Ένα από τα μεγάλα μυστήρια της κοινωνίας είναι τι σκέφτονται για τη συμπεριφορά τους όσοι κάνουν τρομερά, αδικαιολόγητα πράγματα. Πώς δικαιολογούν το αδικαιολόγητο;
Όταν τίθεται η ερώτηση, απαντάμε συχνά ότι αρνούνται τι έχουν κάνει πραγματικά, ή ότι το παραδέχονται, αλλά λένε στον εαυτό τους ότι ήταν το σωστό, ότι είναι για το ευρύτερο καλό, κ.λπ.
Η δημοσίευση (μέρους) των αρχείων του Έπσταϊν αποκαλύπτει ότι όχι μόνο τα πιο διεφθαρμένα εγκλήματα που μπορούμε να φανταστούμε διαπράττονται συστηματικά από μεγάλα στρώματα της άρχουσας τάξης, αλλά και ότι σε πολλές περιπτώσεις αυτοί που τα κάνουν δεν μπαίνουν καν στη διαδικασία εκλογίκευσης.
Ούτε ψάχνουν κάποια πραγματική δικαιολογία για τις πράξεις τους, παρά μένουν στη σκέψη: «Μπορώ να αποφύγω τις συνέπειες γιατί είμαι ξεχωριστός. Οι κανόνες δεν ισχύουν για εμένα και τους φίλους μου».
Η ηθική τους και η ηθική μας
Αυτή είναι και ήταν πάντα η ηθική της άρχουσας τάξης. Όπως επεσήμαναν ο Ένγκελς αλλά και ο Τρότσκι, «η ηθική περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη μορφή ιδεολογίας έχει ταξικό χαρακτήρα».
Η ηθική δεν είναι παρά μια έκφραση των πραγματικών σχέσεων της κοινωνίας. Σε μια ταξική κοινωνία, η άρχουσα τάξη, που ζει εκμεταλλευόμενη και συνθλίβοντας όλους τους άλλους, δεν θα ζούσε ποτέ στην πραγματικότητα με την ηθική που υποτίθεται ότι πρέπει να διέπει ολόκληρη την κοινωνία.
Το σκάνδαλο Έπσταϊν είναι σίγουρα το μεγαλύτερο σκάνδαλο στην ιστορία του καπιταλισμού. Όχι μόνο η αμερικανική άρχουσα τάξη, αλλά η άρχουσα τάξη ολόκληρου του δυτικού κόσμου είναι εμπλεκόμενη σ’ αυτό. Όλος ο κόσμος αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι τους κυβερνά μια συμμορία παιδεραστών.
Ο Έπσταϊν και το κομμάτι της άρχουσας τάξης που τον πλαισίωνε δεν ήταν «ανήθικοι» από την ταξική τους σκοπιά. Και αυτό φαίνεται ξεκάθαρα από την αλληλογραφία τους και από το απλό γεγονός ότι συμμετείχαν μεγάλα τμήματα των αρχουσών τάξεων πολλών χωρών.
Αυτή είναι απλώς η πραγματική ηθική της αστικής τάξης στη φάση της παρακμής της: κοντόφθαλμος εγωισμός και ακραία απληστία (που γι’ αυτούς είναι καλά πράγματα), σε συνδυασμό με μια συνειδητή ταξική αλληλεγγύη. «Βοηθάμε ο ένας τον άλλον (αρκεί οι χάρες να είναι αμοιβαίες) και αλληλοπροστατευόμαστε, έτσι ώστε όλο το άθλιο τσίρκο να συνεχίζει».
