευνας και Καινοτομίας στην Υγεία, έτσι όπως αποτυπώνεται και στη σχετική ελληνική νομοθεσία (Ν. 4310/2014), αποτελεί εργαλείο για την υλοποίηση των παραπάνω στόχων, ως απαραίτητων και αναγκαίων για τη στήριξη της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Ορισμένες Εννοιολογικές Διευκρινήσεις

Στην αστική βιβλιογραφία και νομοθεσία θα συναντήσουμε πληθώρα ορισμών για την Έρευνα και την Καινοτομία.

Αναφέρουμε ενδεικτικά: «Έρευνα είναι οποιαδήποτε συστηματική και δημιουργική εργασία που αναλαμβάνεται με σκοπό την επαύξηση του αποθέματος της γνώσης, συμπεριλαμβανομένης της γνώσης γύρω από τον άνθρωπο, τον πολιτισμό και την κοινωνία. Συνήθως ο όρος “έρευνα” χρησιμοποιείται μαζί με τον όρο “πειραματική ανάπτυξη” και αναφέρονται μαζί ως Έρευνα και Ανάπτυξη (Research and Development ή R&D)».

«Καινοτομία είναι η αξιοποίηση υφιστάμενης ή/και νέας γνώσης ή/και η μετατροπή μιας ιδέας σε σημαντικά βελτιωμένο προϊόν ή υπηρεσία, λειτουργική μέθοδο παραγωγής ή διανομής, νέα ή βελτιωμένη μέθοδο προώθησης προϊόντων, νέα ή βελτιωμένη οργανωτική μέθοδο στις πρακτικές που εφαρμόζονται στις επιχειρήσεις, στην οργάνωση του χώρου εργασίας και τις εξωτερικές σχέσεις».

Η ανάλυση ή και η κριτική τοποθέτηση των παραπάνω ορισμών, καθώς και λοιπών ζητημάτων που άπτονται της Έρευνας, πολλά από τα οποία παραμένουν «ανοιχτά» και στους ίδιους τους κύκλους της αστικής επιστημονικής κοινότητας, συνιστούν από μόνα τους ένα διακριτό θέμα και ξεφεύγουν από το σκοπό του παρόντος άρθρου.

Πεδία εφαρμογής της ιατρικής έρευνας

Πολύ συχνά, οι αναφορές στην Έρευνα και Καινοτομία στην Ιατρική Επιστήμη εστιάζουν στην κατηγορία των φαρμάκων και των θεραπειών. Παρά το γεγονός ότι αυτά αποτελούν αναμφισβήτητα –και ορθώς– από τα πλέον βασικά ερευνητικά πεδία, ωστόσο η Ιατρική Έρευνα και Καινοτομία αφορούν ένα ευρύτατο φάσμα πεδίων (μηχανήματα, συσκευές και εξοπλισμός, τεχνολογικές εφαρμογές, διαγνωστικές και θεραπευτικές μεθοδολογίες/δείκτες κ.ά.) και ένα σύνολο αλληλοδιαπλεκόμενων κλάδων (προληπτική ιατρική, επιδημιολογία, ιατρική τεχνολογία κ.ά.) που έχουν ως αντικείμενο την προαγωγή, τη διατήρηση και προστασία της ανθρώπινης υγείας, την έγκαιρη διάγνωση των νόσων και την αποκατάσταση της υγείας, τη θεραπεία των νόσων.

Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός πως η τεράστια πρόοδος που έχει σημειωθεί στον τομέα της Ιατρικής τους τελευταίους δύο κυρίως αιώνες οφείλεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στην Έρευνα και την αξιοποίηση των ευρημάτων της στην κλινική πράξη.

Έτσι, μέσω των διαγνωστικών εργαλείων και μεθόδων, πολλές «άγνωστες» μέχρι πριν κάποιες δεκαετίες παθήσεις έχουν διαγνωστεί και μελετηθεί, ενώ πολλές από αυτές είναι πλέον αντιμετωπίσιμες ή και πλήρως ιάσιμες με τη χρήση των κατάλληλων μεθόδων και φαρμάκων. Άλλες προλαμβάνονται ή έχουν πια εξαλειφθεί μέσω των κατάλληλων εμβολίων. Όλα αυτά συνέβαλαν στη σημαντική αύξηση του μέσου όρου ζωής, στη μείωση της θνησιμότητας από ασθένειες όπως το AIDS, τα καρδιακά και εγκεφαλικά επεισόδια, ο καρκίνος, οι παιδικές ασθένειες, σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις δραστικά (παρόλο που οι παραπάνω ασθένειες συνεχίζουν να αποτελούν βασικές αιτίες θανάτου).

