Την 11η Δεκεμβρίου 2025, τα συνδικάτα στην Πορτογαλία κήρυξαν γενική απεργία ενάντια στον αντεργατικό νόμο του συντηρητικού πρωθυπουργού Λουίς Μοντενέγκρο. Η απεργία, με ευρεία συμμετοχή, αποτέλεσε σημείο καμπής στον κοινωνικό και ταξικό αγώνα, φέρνοντας την ταξική πάλη στο επίκεντρο και διαλύοντας τους «πολιτισμικούς πολέμους» που προωθεί η άρχουσα τάξη. Ο νέος νόμος απειλεί βασικά δικαιώματα, εισάγοντας μέτρα όπως η «τράπεζα χρόνου» που καταργεί τις υπερωρίες, διευκολύνει τις απολύσεις, περιορίζει τη συλλογική διαπραγμάτευση, υπονομεύει τα δικαιώματα μητρότητας και νομιμοποιεί τη ψεύτικη αυτοαπασχόληση. Αυτός ο νόμος δεν έπεσε από τον ουρανό, αλλά είναι έκφραση της κρίσης του συστήματος, που σπρώχνει όλες τις αστικές κυβερνήσεις να επιτεθούν στην εργατική τάξη, ιδιαίτερα σε καθυστερημένες καπιταλιστικές χώρες όπως η Ελλάδα και η Πορτογαλία.
Η απεργία παρέλυσε κρίσιμους τομείς, όπως οι μεταφορές, η βιομηχανία και οι δημόσιες υπηρεσίες, ενώ η συμμετοχή ήταν μικρότερη σε επισφαλείς ιδιωτικούς τομείς (τουρισμός, καταστήματα, εστιατόρια, κλπ.), ιδιαίτερα με μεγάλο αριθμό μεταναστών εργαζομένων. Ένα ισχυρό κοινωνικό έρεισμα φάνηκε σε δημοσκόπηση, όπου το 61% των ερωτηθέντων υποστήριξε την απεργία.
Κεντρικό ρόλο διαδραμάτισαν οι νέοι, ειδικά στη Λισαβόνα, όπου οι διαδηλώσεις ήταν κυρίως χωρίς ηγεσία, αντικατοπτρίζοντας μια επαναστατική διάθεση που αναγγέλλει μια μελλοντική ριζοσπαστικοποίηση ευρύτερων στρωμάτων της κοινωνίας. Τα παραδοσιακά συνδικάτα και το Πορτογαλικό Κομμουνιστικό Κόμμα απουσίαζαν σε μεγάλο βαθμό, δείχνοντας το χάσμα που έχουν με τη νεολαία που κινητοποιήθηκε και δεν ταυτίζεται με την επίσημη ρεφορμιστική Αριστερά.
Η οικονομική κρίση, η κοινωνική δυσαρέσκεια, και, ιδιαίτερα, οι προδοσίες των ρεφορμιστών τα χρόνια της διακυβέρνησης του Σοσιαλιστικού Κόμματος (2015-2023), διευκόλυναν την άνοδο του δεξιού λαϊκιστικού κόμματος Chega και του ηγέτη του Αντρέ Βεντούρα, με ποικιλόμορφη βάση υποστήριξης από συντηρητικούς έως και απογοητευμένους εργαζόμενους. Η γενική απεργία, όμως, ανάγκασε τον Βεντούρα να αντιταχθεί δημόσια στον αντεργατικό νόμο, αποκαλύπτοντας τη δύναμη της οργανωμένης εργατικής τάξης και, σημαντικότερα, προαναγγέλλοντας τη μελλοντική διάσπαση της ετερογενούς κοινωνικής βάσης του.
Η απεργία καταδεικνύει την πραγματική δύναμη της εργατικής τάξης, η οποία θα παραμένει δυνητική εφόσον δεν υπάρχει μια ηγεσία ώστε να της δείχνει τον δρόμο προς τα εμπρός και να της προσφέρει ένα σοσιαλιστικό πρόγραμμα για την ριζοσπαστική αλλαγή της κοινωνίας.
Αρτούρο Ροντρίγκεθ Χόφμαν