Ανατριχιαστική εξαχρείωση
Η ζωή και η ψυχολογία του Έπσταϊν και των φίλων του το κάνουν ξεκάθαρο. Μεγαλώνοντας, ο Έπσταϊν δεν εμφάνισε σημάδια ψυχολογικών διαταραχών. Δεν είχε προβλήματα στο σχολείο. Δεν αναφέρθηκε από τους φίλους του ότι ήταν χειριστικός, βίαιος ή οτιδήποτε άλλο. Σύμφωνα με πληροφορίες, μάλιστα, ήταν πολύ συμπαθής και θεωρούνταν ευγενικός. Ως ενήλικας, ενώ διέπραττε τακτικά τις πιο άθλιες πράξεις, φαίνεται ότι ήταν δημοφιλής στον κύκλο του.
Αν κοιτάξει κανείς την αλληλογραφία του, συνήθως δείχνει να έχει καλές σχέσεις με τους ανθρώπους που συναναστρέφεται – όσο αυτό είναι εφικτό, δεδομένου ότι οργάνωνε μια επιχείρηση εμπορίας παιδιών και εκβιασμών.
Όποιος παρατηρήσει την άρχουσα τάξη σε βάθος χρόνου, βλέπει κάτι πολύ ανατριχιαστικό. Οι άνθρωποι εκείνοι που παίρνουν αποφάσεις οι οποίες καταστρέφουν τις ζωές αμέτρητων ανθρώπων και που λένε ανενδοίαστα ψέματα δημοσίως, συχνά δεν είναι ανισόρροποι τρελοί.
Γενικά, τέτοιες κυρίες και κύριοι δεν αντιμετωπίζουν τους πάντες γύρω τους σαν σκουπίδια, ούτε γίνονται μισητοί για φίλους, οικογένεια και συναδέλφους – αν και σίγουρα υπάρχουν τέτοιοι τύποι.
Στην πραγματικότητα, συχνά δείχνουν, μέσα στον κοινωνικό και ταξικό τους κύκλο, σχετικά συμπαθητικοί και λογικοί.
Εξουσία, κατάχρηση και εκμετάλλευση
Ο Τζέφρι Έπσταϊν ήταν ξεκάθαρα ένα τέρας, σχεδόν σίγουρα ψυχοπαθής με αυταπάτες μεγαλείου και ανωτερότητας έναντι των άλλων.
Από αυτό, ωστόσο, δεν προκύπτει ότι επιδίωκε να κακοποιήσει και να εκμεταλλευτεί τους πάντες και παντού. Αντίθετα, εκτόνωνε τον ναρκισσισμό και τη σκληρότητά του πάνω στους ανθρώπους μιας άλλης κοινωνικής τάξης – της εργατικής τάξης. Επιπλέον, μετατράπηκε σε αυτό το τέρας μέσα από τη θέση που κατείχε, στις κορυφές μιας αποσυντιθέμενης καπιταλιστικής κοινωνίας.
Δεν υπάρχουν αναφορές για κακοποίηση νεότερων ανθρώπων πριν αποκτήσει τη δύναμη να το κάνει. Η πρώτη περίπτωση φέρεται να είναι ένα περιστατικό «ανάρμοστης» συμπεριφοράς προς κορίτσια που δίδασκε στην πρώτη του δουλειά και είναι πιθανό αυτό να οδήγησε στην απόλυσή του το 1976.
Ως εκ τούτου, μπορεί κάλλιστα να ήταν παιδόφιλος από τα είκοσι του κι έπειτα. Αλλά δεν υπάρχουν στοιχεία που να δείχνουν ότι συμπεριφέρεται ως τέτοιος μέχρι τη δεκαετία του ’90, όταν πια ήταν ένας ισχυρός χρηματιστής για σχεδόν είκοσι χρόνια.
Καθώς ο πλούτος και η δύναμή του μεγάλωναν, αναμφίβολα μεγάλωνε και η δική του αίσθηση ανωτερότητας. Η δυνατότητα του να κακοποιεί σεξουαλικά και σωματικά νεότερους ανθρώπους αποφεύγοντας τις συνέπειες, πρέπει επίσης να μεγάλωνε. Και θα έβγαζε το συμπέρασμα, βήμα-βήμα, ότι μπορούσε να ξεπερνά τα όρια όλο και περισσότερο.
