Η συμφωνία με την τρόικα, η πολιτική κατάσταση και τα καθήκοντα ΣΥΡΙΖΑ – ΚΚΕ

ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΣ-ΤΡΟΙΚΑ

Η συμφωνία κυβέρνησης – τρόικας για δόσεις που θα έπρεπε να έχουν καταβληθεί από πέρσι και θα κατευθυνθούν κύρια στην εξυπηρέτηση του ληστρικού κρατικού χρέους, δεν μπορούν να καλύψει το αδιέξοδο του ελληνικού καπιταλισμού.

Η κυβέρνηση στην πραγματικότητα πανηγυρίζει όχι γιατί τάχα έσωσε την χώρα, αλλά επειδή της επιτράπηκε να ψηφοθηρήσει με τα ψίχουλα του πρωτογενούς πλεονάσματος, δίνοντας εφάπαξ – «χαρτζιλίκια» στους «ένστολους» που τους χρειάζεται για την καταστολή επερχόμενων μαζικών κινημάτων και σε ένα ελάχιστο τμήμα των εξαθλιωμένων μαζών.

Αυτό που ενδιαφέρει την κυβέρνηση δεν είναι η επιβίωση των εξαθλιωμένων, αλλά η δική της επιβίωση στην εξουσία, που θα της επιτρέπει να πληρώνει απρόσκοπτα τους κερδοσκόπους κατόχους χρέους και φυσικά, να εξυπηρετεί τα ελληνικά αφεντικά της όπως ο Βαρδινογιάννης και ο Λάτσης, στους οποίους χάρισε στα μέσα Μάρτη με ειδική διάταξη στη Βουλή γιγάντια ποσά. Τον δεύτερο μάλιστα τον απάλλαξε από κάθε υποχρέωση χρηματοδότησης της τράπεζας που ο ίδιος οδήγησε στη χρεοκοπία (Eurobank) και που «ανακεφαλαιοποιείται» με δανεικά του ελληνικού λαού.

Σε αντίθεση με τα κυβερνητικά πανηγύρια, ο ελληνικός καπιταλισμός συνεχίζει να βρίσκεται στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Παρά τα δύο «κουρέματα» του χρέους και τα Μνημόνια περικοπών, απολύσεων και χαρατσιών, το χρέος από 129% του ΑΕΠ που ήταν πριν από 4 χρόνια, τώρα προσεγγίζει το 180%.

Τα πρωτογενή πλεονάσματα στα οποία επενδύει η κυβέρνηση, είναι αδύνατο στα επόμενα χρόνια να φθάνουν στο προβλεπόμενο από τα Μνημόνια ύψος, γεγονός που θα αποτελεί διαρκώς πεδίο «τριβών» με την τρόικα και θα επιβάλει τη συνεχή λήψη σκληρών μέτρων. Για φέτος προβλέπεται πλεόνασμα 1,6% του ΑΕΠ ή 2,7 δις ευρώ, για του χρόνου 3% ή 5,7 δις και για το 2016 το επιδιωκόμενο ποσοστό είναι 4,5% ή 8,9 δις. Σε αυτό το ύψος μάλιστα, θα πρέπει να διατηρηθεί το πλεόνασμα επί αρκετά χρόνια. Ταυτόχρονα, για τα επόμενα χρόνια θα πρέπει να εμφανίζεται ανάπτυξη 3% ώστε το χρέος να καταστεί βιώσιμο. Είναι αδύνατο όμως το κράτος να απορροφά από την οικονομία τα δισεκατομμύρια που απαιτούνται για τα πλεονάσματα και παράλληλα, να σημειώνονται οι αναγκαίοι, υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης.

