Οι τελευταίες εβδομάδες σημαδεύτηκαν από ιστορικές αλλαγές στην παγκόσμια κατάσταση. Η υπογραφή του Μνημονίου Κατανόησης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν στις 17 Ιουνίου συνιστά μια στρατηγική και ιστορική ήττα για τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό.
Όπως η ήττα στο Βιετνάμ το 1975 και η φυγή από το Αφγανιστάν το 2021, το Μνημόνιο με το Ιράν επισφραγίζει την πλήρη αδυναμία του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού να επιβάλλει τη θέλησή του σε μια σημαντική περιοχή για τον διεθνή ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό, όπως είναι η Μέση Ανατολή. Η υποκριτική «επιστροφή στο διεθνές δίκαιο» και η άρση των χρηματοπιστωτικών περιορισμών στο Ιράν, είναι μια ντε φάκτο παραδοχή ότι η «πάλαι ποτέ» ιμπεριαλιστική «υπερδύναμη» των ΗΠΑ έχει πλέον αποδυναμωθεί σοβαρά και δεν μπορεί να ανταπεξέλθει σε μια αντιπαράθεση ταυτόχρονα σε πολλά και πολλαπλά μέτωπα.
Ακραία υποκρισία, εξάντληση και αναδίπλωση
Ο Τραμπ, θέλοντας να ξεχάσουμε ότι ο στόχος του πολέμου ήταν η αλλαγή καθεστώτος, επαίρεται τώρα ότι «υποχρέωσε το Ιράν να δεσμευθεί πως δεν θα αποκτήσει πυρηνικά όπλα», και ότι «του επέβαλλε την επιστροφή στις επιθεωρήσεις του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (IAEA)».
Σε αυτό το σημείο αξίζει να θυμίσουμε ότι το 2015 είχε υπογραφεί από την αμερικανική κυβέρνηση η διεθνής συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν (JCPOA), με τον IAEA να είναι ο επίσημος εγγυητής και να εκδίδει από τότε συνεχώς εκθέσεις που πιστοποιούσαν ότι η Τεχεράνη τηρούσε τις δεσμεύσεις της. Όμως το 2018, η πρώτη κυβέρνηση Τραμπ, εξυπηρετώντας τα συμφέροντα των πιο επιθετικών τμημάτων του αμερικανικού κεφαλαίου και των συμμάχων τους (Ισραήλ, Σαουδική Αραβία), πέταξε τις εκθέσεις του IAEA στον κάλαθο των αχρήστων. Αποχώρησε μονομερώς από τη συμφωνία γράφοντας στα παλαιότερα των υποδημάτων της το «διεθνές δίκαιο» και επέβαλλε τις πιο σκληρές οικονομικές κυρώσεις στην Ιστορία του Ιράν, αποκόπτοντάς το από το διεθνές σύστημα πληρωμών.
Αυτές οι κυρώσεις οδήγησαν στην κατάρρευση του ιρανικού νομίσματος, σ’ έναν εκρηκτικό πληθωρισμό, και σε μια ανθρωπιστική κρίση, αφού έγινε αδύνατη η εισαγωγή ακόμα και κρίσιμων φαρμάκων και ιατρικού εξοπλισμού, ενώ οι εξαγωγές πετρελαίου, που αποτελούν τον πνεύμονα της χώρας, μειώθηκαν δραματικά.
Τώρα πλέον αυτό το υπερόπλο των κυρώσεων έχει πλέον εξαντλήσει τα όριά του, αφού δεν κατάφερε να γονατίσει το ιρανικό καθεστώς, αλλά αντίθετα έσπρωξε την Τεχεράνη στην αγκαλιά του Πεκίνου και της Μόσχας. Σήμερα, με την παγκόσμια οικονομία να κλυδωνίζεται, η διατήρηση αυτών των περιορισμών θα μπορούσε να τινάξει τις τιμές της ενέργειας στον αέρα και να βαθύνει την κρίση του ίδιου του δυτικού καπιταλισμού.
Καταργώντας τις κυρώσεις η άρχουσα τάξη των ΗΠΑ, ομολογεί πλέον ότι εγκλωβίστηκε σε ένα αδιέξοδο. Όταν αποκλείεις με οικονομικές κυρώσεις ταυτόχρονα μια πυρηνική υπερδύναμη με τεράστιους πόρους όπως η Ρωσία, μια περιφερειακή στρατιωτική δύναμη με πετρέλαιο όπως το Ιράν, και ταυτόχρονα κλιμακώνεις τον εμπορικό πόλεμο ενάντια στην εργοστασιακή ατμομηχανή του πλανήτη, την Κίνα, τότε αναγκάζεις αυτούς τους τρεις αντιπάλους σου να ενωθούν. Η Ρωσία και το Ιράν πουλούν πετρέλαιο (και φυσικό αέριο η πρώτη) στην Κίνα, η Κίνα τους χρηματοδοτεί και τους προμηθεύει τεχνολογία, και το Ιράν προσφέρει στρατιωτική τεχνολογία (όπως τα drones) και έλεγχο σε κρίσιμα θαλάσσια περάσματα (Στενά του Ορμούζ, Ερυθρά Θάλασσα).
Ας μην παραβλέπουμε επίσης, τον παράγοντα «στρατιωτική και βιομηχανική εξάντληση». Η αμερικανική πολεμική βιομηχανία, λειτουργεί με βάση το καπιταλιστικό κέρδος και όχι τις πραγματικές ανάγκες ενός παρατεταμένου, πολυμέτωπου πολέμου. Οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ έχουν ήδη αδειάσει τις αποθήκες πυρομαχικών τους για να στηρίξουν το αντιδραστικό καθεστώς του Κιέβου, χωρίς να μπορούν να ανταγωνιστούν την πολεμική παραγωγή της Ρωσίας. Η τυφλή στήριξη στη γενοκτονική εκστρατεία του Ισραήλ επίσης, απορροφά τεράστιους αμερικανικούς πόρους, την ίδια στιγμή που οι Χούθι της Υεμένης αμφισβητούν ντε φάκτο την αμερικανική κυριαρχία στις θάλασσες.