Παράλληλα, δεν ανέπτυσσε μόνο τη διάθεσή του να το κάνει, αλλά και μια συγκεκριμένη δεξιότητα: να συνάπτει φιλίες με τους σωστούς ανθρώπους, να προσλαμβάνει άλλους για να εκφοβίσουν τα θύματα ή να τον βοηθήσουν να καλύψει πράγματα, κ.λπ.
Επίσης, σε κάποιο σημείο, συνέλαβε την ιδέα ότι μπορεί όχι απλώς να συνεργάζεται με «ομοϊδεάτες» αστούς, αλλά και να το χρησιμοποιήσει για να τους εκβιάζει, καταγράφοντας κρυφά τις άθλιες δραστηριότητές τους.
Ταξική περιφρόνηση
Τα τελευταία χρόνια έχει αποκαλυφθεί ένα πλήθος περιπτώσεων ακραίας κακοποίησης στην οποία για δεκαετίες προχωρούσαν ισχυροί άνδρες σχεδόν σε κοινή θέα χωρίς συνέπειες: ο Χάρβεϊ Γουαϊνστάιν, ο Τζίμι Σάβιλ, ο Μοχάμεντ Αλ Φαγέντ, ο Ρόμπερτ Κέλι (R. Kelly), ο Σον Κομπς (P. Diddy) – η λίστα είναι τεράστια.
Τι μας λέει αυτό; Ότι γι’ αυτούς τους ανθρώπους, ενώ μπορεί να υπήρχε πιθανώς μια προϋπάρχουσα τάση να κακοποιούν άλλους ανθρώπους, η δυνατότητά τους να το κάνουν – χωρίς συνέπειες – ενισχύθηκε σε υπεράνθρωπο βαθμό εξαιτίας της φύσης της καπιταλιστικής κοινωνίας.
Ο Έπσταϊν και η κλίκα του δεν είναι απλώς μέλη της άρχουσας τάξης. Είναι μέλη μιας άρχουσας τάξης στη φάση της παρακμής της – δηλαδή, μιας άρχουσας τάξης που δεν είναι πλέον ικανή να πάει την κοινωνία μπροστά, που μπορεί να επιβιώσει μόνο καταστρέφοντας τα μέσα παραγωγής, αφήνοντας εγκαταλελειμμένα εργοστάσια, αποξένωση και αυξανόμενη ανισότητα στο πέρασμά της.
Η ψυχολογία και η ιδεολογία τους διαμορφώνεται από αυτό. Η «τάξη Έπσταϊν» των χρηματοοικονομικών κερδοσκόπων και λοιπών, περιφρονεί βαθιά την εργατική τάξη. Θεωρούν ότι το καθήκον τους είναι να καταστρέψουν τις κατακτήσεις της εργατικής τάξης από τη μεταπολεμική περίοδο και να την υποτάξουν ολοκληρωτικά στην εξουσία του κεφαλαίου.
Ο Έπσταϊν αναδείχθηκε τις δεκαετίες του 1990 και του 2000 – την περίοδο ακριβώς κατά την οποία, χάρη στην κατάρρευση του σταλινισμού τις νίκες της Θάτσερ και του Ρίγκαν, η τάξη του Έπσταϊν ήταν μεθυσμένη από την επιτυχία, την εποχή κατά την οποία οι άνθρωποι σαν τον Έπσταϊν στέφθηκαν οικονομικοί «κύριοι του σύμπαντος».
Πλούτος και εξουσία
Το ότι ο Έπσταϊν βρισκόταν στο επίκεντρο αυτής της διαδικασίας φαίνεται από τη συνωμοσία του με τον Πίτερ Μάντελσον – τον τότε ντε φάκτο αναπληρωτή πρωθυπουργό της Βρετανίας– εναντίον της ίδιας της κυβέρνησης του Μάντελσον, προκειμένου να μειωθούν οι φόροι στα μπόνους των τραπεζιτών.