Αυτό που δεν αναφέρει η πρόσφατη συμφωνία με την τρόικα είναι το που θα βρεθούν τα 14 δις ευρώ που ισοδυναμούν με το χρηματοδοτικό κενό της διετίας 2014-15, ενώ γενικότερα δεν προβλέπεται καμία ελάφρυνση για το δυσβάστακτο χρέος. Έτσι με δεδομένο ότι το μεγαλύτερο τμήμα του χρέους – τα 250 από τα 320 δις ευρώ, δηλαδή το 138% από το 178% που είναι το συνολικό του ύψος – κατέχεται πλέον από τα κράτη της Ευρωζώνης, τον Μηχανισμό και το ΔΝΤ, η κυβέρνηση θα συνεχίζει να επαφίεται στη γενναιοδωρία της τρόικας. Όμως αυτή η γενναιοδωρία για να εκφραστεί με μια μεγάλη επιμήκυνση ή ένα «κούρεμα» θα απαιτηθούν νέα Μνημόνια για παραδειγματισμό προς τους υπόλοιπους υπερχρεωμένους, που θα κάνουν το «τούνελ» της μαζικής εξαθλίωσης ατέλειωτο.

Κι αυτό είναι μόνο το «καλό σενάριο», που προϋποθέτει μια ομαλή εφαρμογή του προγράμματος στην Ελλάδα, με την επίτευξη των προβλεπομένων ποσοστών ανάπτυξης και πλεονασμάτων, μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον ανάκαμψης. Γιατί η οποιαδήποτε παλινδρόμηση προς μια βαθειά ύφεση σε εσωτερικό ή διεθνές επίπεδο, θα μπορούσε να φέρει την Ελλάδα στα πρόθυρα της εγκατάλειψης από την τρόικα και της επιστροφής στο εθνικό νόμισμα.

Η οριακή κατάσταση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος επίσης, αποτελεί μια υποψήφια εστία κλιμάκωσης της κρίσης. Παρά την πρόσφατη ανακεφαλαιοποίηση με 40 και πλέον δις ευρώ, η Τράπεζα της Ελλάδας ανακοίνωσε νέες ανάγκες ύψους 6,5 δις ευρώ έως το 2016 και μάλιστα με βάση το υπεραισιόδοξο, επίσημο σενάριο των Μνημονίων. Την ίδια στιγμή, τα «κόκκινα δάνεια» υπολογίζονται σε 40% έως το τέλος του έτους, κάνοντας το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, μαζί με το κρατικό χρέος, έναν εκρηκτικό παράγοντα που απειλεί τον μύθο της εξόδου από την κρίση.

Η εργατική τάξη σε απόγνωση – το εργατικό κίνημα σε παράλυση

Η συμφωνία κυβέρνησης – τρόικας για νέα μέτρα όπως η μείωση των εργοδοτικών εισφορών που θα οδηγήσει σε μείωση των συντάξεων, οι μαζικές απολύσεις στο κράτος, η απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων στον ιδιωτικό τομέα, η κατάργηση των «τριετιών» για τους μακροχρόνια ανέργους και οι αλλαγές στον νόμο «1264» που θα κάνουν δυσκολότερη την προκήρυξη μιας απεργίας, δείχνει ξεκάθαρα ότι η «νέα Ελλάδα» που θεμελιώνει με καμάρι ο αδίστακτος Σαμαράς θα είναι η Ελλάδα όπου η εργατική εξαθλίωση θα περισσεύει και τα στοιχειώδη εργατικά δικαιώματα θα είναι ανύπαρκτα. Κι όλα αυτά συμβαίνουν ενώ 1 στους 3 ικανούς για εργασία είναι άνεργος, 6 στους 10 πολίτες αδυνατούν να πληρώσουν τους φόρους τους και 2,6 εκατ. φορολογούμενοι δημιούργησαν πέρσι νέα χρέη στην εφορία ύψους 10,1 δις ευρώ! (στοιχεία από τη Γραμματεία Εσόδων και το ΕΒΕΑ).

Μπροστά σε αυτή την κατάσταση η εργατική τάξη, η νεολαία και τα φτωχά λαϊκά στρώματα βρίσκονται σε απόγνωση. Σαν αποτέλεσμα των απανωτών ηττών, το εργατικό κίνημα βρίσκεται σε μια απότομη υποχώρηση, κουρασμένο, αποδιοργανωμένο και με έλλειψη εμπιστοσύνης στις δυνάμεις του. Ενδεικτική ήταν η παταγώδης αποτυχία της τελευταίας απεργίας της ΑΔΕΔΥ, στην οποία συμμετείχαν μόλις 1 στους 10 εργαζόμενους στο Δημόσιο. Αυτό είναι το αποτέλεσμα του εγκληματικού ρόλου της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας στους αγώνες των προηγούμενων χρόνων, αλλά και της απροθυμίας των ηγεσιών του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ να πάρουν τις αναγκαίες, ενωτικές πρωτοβουλίες για την αγωνιστική αντεπίθεση του εργατικού κινήματος.

