H κινητοποίηση των “gilets jaunes” («κίτρινα γιλέκα») σηματοδοτεί ένα σημαντικό βήμα για την ανάπτυξη της ταξικής πάλης στη Γαλλία. Χωρίς κόμμα, συνδικάτο και καμία προϋπάρχουσα οργάνωση, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι έχουν συμμετάσχει σε αυτό το κίνημα ενάντια στην αύξηση της φορολογίας των καυσίμων και έχουν κερδίσει την πλειοψηφία του γαλλικού λαού με το μέρος τους.

Η αποφασιστικότητά τους αποτελεί την έκφραση της αγανάκτησης και των βασάνων τους. Είναι εξοργισμένοι με μία κυβέρνηση που συνεχώς αυξάνει τα φορολογικά βάρη στους εργαζόμενους και τους συνταξιούχους, ενώ προσφέρει απλόχερα στην αστική τάξη «φοροελαφρύνσεις», επιδοτήσεις και άλλες παραχωρήσεις. Τα «κίτρινα γιλέκα» κατανοούν ότι το επιχείρημα της «οικολογικής παρέμβασης» είναι απλά ένα πρόσχημα για να φορτώσουν με νέα φορολογικά βάρη τους φτωχούς της Γαλλίας προς όφελος μία χούφτας πλούσιων παρασίτων.

Όπως θα μπορούσε να αναμένει κανείς, το κίνημα αυτό είναι πολιτικά και κοινωνικά ετερογενές! Η αντιδραστική κυβερνητική πολιτική για τις αυξήσεις στους φόρους στα καύσιμα, έπληξε όχι μόνο τους εργαζομένους, αλλά και τους τεχνίτες, τους μικρομαγαζάτορες, τους μικρούς αγρότες, τους συνταξιούχους και άλλα ενδιάμεσα κοινωνικά στρώματα. Η κοινωνική και πολιτική ετερογένεια του κινήματος των «κίτρινων γιλέκων» δείχνει ότι έχει βαθιές ρίζες στην κοινωνία. Δεν πρόκειται απλώς για μία κινητοποίηση της εμπροσθοφυλακής των πιο συνειδητών και οργανωμένων εργαζομένων. Είναι ένα μαζικό κίνημα που έχει κινητοποιήσει συνήθως αδρανή κοινωνικά στρώματα. Φυσικά, κανείς δεν μπορεί να πει «πόσο μακριά θα πάει». Αλλά αυτό που είναι σαφές, είναι ότι μια κινητοποίηση αυτού του είδους είναι χαρακτηριστική κινημάτων προδρόμων μιας επαναστατικής κατάστασης. Στο νησί της Ρεϋνιόν μάλιστα, το κίνημα έχει ήδη λάβει εξεγερτικό χαρακτήρα.

Ο Λένιν για τα μαζικά κινήματα

« Όποιος περιμένει μια «καθαρή» κοινωνική επανάσταση, δε θα τη δει ποτέ του. Αυτός είναι επανάστατης στα λόγια που δεν καταλαβαίνει τι θα πει αληθινή επανάσταση… Η σοσιαλιστική επανάσταση στην Ευρώπη δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά το ξέσπασμα της μαζικής πάλης όλων των καταπιεζομένων και δυσαρεστημένων. Αναπόφευκτα θα πάρουν μέρος σ’ αυτήν τμήματα των μικροαστών και των καθυστερημένων εργατών – χωρίς μια τέτοια συμμετοχή δεν είναι δυνατή η μαζική πάλη, δεν είναι δυνατή καμιά επανάσταση – κι εξίσου αναπόφευκτα θα φέρουν μαζί τους στο κίνημα τις προλήψεις τους, τις αντιδραστικές τους φαντασιοπληξίες, τις αδυναμίες και τα λάθη τους. Αντικειμενικά, όμως, θα επιτίθενται ενάντια στο κεφάλαιο και η συνειδητή εμπροσθοφυλακή της επανάστασης, το πρωτοπόρο προλεταριάτο, εκφράζοντας αυτή την αντικειμενική αλήθεια της ποικιλόχρωμης και ποικιλόφωνης, παρδαλής κι εξωτερικά κομματιασμένης μαζικής πάλης θα μπορέσει να τη συνενώσει και να την κατευθύνει, να καταχτήσει την εξουσία, να καταλάβει τις τράπεζες, να απαλλοτριώσει τα μισητά για όλους (αν και για διάφορους λόγους!) τραστ και να πραγματοποιήσει άλλα δικτατορικά μέτρα (1), που στο σύνολό τους μας δίνουν την ανατροπή της αστικής τάξης και τη νίκη του σοσιαλισμού, νίκη που κάθε άλλο παρά «θα ξεκαθαρίσει» αμέσως τη μικροαστική σκουριά » (Λένιν: «Απαντα», τ. 30, σελ. 54-55).