Πάνω από όλα, η αμερικανική αστική τάξη γνωρίζει ότι ο πραγματικά θανάσιμος κίνδυνος για τα συμφέροντά της είναι η Κίνα. Αν δεν αναδιπλωθεί και δεν κλείσει επειγόντως μέτωπα στα οποία δεν μπορεί αποδεδειγμένα να νικήσει, όπως η Μέση Ανατολή, θα απειληθεί να βρεθεί εντελώς απροετοίμαστη αύριο στον Ειρηνικό.
Έτσι η χαλάρωση της οικονομικής θηλιάς στο Ιράν δεν είναι προϊόν ειρηνικής διάθεσης. Είναι η τακτική υποχώρηση ενός ληστή που συνειδητοποιεί ότι δεν μπορεί να τα βάλει ταυτόχρονα με πολλούς. Οι ληστές του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού χρειάζονται το ιρανικό πετρέλαιο στην παγκόσμια αγορά για να πέσουν επειγόντως οι τιμές της ενέργειας στη Δύση και να ανακουφιστεί η δική τους οικονομία από τον πληθωρισμό.
Νευρικότητα και ανησυχία σε G7 και Σύνοδο του ΝΑΤΟ
Οι επιπτώσεις από τη στρατηγική ήττα των ΗΠΑ γίνονται ορατές με νευρικότητα και ανησυχία στα ιμπεριαλιστικά επιτελεία. Αυτό φάνηκε χαρακτηριστικά στη Σύνοδο των G7 στη Γαλλία στα μέσα Ιουνίου, η οποία διεξήχθη σε κλίμα έντονης νευρικότητας. Εκεί η περιβόητη «δυτική ενότητα» αποδείχθηκε ραγισμένη βιτρίνα. Πίσω από τις διακηρύξεις για την ενέργεια και τις «κρίσιμες πρώτες ύλες», η Σύνοδος χαρακτηρίστηκε από την αγωνία για την απώλεια του ελέγχου των παγκόσμιων εμπορικών δρόμων (μετά την κρίση στο Ορμούζ) και τη συνολική αδυναμία του δυτικού ιμπεριαλισμού να ανακόψει την οικονομική επέκταση της Κίνας.
Παρότι αυτές οι γραμμές γράφονται δύο εβδομάδες πριν από τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ, μπορεί κανείς να προβλέψει ότι εκεί θα κυριαρχήσουν και πάλι οι διαξιφισμοί για τις αμυντικές δαπάνες, κατ’ αντανάκλαση της ανησυχίας των αρχουσών τάξεων για την δυσαρέσκεια των εργαζόμενων της Ευρώπης μπροστά στην άγρια λιτότητα που σηματοδοτούν οι πυρετώδεις εξοπλισμοί, αλλά επίσης, και η αμηχανία και αβεβαιότητα που δημιουργεί η αμερικανική ήττα στη Μέση Ανατολή.
Πόλεμος στην Ουκρανία: πού βρισκόμαστε;
Στο μεταξύ ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει εισέλθει ήδη στον πέμπτο χρόνο του και έχει μετατραπεί σε πόλεμο φθοράς. Μετά την προσωρινή ανάσχεση της ρωσικής εαρινής επίθεσης, η Ουκρανία έχει εντείνει τις επιθέσεις μεγάλου βεληνεκούς, χτυπώντας ρωσικές υποδομές καυσίμων και γραμμές ανεφοδιασμού στην Κριμαία, ακόμη και στη Μόσχα. Ωστόσο, κανείς δεν πρέπει να αμφιβάλλει ότι η πίεση προς το Κίεβο από τους δυτικούς προστάτες του (που έχουν στερέψει από πολεμοφόδια και οικονομική αντοχή) για έναν συμβιβασμό είναι τεράστια.
Σε τελική ανάλυση, δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι σε αυτόν τον αντιδραστικό ιμπεριαλιστικό «πόλεμο δι’ αντιπροσώπων» μεταξύ Ρωσίας και ΝΑΤΟ, η πραγματική λύση δεν πρόκειται να έρθει από τα ιμπεριαλιστικά παζάρια. Μόνο η αφύπνιση της ταξικής συνείδησης των Ρώσων και Ουκρανών εργατών ενάντια στις αστικές τους τάξεις και τον δυτικό ιμπεριαλισμό, που από κοινού τους στέλνουν στη σφαγή, μπορεί να επιβάλει μια σταθερή και βιώσιμη διέξοδο από τον σημερινό εφιάλτη.
Ευρώπη: αστάθεια και ύφεση
Περνώντας στην Ευρώπη, βλέπουμε ότι οι αστικές τάξεις βρίσκονται εγκλωβισμένες στις «συμπληγάδες» ενός αποδυναμωμένου, ξεδοντιασμένου Αμερικανού συμμάχου – προστάτη, της οικονομικής στασιμότητας και της αυξανόμενης αντισυστημικής διάθεσης των εργαζόμενων και της νεολαίας.
Η οργανική αδυναμία όλων των συστημικών κυβερνήσεων, τόσο των παραδοσιακών δεξιών όσο και των σοσιαλδημοκρατικών, να δώσουν λύση στην κρίση του κόστους διαβίωσης, με χαρακτηριστικό τελευταίο παράδειγμα την ξαφνική παραίτηση του αντιδημοφιλούς Στάρμερ από την πρωθυπουργία στη Βρετανία, τροφοδοτεί την άνοδο της δημαγωγικής Ακρας Δεξιάς, ενώ ταυτόχρονα προετοιμάζει το έδαφος για νέους μαζικούς εργατικούς αγώνες.