«Ποτάμια» αστικών μεθοδεύσεων και αναποφάσιστων

Η αστική τάξη εκμεταλλευόμενη την έλλειψη μια ορατής διεξόδου στο πεδίο των μαζικών ταξικών αγώνων και τη γενικευμένη σύγχυση από την απουσία μιας πειστικής, ριζικής πολιτικής λύσης για τα προβλήματα των τσακισμένων από την κρίση μεσαίων στρωμάτων, προσπαθεί να διοχετεύσει τη δυσαρέσκεια για τα παλιά κόμματα και τις ηγεσίες της προς νέα, «κεντρώα» πολιτικά μορφώματα, όπως είναι το «Ποτάμι» του καθεστωτικού δημοσιογράφου Θεοδωράκη. Μετά την κατάρρευση της «Πρωτοβουλίας των 58», ένας ακόμα αστός πολιτικός παλιάτσος επιστρατεύτηκε για να δημιουργήσει ένα υποστύλωμα σε μια μελλοντική αστική κυβέρνηση. Το γεγονός ότι το «Ποτάμι» κατάφερε με την ίδρυσή του να εξασφαλίσει μια αξιοσημείωτη απήχηση στα γκάλοπ, είναι ενδεικτικό για τη σύγχυση και την απελπισία που επικρατεί σήμερα, ειδικά στις τάξεις των μικροαστών.

Τα τελευταία γκάλοπ όμως, αναδεικνύουν ακόμα πιο σημαντικές τάσεις από την αναπάντεχη, αλλά σίγουρα πρόσκαιρη απήχηση του «Ποταμιού». Δείχνουν ότι η ΝΔ αδυνατεί να ανακάμψει από τα ιστορικά χαμηλά σημερινά της ποσοστά και ότι το ΠΑΣΟΚ και η ΔΗΜΑΡ βρίσκονται σε μια σταθερή πορεία προς την πολιτική εξαφάνιση. Η ανάγκη για «νέα κόμματα» σημειώνεται ανοικτά πλέον από τους αστούς και σε κάθε περίπτωση εκτός από την ίδρυση συμπληρωματικών κεντρώων δυνάμεων όπως το «Ποτάμι», θα οδηγήσει αναπόφευκτα και σε μια απόπειρα να δημιουργηθεί με άξονα μια «επικοινωνιακά» ανανεωμένη ΝΔ ένας «νέος», ενιαίος αστικός πολιτικός πόλος, με σκοπό να αμφισβητήσει την πρώτη θέση του ΣΥΡΙΖΑ στις επόμενες εθνικές εκλογές.

Η σοβαρότερη τάση όμως που αναδεικνύουν τα πρόσφατα γκάλοπ είναι η μεγάλη αύξηση των αναποφάσιστων και όσων δεν εκφράζονται σήμερα από κανένα κόμμα. Αυτή η καταγεγραμμένη διάθεση δεν είναι καθόλου απολιτική. Γενικότερα, στην πλειονότητά της εκφράζει με διαστρεβλωμένο τρόπο τις αναζητήσεις για έναν αληθινά επαναστατικό πολιτικό σχηματισμό, που θα μπορούσε με τις ιδέες του να αλλάξει ριζικά τη μοίρα των εκμεταλλευόμενων. Ειδικότερα όμως, εκφράζει και την έντονη δυσπιστία για τα κόμματα της Αριστεράς και ιδιαίτερα για τον ΣΥΡΙΖΑ, που αντί να κερδίζει σταθερή υποστήριξη μέσα στις πλατειές μάζες της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, αντιμετωπίζεται με έντονη καχυποψία και με χαμηλές πολιτικές προσδοκίες.