Embed from Getty Images

Αυτές οι λίγες γραμμές από τον Λένιν, χαρακτηρίζουν το κίνημα των «κίτρινων γιλέκων». Ταυτόχρονα, προσδιορίζουν τον ρόλο που πρέπει να διαδραματίσουν τα συνδικάτα και οι πολιτικές οργανώσεις του εργατικού κινήματος σε τέτοιες περιπτώσεις: θα πρέπει να «ενώσουν και να κατευθύνουν» τον αγώνα των μαζών προς την κατάκτηση της εξουσίας και την ανατροπή του καπιταλισμού. Από αυτή την άποψη, υπάρχει μια τεράστια απόκλιση μεταξύ αυτού που έγραψε ο Λένιν πριν από έναν αιώνα και του τι κάνουν σήμερα οι περισσότεροι από τους «ηγέτες» του εργατικού κινήματος. Στην πραγματικότητα, δεν «καθοδηγούν» τίποτα. Έχουν γυρίσει την πλάτη τους στο κίνημα των «κίτρινων γιλέκων» ή ακόμα χειρότερα είναι ανοιχτά εχθρικοί απέναντι του.

Παραδείγματος χάριν, ο ηγέτης της CFDT (εργατική συνομοσπονδία ελεγχόμενη παραδοσιακά από το Σοσιαλιστικό Κόμμα), Λοράν Μπερζέρ, περιέγραψε αυτό το κίνημα ως «ολοκληρωτικό» . Ως πράκτορας της αστικής τάξης στους κόλπους του εργατικού κινήματος, ο Λοράν Μπερζέρ ποτέ δεν χάνει μια καλή ευκαιρία να υπερασπιστεί το υπάρχον καθεστώς, δηλαδή, την κυριαρχία («ολοκληρωτική » κατά μία έννοια) των τραπεζών και των πολυεθνικών.

Τα λάθη της συνδικαλιστικής ηγεσίας

Τι γίνεται όμως με τον Φιλίπ Μαρτίνεζ, ο οποίος ηγείται της πιο ισχυρής και μαχητικής Συνομοσπονδίας, της CGT; Η «ανατροπή της αστικής τάξης» και η «νίκη του σοσιαλισμού» είναι έτη φωτός μακριά από τις προθέσεις του. Ποια είναι η θέση του; Λέει ότι κατανοεί την «δικαιολογημένη» οργή των «κίτρινων γιλέκων», αλλά αρνείται να εμπλέξει την οργάνωσή του σε αυτό το κίνημα, γιατί δεν θέλει να δει την CGT «να βαδίζει πλάι στο Εθνικό Μέτωπο της Λεπέν» . Ταυτόχρονα, ωστόσο, αναγνωρίζει ότι η άκρα δεξιά είναι μια «μειοψηφία» στο κίνημα (στην πραγματικότητα, είναι περιθωριακή γενικότερα ως οργανωμένη δύναμη). Τα αρχικά και κεντρικά αιτήματα των «κίτρινων γιλέκων» ήταν η ακύρωση της αύξησης των φόρων στα καύσιμα, αλλά ο Μαρτίνεζ δεν υποστηρίζει αυτό το αίτημα. Αντιθέτως, ζήτησε από την κυβέρνηση να αυξηθεί ο ελάχιστος μισθός, έτσι ώστε οι εργαζόμενοι να μπορούν – μεταξύ άλλων – να αγοράσουν «φιλικά στο περιβάλλον οχήματα »!

Αυτή η θέση είναι εντελώς λαθεμένη και έχει εντελώς αποσυνδεθεί από την πραγματική κατάσταση. Φυσικά, πρέπει να αγωνιστούμε για την αύξηση του κατώτατου μισθού και των μισθών γενικότερα. Αλλά αυτό το αίτημα δεν έρχεται σε αντίθεση ή αποκλείει το αίτημα που βρίσκεται στο επίκεντρο του κινήματος των κίτρινων γιλέκων, το οποίο έχει κινητοποιήσει ευρεία στρώματα της κοινωνίας: την ακύρωση της αύξησης των φόρων επί των καυσίμων. Αντί να αντιταχθεί σε αυτό με το αίτημα για αύξηση των μισθών, η ηγεσία της CGT θα πρέπει να υποστηρίξει το κεντρικό (και δίκαιο) αίτημα των κίτρινων γιλέκων παράλληλα με το αίτημα για τις αυξήσεις στους μισθούς.

Η CGT θα πρέπει να εξηγήσει ότι η αύξηση των φόρων στα καύσιμα δεν έχει καμία σχέση με το περιβάλλον. Είναι μία φοροεπιδρομή προς όφελος των πολυεθνικών, διότι τα χρήματα από τις αυξήσεις των φόρων θα καταλήξουν στα ταμεία των αφεντικών, με τη μορφή των επιδοτήσεων και φοροελαφρύνσεων. Εάν η κυβέρνηση χρειάζεται μερικά δισεκατομμύρια ευρώ για τον προϋπολογισμό της, ας τα πάρει από τα ταμεία των πολυεθνικών, όχι από τις τσέπες του λαού! Αντί να προβάλει αυτό το απλό και σαφές σημείο, ο Μαρτίνεζ υπαινίσσεται ότι πίσω από το κίνημα των «κίτρινων γιλέκων» βρίσκονται τα αφεντικά και με αυτό σκορπίζει τη δυσπιστία και τη σύγχυση.

