Ελληνικές προοπτικές 3

Η αφύπνιση του φοιτητικού κινήματος

Το φετινό Φθινόπωρο σημαδεύτηκε από την αφύπνιση του φοιτητικού κινήματος. Για πρώτη φορά μετά από σχεδόν μιάμιση δεκαετία απουσίας αξιόλογων μαζικών φοιτητικών αγώνων, ένα κύμα φοιτητικών καταλήψεων που αποφασίστηκαν από μαζικές γενικές συνελεύσεις σάρωσε τις σχολές, ενάντια στην κατάργηση του ασύλου και τα νέα μέτρα για την Εκπαίδευση. Και εκεί που αυτές οι καταλήψεις έμοιαζε ότι θα αποτελούσαν απλώς μια «αναλαμπή» και θα υποχωρούσαν πρόωρα «πνιγμένες» από τις αδιέξοδες τακτικές των σταλινικών ή νεοσταλινικών φοιτητικών ηγεσιών, ήρθε η εφαρμογή του νέου αντιδραστικού νόμου για το άσυλο και η επιχείρηση αστυνομικής τρομοκράτησης των φοιτητών, παραμονές των εκδηλώσεων για την εξέγερση του Πολυτεχνείου, να αναζωπυρώσει το κίνημα και να του δώσει νέα και ακόμα μεγαλύτερη ορμή.

Αυτά τα γεγονότα απέδειξαν ήδη δυο πράγματα. Πρώτον, τη διαχρονική ηλιθιότητα και τύφλωση της άρχουσας τάξης, που θεωρεί ότι με την αυξημένη κρατική καταστολή μπορεί να πειθαρχήσει και να υποτάξει χιλιάδες νέους που αρχίζουν να παίρνουν τον δρόμο του μαζικού αγώνα. Δεύτερον, ότι στους κόλπους της νεολαίας συντελούνται έντονες επαναστατικές διεργασίες.

Όπως έχουμε σημειώσει επανειλημμένα τα προηγούμενα χρόνια, η κρίση είχε παραλυτική επίδραση στο φοιτητικό κίνημα. Η υλική-αντικειμενική βάση αυτής της παράλυσης ήταν η απότομη έκρηξη της ανεργίας που ώθησε τους φοιτητές να υποταχθούν στην εντατικοποίηση των σπουδών στρέφοντας το βλέμμα τους, κατά ένα μεγάλο τμήμα, στην προοπτική μετανάστευσης για αναζήτηση εργασίας σε συνδυασμό πιθανά, με επιπλέον σπουδές. Σημαντικό ρόλο στην απουσία μαζικών αγώνων έπαιξε ασφαλώς και η εικόνα απαξίωσης που έχει προκαλέσει για τις μαζικές διαδικασίες του φοιτητικού κινήματος στα μάτια των απλών φοιτητών ο ακραίος σεχταρισμός και τυχοδιωκτισμός των σταλινικών και νεοσταλινικών παρατάξεων.

Ωστόσο, η επίδραση του προαναφερθέντα αντικειμενικού-υλικού παράγοντα στο φοιτητικό κίνημα έχει φτάσει στα όριά της. Η μείωση της ανεργίας τα τελευταία 2 χρόνια, σε συνδυασμό με την επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας και γεγονότα μεγάλης αστάθειας όπως το Brexit έχουν κάνει ένα μεγάλο στρώμα φοιτητών πιο δύσπιστο και διστακτικό απέναντι σε μια προοπτική μετανάστευσης. Η εξάντληση των όποιων οικογενειακών αποταμιεύσεων των εργατικών και μικροαστικών οικογενειών σαν αποτέλεσμα της παγίωσης της μαζικής φτώχειας και της άγριας λιτότητας και υπερφορολόγησης, έχει επίσης παίξει ρόλο στην πτώση του ενδιαφέροντος για μετανάστευση. Αυτή η στροφή του βλέμματος χιλιάδων φοιτητών προς το εσωτερικό έχει φέρει την τάση για αναζήτηση συλλογικών τρόπων αλλαγής της μοίρας που επιφυλάσσει στους φοιτητές ο καπιταλισμός.