Η συμμαχία ΣΥΡΙΖΑ – ΚΚΕ μια επιτακτική αναγκαιότητα

Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να δώσει μια καθαρή εξήγηση για την απουσία πολιτικής δυναμικής του κόμματος στις μάζες, ενθουσιασμού για την πολιτική και το πρόγραμμά του, αλλά και για την υπολειτουργία και τον πρόωρο μαρασμό των τοπικών του οργανώσεων σε όλη τη χώρα. Από την πλευρά της η Κομμουνιστική Τάση έχει εδώ και καιρό με έναν ξεκάθαρο τρόπο δώσει την εξήγηση: όλα αυτά τα φαινόμενα εκφράζουν την απογοήτευση των εργαζόμενων και της νεολαίας για τη δεξιά στροφή της ηγεσίας. Η εικόνα μιας ηγεσίας που από την επομένη κιόλας των εκλογών του 2012 πασχίζει να δώσει διαπιστευτήρια «υπευθυνότητας» και μετριοπάθειας στο μεγάλο κεφάλαιο και τους «εταίρους» της τρόικας, έχει ζωντανέψει τα φαντάσματα από τις ιστορικές προδοσίες της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ και έχει απομακρύνει ιδιαίτερα τη νεολαία από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Το τραγικό είναι ότι η ηγεσία, όχι μόνο δεν βλέπει και δεν αισθάνεται την αποδοκιμασία της δεξιάς στροφής της από τη βάση, αλλά επιχειρεί την πλήρη διαστρέβλωση της πραγματικότητας. Υποστηρίζει ότι χρειάζεται ακόμα περισσότερη «μετριοπάθεια», ακόμα περισσότερος «ρεαλισμός», ακόμα περισσότεροι σύμμαχοι από το αστικό στρατόπεδο. Έτσι δεν έβγαλε κανένα συμπέρασμα από το φιάσκο με τον ακροδεξιό Καρυπίδη, έκλεισε τα αυτιά της στην εξέγερση της αριστερής βάσης ενάντια στον Μνημονιακό Βουδούρη και τώρα, με περισσό θράσος δια του εκλεκτού της βουλευτή Κοντονή (με άρθρο στην «Εφημερίδα των Συντακτών» στις αρχές του μήνα) προτείνει περισσότερες συμμαχίες με τον «μεσαίο» χώρο.

Είναι ξεκάθαρο ότι αυτοί οι σύντροφοι στην ηγεσία δεν θέλουν να συγκρουστούν με την τρόικα και το κεφάλαιο για να εκφράσουν τις ανάγκες και τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, που χωρίς την υποστήριξη της δεν θα μπορούσαν να κάνουν πολιτικές καριέρες και ψάχνουν τον εύκολο δρόμο για να αποκτήσουν υπουργικούς θώκους. συνεργαζόμενοι με κεντροαριστερούς «μετρ» της αστικής διαχείρισης.

Πράγματι, ο ΣΥΡΙΖΑ χρειάζεται επειγόντως μια άλλη πολιτική συμμαχιών. Χρειάζεται όμως συμμαχίες που θα εκφράζουν την ενότητα της εργατικής τάξης στην πάλη της ενάντια στον καπιταλισμό και όχι συνεργασίες με εκπροσώπους και απολογητές του καπιταλισμού, όπως οι ΑΝΕΛ και η κεντροαριστερά (ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ, Ποτάμι και σία). Τέτοιες συμμαχίες θα μεταβάλουν οριστικά τον ΣΥΡΙΖΑ από ελπίδα της εργατικής τάξης και της νεολαίας σε έναν μίζερο διαχειριστή ενός συστήματος που τσακίζει το βιοτικό τους επίπεδο. Αντίθετα η ενότητα της εργατικής τάξης ενάντια στους εκμεταλλευτές της μπορεί πολιτικά να εκφραστεί μονάχα από την συμμαχία του ΣΥΡΙΖΑ με το ΚΚΕ.