Αρνούμενη να συμμετάσχει στον αγώνα για τη μείωση των φόρων στα καύσιμα, η ηγεσία της CGT εγκατέλειψε αυτό το κίνημα στη δεξιά και την άκρα δεξιά, οι επαγγελματίες δημαγωγοί των οποίων έχουν ανακαλύψει, τις τελευταίες ημέρες, ότι είναι κατά αυτών των φόρων. Ευτυχώς, οι απλοί αγωνιστές της CGT αγνόησαν τις διαταγές του Φιλίπ Μαρτίνεζ και κατέβηκαν στο δρόμο με τα «κίτρινα γιλέκα» δημιουργώντας δεσμούς και οργανώνοντας κοινές δράσεις. Αυτός είναι ο τρόπος για να προχωρήσουμε!

Στηρίξτε τα «κίτρινα γιλέκα»- αποκαλύψτε τους δημαγωγούς!

Επιπρόσθετα, πως σχεδιάζει η ηγεσία της CGT να επιβάλει στην κυβέρνηση την αύξηση στον κατώτατο μισθό κατά 300 ευρώ; Πιθανώς, οργανώνοντας μια νέα «ημέρα δράσης», χωρίς κανένα σχέδιο κλιμάκωσης, παρά την προφανή αποτυχία της στρατηγικής των ημερών δράσης κατά τη διάρκεια των τελευταίων 10 ετών; Αυτό μπορούμε μόνο να υποθέσουμε. Προς το παρόν, εν μέσω ενός μαζικού κινήματος στο οποίο αρνείται να συμμετάσχει, ο Μαρτίνεζ απαιτεί απλώς αυξήσεις μισθών.

Έχουμε συχνά τονίσει ότι η στρατηγική των «ημερών δράσης» είναι αδιέξοδη. Οδήγησε στην ήττα των μεγάλων κοινωνικών κινημάτων των 2010, 2016 και 2017 (μεταξύ άλλων). Η κρίση του γαλλικού καπιταλισμού είναι τόσο βαθιά, που στον αγώνα της για να πραγματοποιήσει περικοπές και να επιβάλει νέα μέτρα, η κυβέρνηση Μακρόν δεν θα φοβηθεί τις «ημέρες δράσης», ανεξάρτητα από το πόσο μαζικές είναι. Στις παρούσες συνθήκες, για να κερδίσει η τάξη μας μια σοβαρή νίκη, θα απαιτείται η ανάπτυξη ενός κινήματος μαζικών απεργιών σ’ έναν αυξανόμενο αριθμό οικονομικών τομέων.

Αυτό ακριβώς είναι που φοβάται η αστική τάξη και η κυβέρνησή της: ότι το κίνημα των «κίτρινων γιλέκων» θα παίξει τον ρόλο του πυροκροτητή ενός μεγάλου απεργιακού κινήματος. Αυτή είναι η στιγμή που ο Φιλίπ Μαρτίνεζ έχει επιλέξει να δηλώσει: «Μπορείτε να το κάνετε χωρίς εμένα! Δεν θα βαδίσουμε πλάι στο Εθνικό Μέτωπο». Αυτή η θέση είναι παράλογη. Αυτό που δείχνει το κίνημα των «κίτρινων γιλέκων» είναι η αυξανόμενη αγανάκτηση και μαχητικότητα ευρύτερων στρωμάτων των εργαζομένων. Ως εκ τούτου, αντί να εγκαταλείπει το πεδίο της μάχης, η ηγεσία της CGT θα πρέπει να κάνει ό,τι μπορεί για να στηρίξει αυτό το κίνημα και να αξιοποιήσει την ορμή του για να θέσει στην ημερήσια διάταξη μια γενική αντεπίθεση της εργατικής τάξης, εναντίον όλων των αντιδραστικών πολιτικών της κυβέρνησης.

 

 

[1] Τις ημέρες του Λένιν (δηλαδή, πριν από τη φρίκη του ναζισμού και σταλινισμού), ο όρος «δικτατορικό» δεν είχε αρνητική χροιά. Με τον όρο «δικτατορικά μέτρα», ο Λένιν αναφέρεται απλώς σε μέτρα (οικονομικά και πολιτικά), με τα οποία οι εργαζόμενοι επιβάλλουν τη θέλησή τους στην αστική τάξη – όπως ακριβώς η αστική τάξη, κάτω από τον καπιταλισμό, επιβάλλει τη θέλησή της στους εργαζομένους. Από αυτή την άποψη, η «δικτατορία του προλεταριάτου», δεν είναι παρά η εργατική δημοκρατία: η εξουσία των εργατών που έχουν ανατρέψει την «δικτατορία του κεφαλαίου».

Μετάφραση από την ιστοσελίδα www.marxist.com : Ηλίας Κυρούσης