Κι όμως, την ίδια στιγμή…

Σε πολλά σημεία του πλανήτη, χιλιάδες άνθρωποι εξακολουθούν να πεθαίνουν από αρρώστιες που η επιστήμη μπορεί να θέσει υπό έλεγχο ή τις έχει ήδη θέσει σε οικονομικά αναπτυγμένα κράτη, να περιορίσει την εξάπλωσή τους ή και να τις αντιμετωπίσει ολοκληρωτικά. Ασθένειες που είχαν εκλείψει επανεμφανίζονται (π.χ. φυματίωση, ελονοσία, άλλα λοιμώδη νοσήματα) ακόμα και σε οικονομικά αναπτυγμένες χώρες. Εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο στερούνται ακόμα και στοιχειώδεις υπηρεσίες υγείας και φαρμάκου. Παιδιά πεθαίνουν επειδή δεν έχουν εμβολιαστεί για συγκεκριμένες παθήσεις, παρόλο που η επίπονη και μακροχρόνια επιστημονική έρευνα έχει οδηγήσει στην ανακάλυψη των κατάλληλων εμβολίων.

Τι είναι λοιπόν αυτό που δεν πάει καλά;

Το κέρδος ως κριτήριο ανάπτυξης της έρευνας

Η Έρευνα και η Καινοτομία γίνονται κυρίως με στόχο το πλεονέκτημα εκ μέρους των μονοπωλίων για την κατάκτηση καλύτερης θέσης, την απόσπαση πρόσθετου κέρδους κλπ. στο χώρο της υγείας και του φαρμάκου.

Γι’ αυτό άλλωστε κι ένα μεγάλο μέρος των επενδύσεων μεγάλων φαρμακευτικών επιχειρήσεων (Uni-Pharm, Pharmaten, ΒΙΑΝΕΞ, DEMO, ΕΛΠΕΝ, Specifer, Genepharm, Novartis, Bayer) αφορά αυτούς τους τομείς. Χαρακτηριστικό είναι ότι οι επενδύσεις των ελληνικών φαρμακοβιομηχανιών για Έρευνα και Ανάπτυξη (Research & Development) ανέρχονται –σύμφωνα με τον πρόεδρο της Πανελλήνιας Ένωσης Φαρμακοβιομηχανίας (ΠΕΦ)– στα 30 εκ. ευρώ ετησίως, ενώ σύμφωνα με τους υπολογισμούς της ΕΛΣΤΑΤ την τελευταία μόνο δεκαετία (η οποία περιλαμβάνει και την καπιταλιστική οικονομική κρίση) αυτές ανήλθαν στα 800 εκ. ευρώ.

Το κύριο κριτήριο για την προώθηση της Έρευνας και την ανάπτυξη της Καινοτομίας στο πλαίσιο της καπιταλιστικής οικονομίας είναι η εξασφάλιση του μέγιστου καπιταλιστικού κέρδους, ανεξάρτητα αν αυτό επιτευχθεί άμεσα ή όχι.

Γι’ αυτό άλλωστε και οι επιχειρηματικοί όμιλοι επενδύουν με στοχευμένο προσανατολισμό σε εκείνους τους τομείς που εμφανίζουν ή προσδοκούν να έχουν μεγαλύτερα περιθώρια κερδοφορίας.

Φυσικά, αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι η ιατρική έρευνα και η εφαρμογή των πορισμάτων της έχουν συμβάλει καθοριστικά στη βελτίωση των όρων ζωής και υγείας του λαού, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω. Ωστόσο η ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών αποτελεί το μέσο επίτευξης της καπιταλιστικής κερδοφορίας μέσα από την ερευνητική δραστηριότητα, και όχι τον κύριο σκοπό αυτής.

Αυτό ακριβώς, δηλαδή το κριτήριο του κέρδους, αφενός παρεμποδίζει την άμεση και μαζική αξιοποίηση των επιστημονικών επιτευγμάτων για το λαό, αφετέρου συχνά αποτελεί τροχοπέδη και στην ίδια την ανάπτυξη της έρευνας σε σχέση με τις δυνατότητες που υπάρχουν.