Η εργατική τάξη στην Ευρώπη εξοργίζεται καθημερινά με την κερδοσκοπική ακρίβεια και τα δισεκατομμύρια ευρώ που κατευθύνονται στους εξοπλισμούς και αφαιρούνται απευθείας από την Υγεία, την Παιδεία και τους μισθούς. Αυτή η οργή σύντομα θα στραφεί και ενάντια στους ακροδεξιούς δημαγωγούς που ήδη ξεσκεπάζονται παντού ως αντιδραστικοί εκφραστές και δουλικοί υπηρέτες του καπιταλιστικού κατεστημένου.
Ελληνοτουρκικά: η «Θετική Ατζέντα» και ο ιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός
Η τροχιά που βρίσκονται τώρα οι ελληνοτουρκικές σχέσεις επιβεβαιώνει την εκτίμηση των κομμουνιστών ότι πίσω από την επίσημη ρητορική της ελληνικής και της τουρκικής αστικής τάξης περί «ύφεσης» και «διαλόγου», κρύβεται ο ανηλεής ανταγωνισμός για τη μοιρασιά της λείας των ενεργειακών πόρων, των εμπορικών δρόμων της Ανατολικής Μεσογείου και της γεωπολιτικής επιρροής.
Βέβαια τυπικά, ο ελληνοτουρκικός διάλογος πάνω στη λεγόμενη «Θετική Αντζέντα» βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη, με τελευταίο σταθμό τη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στις 17/6, μεταξύ του Έλληνα Γενικού Επιθεωρητή Στρατού και του Διοικητή της 1ης Τουρκικής Στρατιάς. Όμως αυτές οι συναντήσεις χρησιμοποιούνται από τις δύο αστικές τάξεις ως διπλωματικό προπέτασμα καπνού. Ενώ παρουσιάζονται ως βήματα για τη «μείωση των εντάσεων», στην πραγματικότητα αποτελούν το απαραίτητο διπλωματικό «λιπαντικό» στον σκληρό τους ανταγωνισμό στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Καμία από τις δύο πλευρές δεν έχει εγκαταλείψει τις στρατηγικές της επιδιώξεις. Η τουρκική αστική τάξη επαναφέρει σταθερά στο προσκήνιο το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», ενώ η ελληνική αστική τάξη υπεραμυνόμενη (των ιμπεριαλιστικών και επιθετικών) «κυριαρχικών δικαιωμάτων» της, επιχειρεί να κερδίσει πόντους στον ανταγωνισμό αξιοποιώντας την αστάθεια στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, τη θέση της στην ιμπεριαλιστική ΕΕ και τη βρώμικη συμμαχία της με το γενοκτονικό Ισραήλ.
Ταυτόχρονα, η (επικείμενη την ώρα που γράφεται αυτό το άρθρο) Σύνοδος του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα ρίχνει βαριά τη σκιά της στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η ελληνική αστική τάξη που εμφανίζεται ως ο «πιο πιστός και δεδομένος σύμμαχος» του αμερικανονατοϊκού ιμπεριαλισμού, ανησυχεί γιατί η τουρκική αστική τάξη, εκμεταλλευόμενη τη γεωστρατηγική της θέση και την αποδυνάμωση του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, διεκδικεί αναβαθμισμένο ρόλο περιφερειακής υπερδύναμης, ενώ το ΝΑΤΟ και οι ΗΠΑ για να κρατήσουν την Τουρκία σταθερά στο δυτικό στρατόπεδο και μακριά από την επιρροή της Ρωσίας και της Κίνας, θα είναι υποχρεωμένοι να της κάνουν παραχωρήσεις, πιθανότατα σε βάρος και των ελληνικών «κυριαρχικών δικαιωμάτων».
Η εργατική τάξη και η νεολαία οφείλουν να μείνουν μακριά από τον εθνικισμό και τον σοβινισμό. Αυτά είναι τα πιο δοκιμασμένα εργαλεία της άρχουσας τάξης για να διχάζει το προλεταριάτο και στις δύο πλευρές του Αιγαίου.
Οι αστικές τάξεις Ελλάδας και Τουρκίας χρησιμοποιούν τον εξωτερικό εχθρό για να επιβάλλουν την πειθαρχία στο «σπίτι» και να αποπροσανατολίσουν την εργατική τάξη από την εξαθλίωση. Επικαλούνται τις «κόκκινες γραμμές», την ΑΟΖ, το casus belli και τους εξοπλισμούς,. για να αποπροσανατολίσουν την εργατική τάξη, να σπείρουν το μίσος ανάμεσα στους λαούς και να δικαιολογήσουν τα δισεκατομμύρια που αφαιρούνται από την Υγεία και την Παιδεία για να πάνε σε Rafale, Belharra και F-16, πλουτίζοντας τις πολεμικές βιομηχανίες της Δύσης.
Όταν όμως το επιτάσσουν οι ανάγκες του ΝΑΤΟϊκού ιμπεριαλισμού στην περιοχή π.χ. για να κρατηθεί αρραγές το μέτωπο απέναντι στη Ρωσία, αλλά και όταν διαπιστώνεται ότι υπάρχει έδαφος για αμοιβαίο όφελος, τότε οι δύο άρχουσες τάξεις μπαίνουν σε φάση προσωρινής «ύφεσης» και «ελληνοτουρκικής φιλίας» και σπεύδουν να στήσουν επιχειρηματικά φόρουμ. Τότε αποδεικνύουν ότι δεν έχουν καμιά πατρίδα μπροστά στο κέρδος. Συναντιούνται για να μοιράσουν την πίτα στον τουρισμό (π.χ. με τις βίζες εξπρές στα νησιά του Αιγαίου), στις μεταφορές και στην ενέργεια και θέτουν στόχους για αυξημένο διμερή εμπορικό όγκο, όπως εκείνος των 10 δισ. δολαρίων που έχει τεθεί από τη «Θετική Ατζέντα». Αυτά είναι κέρδη που θα καταλήξουν αποκλειστικά στους λογαριασμούς των εφοπλιστών, και των ενεργειακών και κατασκευαστικών κολοσσών των δύο κρατών.