Επιπρόσθετα, η πολιτική δυσαρέσκεια και το ταξικό μίσος που αισθάνονται οι εργαζόμενοι γονείς για τη νέα κυβέρνηση της Ν.Δ, μη μπορώντας να βρει άμεση έκφραση στο σπαρασσόμενο από κρίση και παραλυμένο εργατικό κίνημα, βρίσκει πρόσφορη δίοδο έκφρασης στους φοιτητές, κόρες και γιούς των εργατών, με αφορμή την κυβερνητική επίδειξη κρατικού αυταρχισμού στα Πανεπιστήμια. Η ίδια ακριβώς διάθεση διοχετεύεται και στους μαθητές και αν υπήρχε μια ανάλογη αφορμή στα σχολεία θα μπορούσε να έχει κινητοποιηθεί στον ίδιο βαθμό και το μαθητικό κίνημα. Αυτή είναι λοιπόν η γενική διαδικασία μέσα από την οποία μοιάζει να επαληθεύεται και σήμερα ο νόμος ότι οι μαζικές μάχες του εργατικού κινήματος έχουν ως προάγγελο τους, μαζικές κινητοποιήσεις της νεολαίας.

Ανεξάρτητα από τη συνέχεια που θα έχει το κίνημα καταλήψεων στις σχολές, την οποία δεν μπορεί κανείς να προβλέψει, η κατάσταση αναβρασμού και ριζοσπαστικοποίησης της φοιτητικής και μαθητικής νεολαίας θα συνεχιστεί. Η επαναλαμβανόμενη παρουσία της αστυνομίας στους φοιτητικούς χώρους για την τρομοκράτηση της νεολαίας με διάφορα προσχήματα, αποτελεί «εγγύηση» γι’ αυτήν την προοπτική. Μια νέα γενιά αγωνιστών θα πολιτικοποιηθεί μαζικά και θα αναζητήσει τις πιο επαναστατικές ιδέες στον αγώνα της ενάντια στην βαρβαρότητα του αστικού κράτους και του συστήματος που υπηρετεί. Οι κινητοποιήσεις που βλέπουμε τις τελευταίες εβδομάδες στις σχολές αντιπροσωπεύουν μόνο τα πολύ αρχικά στάδια αυτής της διαδικασίας, η οποία θα δημιουργήσει τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να υποχωρήσει η επιρροή των σταλινικών και των νεοσταλινικών που κυριαρχούν σήμερα στο εσωτερικό του κινήματος και να ισχυροποιηθούν αποφασιστικά μέσα σε αυτό οι δυνάμεις του γνήσιου, επαναστατικού μαρξισμού.

Η άρχουσα τάξη, η νέα κυβέρνηση και το αστικό πολιτικό στρατόπεδο

Το αποτέλεσμα της 7ης Ιουλίου αποτέλεσε αντικειμενικά μια σημαντική πολιτική νίκη για την αστική τάξη. Μετά από αρκετά χρόνια σχετικά αδύναμων κοινοβουλευτικά και κατά κανόνα αντιδημοφιλών μνημονιακών κυβερνήσεων συνεργασίας, η ελληνική αστική τάξη μπορεί να στηριχθεί ξανά σε μια αυτοδύναμη κυβέρνηση του δικού της παραδοσιακού κόμματος. Με αυτήν την εξέλιξη φαινομενικά μοιάζει σαν να γύρισε το ρολόι της ιστορίας στα προ κρίσης, ομαλά για την ελληνική αστική τάξη έτη εκλογής και επανεκλογής της κυβέρνησης Καραμανλή (2004 – 2007). Στις θριαμβολογίες τους μάλιστα, για τη νίκη του Μητσοτάκη, οι αστοί – με το συνήθως συγκρατημένο διευθυντή της «Καθημερινής», Αλέξη Παπαχελά να δίνει τον τόνο – έφθασαν να μιλούν για «ωρίμανση» του ελληνικού λαού, ο οποίος τάχα, ξεπέρασε τις ριζοσπαστικές («λαϊκιστικές») αυταπάτες του και αποφάσισε για το μέλλον της χώρας με «σύνεση». Από κοντά, αυτή τη φιλολογία ενίσχυσαν διάφορες αριστερές φωνές (συμπεριλαμβανομένης της ηγεσίας του ΚΚΕ), που διέγνωσαν «συντηρητική, δεξιά στροφή της κοινωνίας».