Αυτό επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο της διεθνούς εκδήλωσης με τον τίτλο «Επιχειρηματικές Συναντήσεις στον Τομέα Υγείας» που πραγματοποιήθηκε στη Γερμανία (Νοέμβρης 2015) και στην οποία συμμετείχαν και ελληνικές επιχειρήσεις. Στο σχετικό δελτίο Τύπου του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης, το οποίο ήταν συνδιοργανωτής της εκδήλωσης, αναφέρεται: «Η φετινή εκδήλωση εστιάζει στην αποτελεσματική αξιοποίηση ερευνητικών προγραμμάτων στον τομέα της υγείας, ειδικά όσον αφορά την εμπορική τους εκμετάλλευση και την ανάπτυξη νέων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων».

Ας παρακολουθήσουμε ορισμένα παραδείγματα που τεκμηριώνουν το παραπάνω.

Έρευνα για την ανακάλυψη νέων θεραπειών

Οι έρευνες για την ανακάλυψη νέων θεραπειών κατευθύνονται ως επί το πλείστον σε εκείνα τα πεδία από τα οποία αναμένεται το μέγιστο κέρδος.

Για παράδειγμα, η μελέτη και έρευνα των σπάνιων παθήσεων (που σε αρκετές περιπτώσεις είναι αρκετά σοβαρές παθήσεις) για πολλά χρόνια δεν αποτελούσαν προτεραιότητα για το κεφάλαιο, κυρίως γιατί αφορούν μικρό κομμάτι πληθυσμού, άρα και μικρότερη αγορά για την πώληση των αντίστοιχων φαρμάκων για τη θεραπεία τους (ορφανά φάρμακα). Αυτό επιβεβαιώνεται και απ’ όσα χαρακτηριστικά λέει ο ίδιος ο Επικεφαλής της Επιτροπής Σπάνιων Παθήσεων του Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδας: «Σήμερα υπάρχουν θεραπείες μόνο για το 5% των σπάνιων παθήσεων […] το μεγαλύτερο εμπόδιο για την ανακάλυψη ορφανών φαρμάκων είναι το γεγονός ότι κάθε τέτοιο φάρμακο απευθύνεται σε ελάχιστους ασθενείς […] με αποτέλεσμα τα ερευνητικά προγράμματα που τα αφορούν να είναι πολύ υψηλού ρίσκου και συμπερασματικά περιορισμένου ερευνητικού ενδιαφέροντος από την πλευρά της φαρμακοβιομηχανίας, δεδομένης της δυσκολίας να γίνει απόσβεση των επενδύσεων σε Έρευνα και Ανάπτυξη».

Έτσι, το κριτήριο της καπιταλιστικής κερδοφορίας αποτελούσε ανασταλτικό παράγοντα για την ανάπτυξη της έρευνας, που ενδεχομένως να οδηγούσε στην έγκαιρη διάγνωση, αντιμετώπιση ή ακόμα και πρόληψή τους.

Τα τελευταία χρόνια, παρατηρείται ένα μεγαλύτερο επενδυτικό ενδιαφέρον από τις φαρμακοβιομηχανίες γι’ αυτό το είδος των παθήσεων, στην προσπάθεια αναζήτησης «νέων προσοδοφόρων επενδύσεων» μέσα σε συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης και οξύτατου ανταγωνισμού στον κλάδο. Γι’ αυτό άλλωστε και προς αυτήν την κατεύθυνση «πιέζουν» την κυβέρνηση για «ανάπτυξη εθνικής πολιτικής στον τομέα των ορφανών νόσων», για αναγνώριση αυτών των παθήσεων και κάλυψη της αποζημίωσης των αντίστοιχων φαρμάκων από τον ΕΟΠΥΥ, προκειμένου να εξασφαλίσουν καλύτερους όρους για την πώληση των εμπορευμάτων τους.