Η πολιτική αυτή συμμαχία, όπως δείχνουν όλα τα γκάλοπ, θα μπορούσε να δώσει μια αυτοδύναμη κομμουνιστική κυβέρνηση για πρώτη φορά στη σύγχρονη ελληνική ιστορία, να ανοίξει τον δρόμο για το ξερίζωμα του σάπιου καπιταλισμού και να δώσει το έναυσμα για μια επαναστατική, αριστερή στροφή σε ολόκληρη την Ευρώπη. Αναλογιζόμενος αυτές τις τρομακτικές ιστορικές δυνατότητες κάθε απλός αριστερός αγωνιστής συνειδητοποιεί ότι η άρνηση των αριστερών ηγεσιών να συγκροτήσουν μια τέτοια συμμαχία συνιστά ένα ιστορικό, πολιτικό έγκλημα.

Ο συνήθης αντίλογος από την πλευρά της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι η ηγεσία του ΚΚΕ είναι σεχταριστική και δεν θέλει συμμαχίες. Αυτό όμως αντιπροσωπεύει μόνο τη μισή αλήθεια. Είναι η δεξιά, σοσιαλδημοκρατική στροφή της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ που «θρέφει» το σεχταρισμό της ηγεσίας του ΚΚΕ. Αν η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ με το κατάλληλο πρόγραμμα στρεφόταν ενάντια στον καπιταλισμό, χωρίς να αναζητά ανύπαρκτες προοδευτικές συνταγές διαχείρισης, τότε η ηγεσία του ΚΚΕ, κάτω από την πίεση της ίδιας της βάσης της, δεν θα μπορούσε να αρνηθεί την πολιτική συνεργασία.

Από την άλλη πλευρά, η ηγεσία του ΚΚΕ επικαλείται σαν αιτία για την άρνηση κάθε συνεργασίας, την σοσιαλδημοκρατικοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ. Όμως αν το ΚΚΕ υιοθετούσε τη λενινιστική τακτική του ενιαίου μετώπου ενάντια στην επίθεση του κεφαλαίου, τασσόταν υπέρ μια εκλογικής συμμαχίας με τον ΣΥΡΙΖΑ ενάντια στα κόμματα του κεφαλαίου και δεχόταν να ψηφίζει στη Βουλή κάθε μέτρο μιας κυβέρνησής του που θα στρέφεται ενάντια στον καπιταλισμό και θα είναι υπέρ των συμφερόντων της εργατικής τάξης, κάνοντας σκληρή αντιπολίτευση σε κάθε αντίθετο μέτρο, τότε μόνο θετικές εξελίξεις θα δημιουργούνταν για την εργατική τάξη. Ακόμα και αν η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ απογοήτευε με μια διαχειριστική, σοσιαλδημοκρατική πολιτική τους εργαζόμενους, το ΚΚΕ στη βάση μιας τέτοιας ενωτικής τακτικής και προβάλλοντας ένα δικό του εναλλακτικό επαναστατικό πρόγραμμα, θα αποτελούσε την επόμενη, φυσική πολιτική επιλογή των εργατικών μαζών. Έτσι η λενινιστική τακτική της επιδίωξης μιας συμμαχίας στη βάση της ταυτόχρονης υπεράσπισης ενός επαναστατικού προγράμματος, θα μπορούσε να φέρει τις μάζες γρηγορότερα στο μονοπάτι του κομμουνισμού, πιθανότατα χωρίς να χρειαστεί να υποστούν την εμπειρία μιας ακόμα κυβέρνησης των κομμάτων του κεφαλαίου.

Αρνούμενες ή υπονομεύοντας σήμερα την προοπτική μιας συμμαχίας των δύο κομμάτων, οι ηγεσίες του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ αντικειμενικά , ανεξάρτητα από τις προθέσεις τους, ορθώνουν ένα αξεπέραστο εμπόδιο στον αγώνα της εργατικής τάξης να αλλάξει τη μοίρα της και την κοινωνία. Η Κομμουνιστική Τάση του ΣΥΡΙΖΑ θα συνεχίζει υπομονετικά να υπερασπίζεται και να αγωνίζεται για αυτή την ενότητα, επιδιώκοντας με όλες τις δυνάμεις της το χτίσιμο μιας γέφυρας ανάμεσα στα δύο κόμματα του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος, θεωρώντας πάντοτε ότι η πιο στέρεη βάση για την ενότητα, είναι ένα αληθινά επαναστατικό, σοσιαλιστικό πρόγραμμα.