Σε αυτή την περίπτωση, δύο άνδρες από διαφορετικές χώρες συνωμότησαν μέσω email για να υπονομεύσουν ένα πολύ ήπιο προοδευτικό μέτρο μιας εκλεγμένης κυβέρνησης.
Είναι προφανές ότι αυτού του είδους η συμπεριφορά είναι συνήθης μεταξύ των μελών της άρχουσας τάξης, ειδικά τις τελευταίες δεκαετίες κατά τις οποίες οι υπέρ-πλούσιοι έχουν συγκεντρώσει περισσότερο πλούτο και δύναμη από ποτέ.
Στα μάτια του Έπσταϊν και πολλών από τον στενό κύκλο του, δεν αγνοούσαν τους ηθικούς κανόνες απλώς επειδή μπορούσαν. Για αυτούς, ήταν σωστό να το κάνουν αυτό, γιατί ήταν ξεχωριστοί, φωτισμένοι, απελευθερωμένοι υπεράνθρωποι.
Από την ηλεκτρονική αλληλογραφία τους, γίνεται ξεκάθαρο ότι απολάμβαναν την ανηθικότητά τους, την παραβίαση των ηθικών κανόνων των «μικρών ανθρώπων», της αγέλης.
«Απαλλαγμένοι από ντροπή»
Η ίδια ψυχολογία γινόταν κυριολεκτικά εμφανής στα ακίνητά του, τα οποία περιείχαν κάθε είδους παράξενα και αποκρουστικά μπιχλιμπίδια, πίνακες ζωγραφικής, ακόμη και κτίρια (όπως ένας αποκρυφιστικός ναός σε ένα από τα νησιά του), που συμβόλιζαν με σχεδόν σατανικό τρόπο τον διεστραμμένο ηδονισμό στον οποίο επιδιδόταν.
Σε ένα email, ένα μέλος του προσωπικού του αναφέρει ότι ο Έπσταϊν ζήτησε να εγκατασταθεί ένας πίνακας με μωρά να καταβροχθίζονται. Το παρατσούκλι του αεροπλάνου του ήταν «Λολίτα Εξπρές». Αγκάλιασε την ταυτότητα του σεξουαλικά διεστραμμένου και κακοποιητή.
Όπως έγραψε γι’ αυτόν ο Τζόσουα Μπαχ, ένας ακαδημαϊκός που τον γνώρισε και αλληλογραφούσε μαζί του:
«Ο Έπσταϊν είχε μια ασυνήθιστη ψυχολογία. Ήταν ευερέθιστος, έντονα περίεργος και εντελώς απαλλαγμένος από φόβο, ενοχές ή ντροπή. Ελλείψει αυτών των βασικών ανθρώπινων χαρακτηριστικών, ήταν ένας κοινωνιοπαθής υψηλής λειτουργικότητας, δεσμευμένος μόνο από κανόνες και πεποιθήσεις που εκείνος ανακάλυπτε για τον εαυτό του.
Από καιρό σε καιρό, ο Έπσταϊν προσκαλούσε έναν κύκλο κορυφαίων επιστημόνων και υψηλόβαθμων πολιτικών σε ένα γραφείο στο Χάρβαρντ, όπου συζητούνταν η επιστήμη και η πολιτική, με μια ριζοσπαστική αδιαφορία για τα ιδεολογικά στρατόπεδα και τα δημόσια ταμπού.
Μια περίοδο κατά την θητεία μου στο Κέιμπριτζ, ο Έπσταϊν συχνά μου έστελνε σύντομα, δυσλεξικά email με τυχαίες σκέψεις του. Προσπάθησα να διερευνήσω και να κατανοήσω την κοσμοθεωρία του, η οποία ήταν εξαιρετικά ασυνήθιστη και συχνά πιο σκοτεινή και πιο ριζοσπαστική από οποιουδήποτε άλλου έχω μιλήσει ποτέ».