Αντίστοιχα, ο τομέας των αντιβιοτικών φαρμάκων συγκεντρώνει σχετικά περιορισμένο επενδυτικό ενδιαφέρον από την πλευρά των μονοπωλίων, επειδή χορηγούνται μόνο σε περιπτώσεις πολυανθεκτικών μικροβίων και για μικρό σχετικά διάστημα, μην εξασφαλίζοντάς τους τα αναμενόμενα υψηλά περιθώρια κέρδους. Είναι ενδεικτικό ότι τα τελευταία 40 χρόνια δεν έχει παραχθεί ούτε μία νέα ομάδα αντιβιοτικών έναντι των «αρνητικών κατά Gram» βακτηρίων, παρόλο που προκαλούν επικίνδυνες για τη ζωή λοιμώξεις. Μάλιστα, το Γενάρη του 2016 πάνω από 80 φαρμακευτικές και διαγνωστικές εταιρίες απ’ όλο τον κόσμο υπέγραψαν στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός μια διακήρυξη στην οποία ουσιαστικά θέτουν ως όρο για να συνεχίσουν την όποια έρευνα είναι σε εξέλιξη για νέα αντιβιοτικά και για την καταπολέμηση της πολυανθεκτικότητας, την άμεση ή έμμεση (με οικονομικά κίνητρα) χρηματοδότηση από το κράτος. Πρόκειται για τη διαχρονική στήριξη από το αστικό κράτος στους επιχειρηματικούς ομίλους για οικονομικές δραστηριότητες που δεν έχουν καταστεί ακόμα κερδοφόρες για το κεφάλαιο (όπως παλιότερα, π.χ., ο εξηλεκτρισμός της χώρας).

Άλλο παράδειγμα αποτελεί ο τομέας της προληπτικής ιατρικής, ο οποίος είναι καθοριστικός για την προαγωγή, την προστασία της υγείας, τη βελτίωση της ποιότητας ζωής του λαού. Ωστόσο δε θεωρείται ως πρώτη προτεραιότητα για τις ανάγκες του κεφαλαίου. Αυτό αποδεικνύεται και από το ότι η πλειοψηφία των ερευνών, αλλά και η κατεύθυνση της ιατρικής, παρά τις θεωρητικές διακηρύξεις, στην πράξη προσανατολίζεται κυρίως στη διαχείριση των νόσων και των συνεπειών τους και όχι στην πρόληψή τους.

Ακόμα όμως και όταν πραγματοποιούνται έρευνες προς αυτήν την κατεύθυνση, αυτές προσανατολίζονται σε εκείνα τα πεδία μέσω των οποίων εξυπηρετείται άμεσα ή έμμεσα η αύξηση της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Με αυτόν το στόχο, τα τελευταία χρόνια, γίνονται όλο πιο συχνά αναφορές στην αναγκαιότητα εστίασης και προσανατολισμού των ερευνών προς την πρόληψη συγκεκριμένων κατηγοριών ασθενειών, π.χ. διαβήτης, καρκίνος, από τη σκοπιά ότι η πρόληψή τους «σε πολλές περιπτώσεις κρίνεται ως οικονομικά αποδοτικότερη σε σχέση με την αντιμετώπιση ή τη θεραπεία τους». Αυτό ισχύει αφενός γιατί η θεραπεία τους προκαλεί σημαντική επιβάρυνση στους κρατικούς προϋπολογισμούς, αφετέρου γιατί επιδρούν αρνητικά στην ίδια την παραγωγικότητα της εργασίας λόγω «του απουσιασμού από την εργασία», των χαμένων εργατοωρών.

Φυσικά, δεν παραγνωρίζουμε την τεράστια σημασία της πρόληψης τέτοιων σοβαρών νόσων, όπως επίσης και τον αντικειμενικά προοδευτικό χαρακτήρα των πορισμάτων τέτοιων ερευνών. Ωστόσο επισημαίνουμε ότι τα παραπάνω καθοριστικά κριτήρια μπορεί να οδηγούν, για παράδειγμα, ένα πραγματικά κοινωνικά ωφέλιμο φάρμακο ή εμβόλιο να μην παραχθεί έγκαιρα ή ακόμα και καθόλου, μια ιατρική τεχνολογία, μια διαγνωστική μέθοδος να μη χρησιμοποιηθεί ή να καθυστερήσει η εφαρμογή της κ.ο.κ., παρά μόνο αν πληρούνται οι παραπάνω όροι, στερώντας έτσι από το λαό επιστημονικές δυνατότητες που θα μπορούσαν να του εξασφαλίσουν ακόμα περισσότερα και κυρίως ποιοτικότερα χρόνια ζωής.

Η εφαρμογή των πορισμάτων της έρευνας στην κλινική πράξη

Παρατηρείται συχνά το φαινόμενο μια σειρά από πορίσματα και αποτελέσματα στα οποία έχουν καταλήξει οι έρευνες φαρμακευτικών εταιριών να μη «μετατρέπονται» σε παρεμβάσεις στην κλινική πράξη.