Το κοινό συμφέρον της ελληνικής και της τουρκικής εργατικής τάξης είναι να γυρίσουν την πλάτη στα ιμπεριαλιστικά σχέδια και τις αστικές επιδιώξεις. Η ειρήνη και η ευημερία των λαών στην περιοχή δεν θα διασφαλιστούν ούτε από τη Χάγη, ούτε από τα νατοϊκά παζάρια, αλλά μέσα από τον κοινό, διεθνιστικό αγώνα των Ελλήνων και Τούρκων εργαζομένων για την ανατροπή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδίας των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής.
Ακραία εγκλήματα: σύμπτωμα της κοινωνικής αποσύνθεσης
Η πρωτοφανής όξυνση της εγκληματικότητας το τελευταίο διάστημα στην Ελλάδα, δεν αποτελεί ένα τυχαίο, ηθικό ή αστυνομικό πρόβλημα. Είναι η αντανάκλαση της βαθιάς σήψης του συστήματος. Η ληστρική ακρίβεια στα τρόφιμα, την ενέργεια και τη στέγη, η ανεπάρκεια των μισθών, η υποβάθμιση της δημόσιας Παιδείας και Υγείας, και η έλλειψη προοπτικής για τη μορφωμένη νεολαία, η διάψευση κάθε προσδοκίας των μικροαστικών στρωμάτων για συντήρηση της ήδη αποδυναμωμένης κοινωνικής τους θέσης και η εξώθηση ολόκληρων τμημάτων της εργατικής νεολαίας στην περιθωριοποίηση-λουμπενοποίηση δημιουργούν ένα κοινωνικό περιβάλλον γενικευμένης απόγνωσης.
Αυτό το ζοφερό περιβάλλον, σε συνδυασμό, τόσο με τη ραγδαία αύξηση της ταξικής ανισότητας και της ξεδιάντροπης επίδειξης πλούτου και εξουσίας από τα πιο εξαχρειωμένα τμήματα της άρχουσας τάξης, όσο και με τις διαρκείς αποκαλύψεις υποθέσεων κυβερνητικής διαφθοράς, παράγει αναπόφευκτα μια ισχυρή τάση προς τη βία ενάντια στον αδύναμο και την υποτίμηση της αξίας της ανθρώπινης ζωής. Η τάση αυτή βρίσκεται πίσω από την αυξημένη εγκληματικότητα, η οποία, με αυτή την έννοια, είναι ένα ξεκάθαρο σύμπτωμα αποσύνθεσης της αστικής κοινωνίας. Η ακραία και ειδεχθής φύση των εγκλημάτων που έρχονται καθημερινά στο φως, με τις γυναικοκτονίες στην «πρώτη γραμμή», αλλά και με εγκλήματα που όλο και περισσότερο έχουν ως θύματα παιδιά, υπογραμμίζει ακριβώς την αξιοσημείωτη έκταση στην οποία έχει φτάσει αυτή η αποσύνθεση.
Σκάνδαλα: ο φυσικός τρόπος ύπαρξης της Ν.Δ. και της άρχουσας τάξης
Στο μεταξύ, η αλυσίδα των κυβερνητικών σκανδάλων συνεχίζεται, με πιο πρόσφατη την αποκάλυψη του μαφιόζικου κυκλώματος στις πολεοδομίες από επίλεκτα, κυβερνητικά στελέχη της Ν.Δ., με το ένταλμα σύλληψης του ιστορικού στελέχους της Ν.Δ. και επιτρόπου της Κομισιόν, Δ. Αβραμόπουλου, για ξέπλυμα μαύρου χρήματος και την καταδίκη της γνωστής βουλευτίνας της Ν.Δ., Α. Μ. Ασημακοπούλου, και άλλων στελεχών της Ν.Δ. για σωρεία παραβιάσεων προσωπικών δεδομένων.
Στο σκάνδαλο των Πολεοδομιών, συνειδητοποιούμε ότι ενώ ο φτωχός εργαζόμενος πνίγεται στα πρόστιμα για μια μικροαλλαγή στο σπίτι του, το μεγάλο κεφάλαιο χρησιμοποιεί το real estate, το «ξέπλυμα» χρήματος και τη δωροδοκία των κρατικών υπαλλήλων για να παρανομεί ασύδοτα, να τσιμεντοποιεί το περιβάλλον και να κερδοσκοπεί.
Στο σκάνδαλο Αβραμόπουλου και στην εμπλοκή του στη Μη Κυβερνητική Οργάνωση (ΜΚΟ) του διαβόητου Παντσέρι, αποκαλύπτεται η οργανική σύνδεση των αστών πολιτικών με τα μεγάλα καπιταλιστικά μονοπώλια μέσω του «λόμπινγκ». Οι ΜΚΟ χρησιμοποιούνται συστηματικά ως «πλυντήρια» χρήματος. Πίσω από τις μεγαλόστομες διακηρύξεις για τα «ανθρώπινα δικαιώματα» και την «καταπολέμηση της ατιμωρησίας», οι αστοί πολιτικοί εξαργυρώνουν τις διασυνδέσεις τους ως έμμισθοι μεσάζοντες για τα συμφέροντα αυταρχικών καθεστώτων όπως το Κατάρ και μεγάλων πολυεθνικών.
Τέλος, στο σκάνδαλο Ασημακοπούλου, η διαρροή των λιστών με τα προσωπικά δεδομένα των απόδημων Ελλήνων προς όφελος του κομματικού μηχανισμού της Ν.Δ. έδειξε το πραγματικό πρόσωπο της «ψηφιακής διακυβέρνησης». Η άρχουσα τάξη αντιμετωπίζει τους πολίτες και τα δεδομένα τους ως εμπόρευμα και ως εργαλείο για την εκλογική χειραγώγηση. Ο κομματικός στρατός της Ν.Δ. χρησιμοποίησε το ίδιο το Υπουργείο Εσωτερικών σαν ιδιωτικό του παραμάγαζο, αποδεικνύοντας ότι η αστική «νομιμότητα» και το «κράτος δικαίου» ισχύουν μόνο στα χαρτιά.