Αυτή η περιγραφή περιέχει μια άλλη ενδεικτική εικόνα αυτής της ψυχολογίας. Αναπόσπαστο στοιχείο της θεώρησης του Έπσταϊν για τον εαυτό του ως υπεράνθρωπο ήταν ότι οι ηθικές αναστολές που απέρριπτε δεν ήταν κάτι περισσότερο από ταμπού και πρωτόγονες δεισιδαιμονίες.
Αυτό το «απέδειξε» αναπτύσσοντας σχέσεις με διανοούμενους κάθε προέλευσης. Και πιθανά έβλεπε τον κοινωνικό του κύκλο σαν έναν «απελευθερωμένο» συζητητικό κύκλο, όπου οι ιδιοφυΐες και οι ισχυροί μπορούσαν να συνευρίσκονται χωρίς να είναι υπό την κρίση της «αγέλης».
Μαλθουσιανισμός και ευγονική
Ένα παράδειγμα της «ανατρεπτικής» ψυχολογίας του μπορεί να βρεθεί σε ένα email στο οποίο συζητά για τη φιλανθρωπία του Μπιλ Γκέιτς στην Αφρική. Σε αυτό λέει ότι: «Δεν θέλω να μου ζητήσει να υποστηρίξω τις φιλανθρωπίες του στην Αφρική… Είναι λαμπρός, όπως και ο Γουόρεν [Μπάφετ], δεν μπορούν άραγε να βρουν μια καλύτερη δομή και στόχο για τα ιδρύματά τους, από το να κάνουν τη γελοία δήλωση ότι κάθε ζωή είναι ίση;».
Επέκρινε επίσης την πρόνοια για τους φτωχούς από μια Μαλθουσιανή οπτική, καθώς πίστευε ότι θα οδηγούσε σε υπερπληθυσμό.
Ένα άλλο παράδειγμα ήταν η συχνή ενασχόλησή του με την ιδέα της ευγονικής – ιδιαίτερα της φυλετικής ευγονικής, και με τη ρατσιστική ιδέα ότι διαφορετικές φυλές έχουν διαφορετικές διανοητικές ικανότητες (με τη δική του φυλή στην κορυφή, φυσικά).
Πράγματι, συχνά απασχολήθηκε με το ενδεχόμενο να χρησιμοποιήσει ένα από τα αγροκτήματά του για αναπαραγωγικούς πειραματισμούς, όπου θα μπορούσε με κάποιο τρόπο να δημιουργήσει μια ανώτερη ανθρώπινη ράτσα χρησιμοποιώντας τα δικά του, ανώτερα, γονίδια.
Νιτσεϊκή παράκρουση
Πάνω από εκατό χρόνια πριν, όταν η καπιταλιστική τάξη βρισκόταν για πρώτη φορά σε αδιέξοδο και απειλούταν σοβαρά από την ολοένα και πιο ισχυρή εργατική τάξη, οι ιδέες του Νίτσε βρήκαν τεράστια απήχηση μεταξύ των αστών διανοουμένων.
Αυτό που παρείχαν οι ιδέες του σε αυτά τα στρώματα ήταν ένας τρόπος να ντύνουν βαθιά αντιδραστικά συμφέροντα με δραματικές, ακόμη και φαινομενικά «επαναστατικές», ιδέες.
Το πιο αποκρουστικό πρόγραμμα συντριβής της εργατικής τάξης, που είναι αυτό το οποίο πραγματικά υποστήριζε ο Νίτσε, διαστράφηκε σε κάτι που ακουγόταν απελευθερωτικό.
Υποστήριζε με ενθουσιασμό ότι οι «υπεράνθρωποι», οι καλλιτεχνικές ιδιοφυΐες και οι επίδοξοι ισχυροί ηγεμόνες, πρέπει να είναι απαλλαγμένοι από τη στενόμυαλη, ζηλότυπη και ανασταλτική «ηθική του σκλάβου» που χαρακτηρίζει την αγέλη, ώστε να είναι σε θέση να κάνουν τα θαύματά τους και να μεταμορφώσουν τον κόσμο.