Αυτό φυσικά μπορεί να οφείλεται και σε αντικειμενικούς λόγους, π.χ. το επίπεδο ανάπτυξης της τεχνολογίας σε έναν κλάδο να μην είναι ακόμα αρκετά υψηλό ώστε να μπορεί να αξιοποιηθεί άμεσα κάποια συγκεκριμένη νεοαποκτηθείσα γνώση. Όμως πολύ συχνά ο λόγος για τον οποίο δε γίνεται κάτι τέτοιο είναι ότι οι φαρμακοβιομηχανίες συνειδητά καθυστερούν τη «μετατροπή» των ερευνητικών αποτελεσμάτων, π.χ. σε νέα φάρμακα –τα οποία μάλιστα θα μπορούσαν να είναι και πιο αποτελεσματικά– διότι δεν προσδοκούν ότι θα πετύχουν το μέγιστο κέρδος τη δεδομένη στιγμή.

Έτσι, η επιστημονική γνώση αντί να τίθεται στην υπηρεσία των λαϊκών αναγκών, προάγοντας την υγεία και την ευημερία του λαού (π.χ. με την έγκαιρη πρόληψη ή και την πιο αποτελεσματική αντιμετώπιση ασθενειών), παραμένει στη «φαρέτρα» των μονοπωλίων για μελλοντική αξιοποίηση όταν θα μπορούν να τους διασφαλίσουν υψηλή κερδοφορία.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η επιδημία Έμπολα που ξέσπασε το 2015 σε χώρες της Αφρικής, η εξάπλωση της οποίας οφειλόταν, εκτός των άλλων παραγόντων, και στην έλλειψη εμβολιαστικής κάλυψης του πληθυσμού. Τι ήταν αυτό που εμπόδιζε την παρασκευή εμβολίου ή φαρμάκου για το συγκεκριμένο ιό, του οποίου μάλιστα η δομή, η προέλευση και η επικινδυνότητα ήταν γνωστές εδώ και 40 χρόνια περίπου;

Σίγουρα δεν ήταν θέμα μη δυνατότητας (έλλειψη γνώσεων, υλικών μέσων κλπ.) των φαρμακοβιομηχανιών, δεδομένου μάλιστα ότι την ίδια στιγμή έχει παραχθεί από αυτές πλήθος άλλων φαρμάκων, ακόμα κι εξατομικευμένων για κάθε ασθενή, αλλά το ότι ένα τέτοιο εμβόλιο δε θα εξασφάλιζε την πλέον υψηλή κερδοφορία σε εκείνες τις συνθήκες. Αυτό αποδείχτηκε κι από το γεγονός ότι την περίοδο που ξέσπασε η επιδημία του Έμπολα, τα μονοπώλια της φαρμακοβιομηχανίας «θυμήθηκαν» ξαφνικά ότι υπάρχουν κάποια φάρμακα και εμβόλια σε πειραματικό στάδιο, προφανώς επειδή οι συνθήκες διαμόρφωσαν εκείνη τη χρονική περίοδο κατάλληλες κι επικερδείς αγορές για την προώθηση των εμπορευμάτων τους, αφού η επιδημία πήρε μεγάλες διαστάσεις τόσο στις χώρες της Αφρικής όσο και εκτός συνόρων αυτής. Ρόλο έπαιξε επίσης και το γεγονός ότι τα καπιταλιστικά κράτη και οι διακρατικές οργανώσεις τους συνυπολόγισαν ότι η εξάπλωση της επιδημίας θα έθετε ενδεχομένως σε κίνδυνο τόσο τις μεγάλες επενδύσεις που διατηρούν επιχειρηματικοί όμιλοι σε μια σειρά τομείς σε αυτές τις χώρες (που πλήττονταν από την επιδημία) όσο και γενικότερα την καπιταλιστική ανάπτυξη και στις υπόλοιπες χώρες.

Σημείωση: Ο Αιμίλιος Κακλαμάνος είναι υποψήφιος διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής Αθηνών και συνεργάτης του Τμήματος Υγείας-Πρόνοιας της ΚΕ του ΚΚΕ.   Η Χριστίνα Ματσιακά είναι μέλος του Τμήματος Υγείας-Πρόνοιας της ΚΕ του ΚΚΕ.

Κοινοποιήστε