Γενικότερα, τα σκάνδαλα αυτά, όπως συνέβη και με τις υποκλοπές, τη συγκάλυψη του εγκλήματος των Τεμπών και τις μαζικές καταχρήσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ, επιβεβαιώνουν το μαρξιστικό αξίωμα ότι τα φαινόμενα κοινωνικής αποσύνθεσης είναι ο καθρέφτης του αντιδραστικού και παρασιτικού ρόλου της άρχουσας τάξης, των λειτουργιών, της ψυχολογίας και των ηθών της.
Το αστικό καθεστώς προς σοβαρή αποσταθεροποίηση
Ωστόσο, με έναν διαλεκτικό τρόπο, το αποτέλεσμα με τη σειρά του, γίνεται αιτία. Τα ίδια τα προϊόντα της καπιταλιστικής σήψης γίνονται καθοριστικά υποπροϊόντα, ένας παράγοντας που οξύνει περαιτέρω την κρίση του συστήματος. Έτσι, τα σκάνδαλα παράγουν συγκεκριμένα πολιτικά αποτελέσματα, πολύ οδυνηρά για το αστικό καθεστώς.
Παρά τις συστηματικές προσπάθειες που καταβάλλουν οι καλοταϊσμένες από την κυβέρνηση εταιρείες δημοσκοπήσεων να τονίσουν την τάχα «αδιαμφισβήτητη» εκλογική πρωτιά της Ν.Δ. και την «αποκλειστική πρωθυπουργική καταλληλότητα» του Μητσοτάκη, η γενικευμένη δυσωδία από τα σκάνδαλα έχει δημιουργήσει ήδη ένα οξύτατο αδιέξοδο στο αστικό πολιτικό στρατόπεδο. Δεν υπάρχει στο προσκήνιο μια ορατή και βιώσιμη αστική εναλλακτική λύση μετά την αναπόφευκτη, επικείμενη εκλογική συντριβή της Ν.Δ.
Αν μέσα στη Ν.Δ. υπήρχε μια τάση ή μια προσωπικότητα ικανή να δημιουργήσει αυξημένες πολιτικές προσδοκίες στην άρχουσα τάξη και τα μεσαία στρώματα της πόλης και της υπαίθρου, αλλά και στην ευμεγέθη εκείνη μερίδα των συνταξιούχων που στηρίζει τα τελευταία χρόνια εκλογικά τη Ν.Δ., τότε ο Μητσοτάκης θα είχε ήδη αποχωρήσει με το ανάθεμα του φθαρμένου και διεφθαρμένου, και η εκλογική απήχηση του κόμματος θα είχε ελπίδα να αποκατασταθεί. Τώρα όμως, αυτή η επιλογή δεν υπάρχει. Αυτό δεν οφείλεται σε κάποια μεταφυσική «δύναμη» του Μητσοτάκη. Οφείλεται στο γεγονός ότι όλες οι υπόλοιπες ηγετικές φιγούρες και μερίδες της Δεξιάς είναι σε τελική ανάλυση, πολιτικά και ηθικά όμοιες με τον Μητσοτάκη στα μάτια του λαού. Είναι οργανικά ανίκανες να δημιουργήσουν ένα πλειοψηφικό εκλογικό ρεύμα.
Έτσι, ειδικά αν τελικά ιδρυθεί, όπως όλα δείχνουν, ένα νέο κόμμα υπό τον Σαμαρά, η αστική τάξη θα κινδυνεύσει να χάσει οριστικά τη δυνατότητα σχηματισμού αυτοδύναμων κυβερνήσεων. Θα αναγκαστεί να στηρίζεται στο επόμενο ορατό διάστημα σε ασταθείς κυβερνήσεις συνεργασίας, οι οποίες υπό το βάρος της αναπόφευκτης επιδείνωσης της διεθνούς καπιταλιστικής κρίσης θα κλυδωνίζονται και θα είναι ετοιμόρροπες μπροστά σε κάθε μαζική εργατική-λαϊκή κινητοποίηση.
Τι θα εκφράζει και τι θα φέρει το κόμμα Σαμαρά
Το πιθανό νέο κόμμα Σαμαρά, ειδικά με τη διαφαινόμενη άμεση ή έμμεση στήριξη του Καραμανλή, θα φανερώσει τις βαθιές ρωγμές που υπάρχουν μέσα στο αστικό πολιτικό στρατόπεδο.
Ο Α. Σαμαράς θα επιχειρήσει να στήσει ένα «πατριωτικό κόμμα» στα πρότυπα της «σκληρής» παραδοσιακής Δεξιάς, με σκοπό να εγκλωβίσει τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Θα εμφανιστεί ως το ανάχωμα απέναντι σε κάθε ελληνοτουρκική συνδιαλλαγή και θα εμπορεύεται «μακεδονολογία» και εθνικιστική υστερία για το Αιγαίο. Θα στοχοποιήσει την «κεντρώα, φιλελεύθερη» στροφή της Ν.Δ. (π.χ. νόμος για τα ομόφυλα ζευγάρια), ποντάροντας στα πιο καθυστερημένα, σκοταδιστικά και θρησκευτικά ένστικτα των μικροαστών. Ταυτόχρονα, θα προσπαθεί υποκριτικά να εμφανιστεί ως προστάτης των «αδικημένων» μικροαστών και δανειοληπτών. Αυτή είναι η κλασική τακτική της Άκρας Δεξιάς να εκμεταλλεύεται την οικονομική εξαθλίωση για να κερδίσει εκλογική πελατεία, κρύβοντας ότι η κυβέρνηση του Σαμαρά ψήφισε και εφάρμοσε τα πιο άγρια μνημόνια.