Αυτή είναι η ψυχολογία που είχε ο Έπσταϊν και ο κύκλος του. Όλες οι πιο αποκρουστικές και σκληρές πράξεις τους ήταν, γι’ αυτούς, απόδειξη του ηρωικού τους μεγαλείου, της ξεχωριστής σπουδαιότητάς τους.
Απ’ ό,τι φαίνεται, ο Έπσταϊν ήθελε να παγώσει το κεφάλι και το πέος του, ώστε να μπορέσει να επανέλθει στη ζωή, αλλά και να πραγματώσει την προαναφερθείσα επιθυμία του να δημιουργήσει με τα γονίδιά του μια ανώτερη εκδοχή της ανθρώπινης φυλής.
Καπιταλιστικά παράσιτα
Μακριά από την ψυχολογία ενός καλώς εννοούμενου «υπεράνθρωπου», ο Έπσταϊν είχε την ψυχολογία αυτού που πραγματικά ήταν: ενός παρασίτου.
Καθώς ο καπιταλισμός εισήλθε στη φάση της επιθανάτιας αποσύνθεσής του, το σώμα του γέμισε καρκινικούς όγκους, δηλαδή γιγάντια χρηματοπιστωτικά μονοπώλια που απομυζούν κάθε παραγωγική δραστηριότητα.
Σε αυτό το παρασιτικό είδος, το πιο παρασιτικό τμήμα απ’ όλα πρέπει να είναι οι διαχειριστές του πλούτου, οι επαγγελματίες φοροαποφεύγοντες και οι διαμεσολαβητές που «λαδώνουν» τα γρανάζια για την πραγματοποίηση σκιωδών συμφωνιών.
Αυτό ακριβώς έκανε ο Έπσταϊν. Διαχειριζόταν τον πλούτο των υπέρ-πλούσιων και αποσπούσε ένα υπέρογκο μερίδιο για τον εαυτό του μέσω εκβιασμών και διασυνδέσεων.
Δεν υπάρχει κανείς στον καπιταλισμό που συνεισφέρει λιγότερα, παίρνει παίρνει περισσότερα, και γενικά βλάπτει την κοινωνία πιο πολύ από αυτούς της «ειδικότητας» του Έπσταϊν. Οι αυταπάτες τους για το μεγαλείο τους, τους είναι αναγκαίες για να αντισταθμίσουν τον παρασιτισμό τους.
Η αρρωστημένη φύση της θέσης του και της ευρύτερα της τάξης του αποκρυσταλλώθηκε στην άθλια συμπεριφορά τους, που τώρα βγαίνει στο φως.
Βρωμερή υποκρισία
Βλέπουμε έτσι την ακραία υποκρισία της άρχουσας τάξης της Δύσης. Βλέπουμε ότι αυτοί που κηρύττουν την υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, που μοιράζουν βραβεία Νόμπελ, που πατρονάρουν φιλανθρωπίες και ΜΚΟ, συμμετέχουν στις πιο άθλιες πράξεις που μπορεί να κάνει άνθρωπος.
Αυτή είναι η ηθική και η ψυχολογία της άρχουσας τάξης: ωμή, βρωμερή υποκρισία. Η αποκάλυψη όλων αυτών φαντάζει σαν μια εντολή προς τις εργαζόμενες μάζες όλου του κόσμου: να μην τους πιστέψετε ποτέ ξανά. Να γκρεμίσουμε πλήρως την εξουσία τους. Να μην αφήσουμε όλα τα δεινά που υπέστησαν τα θύματά του να είναι μάταια. Να ανατρέψουμε την άρχουσα τάξη!
Ντάνιελ Μόρλεϊ
Μετάφραση: Αλέξανδρος Καραγκούνης