Το νέο κόμμα Σαμαρά δεν θα αποτελεί ένα δευτερεύον πλήγμα για τη Ν.Δ. Θα την απειλήσει με διχοτόμηση. Ο Σαμαράς δεν είναι ένας περιθωριακός πολιτευτής. Έχει επιφανείς ολιγάρχες ως παραδοσιακούς υποστηρικτές και κουβαλάει μαζί του ένα ισχυρό δίκτυο στήριξης από βουλευτές, τοπικά στελέχη και «καραμανλικούς» που νιώθουν σήμερα «αποκλεισμένοι» από το Μαξίμου.
Η δημιουργία του κόμματος Σαμαρά θα ρυμουλκήσει προς τα δεξιά ολόκληρο το αστικό στρατόπεδο. Για να αντιμετωπίσει τη διαρροή ψηφοφόρων, η κυβέρνηση Μητσοτάκη θα υιοθετήσει ακόμα πιο σκληρή, αυταρχική και εθνικιστική ρητορική. Αυτό θα σημάνει ένταση της κρατικής καταστολής ενάντια στο εργατικό κίνημα και τη νεολαία, και περαιτέρω δηλητηρίαση της κοινωνίας με ρατσισμό και εθνικισμό.
Κυβέρνηση και εκλογές
Μέσα σ’ αυτό το σκηνικό, η έντονη παρασκηνιακή συζήτηση για εκλογές αντανακλά τον πανικό της αστικής τάξης μπροστά στο ενδεχόμενο να χάσει τον έλεγχο των πολιτικών εξελίξεων.
Η προσφυγή του Μητσοτάκη σε πρόωρες εκλογές το προσεχές φθινόπωρο είναι πλέον εξαιρετικά πιθανή. Στήνοντας κάλπες άμεσα, ο Μητσοτάκης θα θελήσει να προλάβει τον Σαμαρά πριν το νέο του κόμμα αποκτήσει υπόσταση, αναγκάζοντας τους «γαλάζιους» βουλευτές που αμφιταλαντεύονται να παραμείνουν, λόγω του φόβου ότι θα χάσουν τη βουλευτική τους έδρα. Η κυβέρνηση συνειδητοποιεί ότι ο χρόνος δεν δουλεύει υπέρ της. Αν ο Μητσοτάκης εξαντλήσει τη θητεία του, κινδυνεύει να οδηγηθεί σε μια παρατεταμένη πολιτική κηδεία. Προτιμά να ρισκάρει μια ελεγχόμενη εκλογική αναμέτρηση τώρα, παρά να συρθεί σε εκλογές αργότερα, έχοντας καταρρεύσει πλήρως δημοσκοπικά.
Πάνω από όλα, ο Μητσοτάκης θέλει να εκμεταλλευτεί την ιστορική αδυναμία των κομμάτων της σοσιαλδημοκρατικής και «αντισυστημικής» αντιπολίτευσης για να εμφανιστεί ξανά ως ο μοναδικός εγγυητής της «αστικής σταθερότητας» και των συμφερόντων του μεγάλου κεφαλαίου, εκβιάζοντας το εκλογικό σώμα.
Οι εκλογές και η άρχουσα τάξη
Αυτό που φοβούνται περισσότερο από όλα οι αστοί είναι η λεγόμενη «ακυβερνησία», δηλαδή οι παρατεταμένες περίοδοι χωρίς σταθερή κυβέρνηση. Η αιτία είναι ότι, μπροστά στην επικείμενη επιδείνωση της πορείας του ελληνικού καπιταλισμού, έχουν ανάγκη από σταθερές κυβερνήσεις που να μπορούν να εφαρμόσουν προγράμματα επίθεσης στο βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων.
Επιπλέον, βρισκόμαστε στη φάση που ολοκληρώνονται μεγάλα ιμπεριαλιστικά και επιχειρηματικά «projects» (ενεργειακοί κόμβοι, ιδιωτικοποιήσεις, real estate στο Ελληνικό, εξοπλιστικά προγράμματα). Οι ολιγάρχες, τραπεζίτες και οι μεγάλοι καπιταλιστικοί όμιλοι (όπως η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, η Motor Oil, ο όμιλος Μυτιληναίου κ.ά) θέλουν μια κυβέρνηση που να υπογράφει συμβόλαια χωρίς καθυστερήσεις. Η προοπτική για αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις τους προκαλεί πανικό.
Οι μεγάλοι καπιταλιστές και ειδικά οι εφοπλιστές, οι οποίοι ελέγχουν και τα μεγάλα τηλεοπτικά κανάλια και εφημερίδες, δεν ποντάρουν ποτέ όλα τα λεφτά τους «σε ένα άλογο». Θα στηρίξουν την προσφυγή Μητσοτάκη στις κάλπες, με την προϋπόθεση ότι ο αιφνιδιασμός θα είναι αστραπιαίος και θα εξασφαλίσει ότι η ΝΔ θα παραμείνει ο βασικός κορμός της επόμενης αστικής κυβέρνησης.
Ταυτόχρονα, τμήματα του κεφαλαίου, ιδιαίτερα εκείνα που δυσαρεστήθηκαν από συγκεκριμένες «μοιρασιές» του Μαξίμου ή που επενδύουν στον εθνικισμό και τις εξοπλιστικές μπίζνες, χρηματοδοτούν και στηρίζουν υπογείως την κίνηση Σαμαρά. Βλέπουν το κόμμα Σαμαρά ως μια «εφεδρεία»: αν ο Μητσοτάκης καταρρεύσει, θέλουν ένα ισχυρό, ελεγχόμενο δεξιό κόμμα που θα πιέσει για μια κυβέρνηση συνεργασίας υπό τους δικούς τους όρους.
Η στάση των ολιγαρχών θα φανεί πεντακάθαρα από τον τρόπο που τα συστημικά ΜΜΕ (Mega, ΣΚΑΪ, ANT1, Alpha) θα διαχειριστούν την προεκλογική περίοδο. Από τη μία πλευρά θα εντείνουν την τρομοκρατία στοχεύοντας κύρια προς τους μικροαστούς και τους συνταξιούχους με το δίλημμα «Μητσοτάκης ή χάος (οικονομική καταστροφή)». Από την άλλη, θα χρησιμοποιούν τα σκάνδαλα επιλεκτικά, ως μοχλούς πίεσης προς το Μαξίμου, για να θυμίζουν ποιος είναι το πραγματικό αφεντικό.
Οι εκλογές, η εργατική τάξη και οι επαναστάτες κομμουνιστές
Το αντικειμενικό ιστορικό καθήκον της εργατικής τάξης ενόψει τον εκλογών είναι να αξιοποιήσει την προεκλογική περίοδο ως πεδίο πάλης ενάντια στον ταξικό της αντίπαλο. Πάνω σ’ αυτή τη βάση, η προσπάθεια για ενότητα όλων των μαζικών πολιτικών δυνάμεων που δηλώνουν ότι θέλουν να εκφράσουν τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων σε ένα ενιαίο ψηφοδέλτιο, αυτονόητα, είναι επιβεβλημένη. Ένα ενιαίο εκλογικό μέτωπο στη βάση διεκδικήσεων που θα απαντούν στα στοιχειώδη προβλήματα της εργατικής τάξης και θα θέτουν τον σκοπό μιας εργατικής κυβέρνησης για τη ριζική τους επίλυση, είναι απόλυτα αναγκαίο. Εκείνοι που αρνούνται ή υποβαθμίζουν αυτή την υπόθεση δεν είναι σε θέση να αφουγκραστούν την «άλφα βήτα» των εργατικών αναγκών. Είναι συνήθως οι ίδιοι που σε κάθε εργατική κινητοποίηση, από μια απεργία σε έναν μικρό εργασιακό χώρο μέχρι μια γενική απεργία, δεν μπορούν να καταλάβουν τη σημασία της ενότητας όλων των εργαζόμενων στον αγώνα.
Ωστόσο, ένα τέτοιο εργατικό εκλογικό μέτωπο δεν μπορεί να δημιουργηθεί μόνο με τις δυνάμεις και την υποστήριξη μικρών οργανώσεων, όπως αυτή που εκδίδει την εφημερίδα που κρατάτε στα χέρια σας. Πρέπει αυτονόητα να υποστηριχτεί από μαζικά κόμματα που είτε θα διαθέτουν ηγεσίες με ειλικρινή θέληση να συμβάλουν στον εργατικό αγώνα, είτε θα έχουν μια ενεργή εργατική βάση που να μπορεί να επιβάλει την αναγκαία ενότητα στις ηγεσίες. Δυστυχώς, ο ψυχρός πολιτικός ρεαλισμός, μας επιβάλλει να διαπιστώσουμε ότι τίποτα από τα δύο δεν υπάρχει σήμερα.
Ξεκινώντας από τα νέα κόμματα, η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» της Μ. Καρυστιανού αποκαλύπτεται μέρα με τη μέρα ως ένα αντιδραστικό κόμμα της αστικής δεξιάς με ψευτο-αντισυστημικό μανδύα. Αντικειμενικά, ο μόνος ρόλος που μπορεί να διαδραματίσει, είναι με όπλο τη χυδαία κοινοβουλευτική εξαργύρωση της συμπάθειας των μαζών για τα θύματα του εγκλήματος των Τεμπών, να συμβάλει στην ανανέωση της χαμηλής αξιοπιστίας του αστικού πολιτικού στρατοπέδου, και όχι ασφαλώς στη μαχητική συσπείρωση του εργατικού.
Η ηγεσία της ΕΛ.Α.Σ., που στα λόγια εμφανίζεται να κόπτεται για τα εργατικά συμφέροντα, από το πρώτο λεπτό της εμφάνισής της στο προσκήνιο ξεκαθάρισε ότι δεν θέλει συνεργασία με κανένα κόμμα. Κάνει έκκληση για άνευ όρων και κατά μόνας συσπείρωση στις δικές της γραμμές, υπό τη δική της καθοδήγηση, η οποία με τη σειρά της, όπως έχουμε εξηγήσει καθορίζεται από τις κατευθύνσεις ενός τμήματος της ίδιας της ολιγαρχίας. Πάνω από όλα, ακόμα και στην (απίθανη) περίπτωση που θα έκανε η ΕΛ.Α.Σ μια έκκληση για εργατική εκλογική ενότητα, είναι τέτοιο το αντεργατικό-αντιλαϊκό παρελθόν της ηγεσίας της ως κυβέρνηση με επικεφαλής τον ιδρυτή της, που η έκκληση αυτή δεν θα είχε καμία αξιοπιστία για τη μεγάλη πλειονότητα των εργαζόμενων και των νέων.
Επιλέον, η αστική «ως το μεδούλι» και επίσης δοκιμασμένα συστημική, ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, ούτε θέλει, ούτε και διαθέτει στοιχειώδη αξιοπιστία για να μπορέσει να συμμετάσχει σε ένα εκλογικό εργατικό μέτωπο. Η συντριπτική πλειονότητα της εργατικής τάξης και της νεολαίας αντιμετωπίζει τουλάχιστον ειρωνικά τα αντιδεξιά πυροτεχνήματα του Ν. Ανδρουλάκη, γνωρίζοντας ότι ο ίδιος δεν έχει ποτέ αποκηρύξει την πολύ πρόσφατη συμμετοχή του ΠΑΣΟΚ στη σκληρή μνημονιακή συγκυβέρνηση με τη ΝΔ, η μισή κυβέρνηση Μητσοτάκη αποτελείται από στελέχη του «σημιτικού» ΠΑΣΟΚ, και μία ολόκληρη τάση στην ηγεσία και στην κοινοβουλευτική του ομάδα υπό την Α. Διαμαντοπούλου είναι έτοιμη να ξανασυνεργαστεί με τη Ν.Δ.. Μάλιστα, η προαναφερθείσα κυρία δεν διστάζει ακόμα και να κολακεύει δημόσια την κυβέρνηση για τα «καλά δημοσιονομικά» και «την πολύ καλή αποδοχή της χώρας στο εξωτερικό» (βλ. Συνέντευξη στον τηλεοπτικό σταθμό OPEN TV, στις 17/6).
Ο ΣΥΡΙΖΑ βιώνει την τελική φάση μιας εξευτελιστικής αποσύνθεσης. Με τη σημερινή εξαΰλωση της απήχησής του (η οποία φέρει τη σφραγίδα όχι μόνο του τσιπρικού Σ. Φάμελλου, αλλά και του αντιπολιτευόμενου σ’ αυτόν αλλά αμετανόητου για την υποταγή στην τρόικα και τη μνημονιακή διακυβέρνηση, Π. Πολάκη), επιβεβαιώνεται πλήρως η πρόβλεψή μας από το 2015, ότι αργά ή γρήγορα, ο ΣΥΡΙΖΑ θα γνωρίσει συρρίκνωση αλά ΠΑΣΟΚ, και η αναθεωρημένη της εκδοχή μετά την ήττα του 2023, ότι όλα τα κομμάτια του μνημονιακού ΣΥΡΙΖΑ (συμπεριλαμβανομένων της ΝΕ.ΑΡ. και των Δημοκρατών του Κασσελάκη) θα μετατραπούν σε μνημονιακές σέχτες.
Την αναγκαία εργατική εκλογική ενότητα, δεν μπορούν να προωθήσουν αποτελεσματικά ούτε και ο προσωποπαγής, και ιδεολογικά, ταξικά και προγραμματικά θολός σχηματισμός της Πλεύσης Ελευθερίας, παρά την πολύ μαχητική αντικυβερνητική ρητορική της επικεφαλής του, Ζ. Κωνσταντοπούλου, ούτε και το ΜέΡΑ25, το οποίο, παρά τη σχετικά αριστερή του μετατόπιση και τις ειλικρινείς εκκλήσεις του Γιάνη Βαρουφάκη για αριστερή ενότητα στη βάση συγκεκριμένων προγραμματικών θέσεων, δεν διαθέτει τους αναγκαίους δεσμούς με την εργατική τάξη και τη νεολαία.
Τέλος, δυστυχώς, την ενωτική εκλογική υπόθεση ενάντια στα κόμματα του κεφαλαίου αρνείται «από θέση αρχής» (κάκιστα, αφού δεν πρόκειται για ένα θέμα πολιτικών και ιδεολογικών αρχών αλλά για ένα ζήτημα τακτικής στην υπηρεσία του εργατικών συμφερόντων) η ηγεσία του ΚΚΕ. Αρνείται ακόμα και να την υπερασπίσει θεωρητικά με σκοπό να αυξήσει την επιρροή του κόμματος στις εργατικές μάζες που πλειοψηφικά την κατανοούν, έχοντας εγκλωβίσει μόνιμα σε μια βαθιά αντιλενινιστική, σεχταριστική στρατηγική, χιλιάδες αγωνιστές του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος.
Αυτή η στάση όλων των αυτοπλασαριζόμενων ως φιλεργατικών, φιλολαϊκών ή αριστερών κομμάτων της αντιπολίτευσης, επιτείνει τη σύγχυση και την απελπισία στις μάζες της εργατικής τάξης και της νεολαίας, ωθώντας τις είτε στην επιζήμια και επωφελή μόνο για τη Δεξιά και την Άκρα Δεξιά εκλογική αποχή, είτε στην παροχή μιας ψήφου απελπισίας σε ό,τι θα εμφανίζεται ως ισχυρότερος εκλογικός πόλος ενάντια στην άθλια Ν.Δ. του Μητσοτάκη. Οι επαναστάτες κομμουνιστές αντιμετωπίζουμε χωρίς ελιτισμό αυτή την απελπισμένη και κυνική πιθανή εκλογική στάση των εργαζόμενων. Την κάνει δυστυχώς αναπόφευκτη η ίδια η ακατάλληλη πολιτική στάση των σοσισαλδημοκρατικών, «αντισυστημικών» και αριστερών ηγεσιών της αντιπολίτευσης.
Η δική μας πάγια από το 2015 και μετά, εκλογική θέση για παροχή ταξικής και ιδεολογικής, και ταυτόχρονα πολιτικά κριτικής, ψήφου στο ΚΚΕ, θεωρούμε ότι και πάλι είναι η συνεπέστερη δυνατή, στις δοσμένες πολιτικές συνθήκες.
Όμως για εμάς, το κύριο ιστορικό ζητούμενο παραμένει η μετατροπή της σημερινής παθητικής αγανάκτησης σε ένα συνειδητό, μαζικό, επαναστατικό κίνημα. Όπως έδειξε πριν από έναν μόλις χρόνο η μεγαλύτερη γενική απεργία στη Σύγχρονη ελληνική Ιστορία, η ανάπτυξη ενός τέτοιου κινήματος είναι απόλυτα εφικτή.
Ωστόσο, το τονίζουμε για μία ακόμα φορά: αυτό που πάνω από όλα λείπει για να αναπτυχθεί και να νικήσει αυτό το αναγκαίο κίνημα είναι η οικοδόμηση μιας ισχυρής επαναστατικής ηγεσίας, ενός μαζικού λενινιστικού, επαναστατικού – κομουνιστικού κόμματος, που θα μπορέσει να συνδέσει τους καθημερινούς εργατικούς αγώνες με την ανατροπή του καπιταλισμού και την πάλη για τον σοσιαλισμό.
Αν λοιπόν, αγαπητέ μας αναγνώστη, αρνείσαι να παραδοθείς στην εξαθλίωση, αν εξοργίζεσαι με την αδικία και τη βία της καπιταλιστικής καθημερινότητας, η θέση σου είναι μαζί μας στην προσπάθεια για το χτίσιμο ενός τέτοιου κόμματος. Μην μένεις παρατηρητής! Γίνε τώρα μέλος της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Διεθνούς (RCI) και του ελληνικού της τμήματος!
Σταμάτης Καραγιαννόπουλος