α) «Συντηρητική στροφή» στην κοινωνία; Οι μαρξιστές δεν αφήνουν τους εαυτούς τους να παρασυρθούν από την αστική «κοινή γνώμη» και τα εφήμερα αισθήματα που προκαλεί το ένα ή το άλλο πολιτικό γεγονός. Βασίζουν τον εαυτό τους, όχι σε αισθήματα ή μύχιους πολιτικούς και ταξικούς πόθους, αλλά στα αδιάσειστα στοιχεία της πραγματικότητας. Με αυτήν την έννοια λοιπόν, οφείλουμε να πούμε ότι κάθε άλλο παρά γυρίσαμε μια δεκαετία πίσω. Το εκλογικό αποτέλεσμα ήταν απόλυτα αναμενόμενο και φυσιολογικό, καθώς αντανακλά αυθεντικά την παρούσα κοινωνική και οικονομική κατάσταση και τους δοσμένους ταξικούς συσχετισμούς δύναμης, όπως αυτοί έχουν διαμορφωθεί από το ιστορικό αδιέξοδο του ελληνικού καπιταλισμού, την προδοσία του καλοκαιριού του 2015 και την τρέχουσα φάση ισχνής οικονομικής ανάκαμψης.

Όπως ξεκάθαρα έδειξαν τα εκλογικά αποτελέσματα, η εκλογική νίκη της Ν.Δ δεν οφείλεται σε κάποιο ισχυρό δεξιό ρεύμα μέσα στην κοινωνία, αλλά στη μέγιστη δυνατή στις παρούσες συνθήκες, συσπείρωση της σύγχρονης κοινωνικής βάσης του αστικού πολιτικού στρατοπέδου. Τη δυνατότητα γι’ αυτήν τη συσπείρωση που αρκούσε για την εκλογική επικράτηση, την παρείχε με την πολιτική της από τον Ιούλιο του 2015 και μετά η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ .

Προδίδοντας το συντριπτικά πλειοψηφικό και ξεκάθαρα επαναστατικό «Όχι» του δημοψηφίσματος (παρά τις ανόητες ερμηνείες εκ δεξιών και αριστερών που επιχειρούν να το θολώσουν), η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ μετέτρεψε μια μεγάλη ήττα της αντίδρασης σε μία πολιτική ήττα των κοινωνικών δυνάμεων της επανάστασης. Έτσι έστειλε μαζικά στην πολιτική απογοήτευση εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους και διαμόρφωσε τις κατάλληλες συνθήκες για την παράλυση του εργατικού κινήματος. Αργότερα, ψηφίζοντας και εφαρμόζοντας απαρέγκλιτα τα Μνημόνια, δικαίωσε τους γνήσιους υπερασπιστές τους και αναγέννησε το μέχρι πρότινος βυθισμένο στην κρίση, αστικό πολιτικό στρατόπεδο. Το μόνο που είχε να κάνει ο Κυριάκος Μητσοτάκης από το 2016 που εξελέγη πρόεδρος της Ν.Δ ήταν να κρατήσει ενωμένο αυτό το στρατόπεδο στις ευνοϊκές νέες συνθήκες που διαμόρφωσαν οι επιλογές της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, σε συνδυασμό με την εμφάνιση οικονομικής ανάκαμψης και να περιμένει τις εκλογές για να επιστρέψει το παραδοσιακό κόμμα της άρχουσας τάξης στην κυβέρνηση.

Με αυτήν την έννοια λοιπόν, οι πρωταγωνιστές της εκλογικής επιτυχίας της ΝΔ δεν είναι ο Κ. Μητσοτάκης και οι συν αυτώ, αλλά ο «χαρισματικός» Αλέξης Τσίπρας, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ και η κυβέρνησή του. Αυτοί είναι οι βασικοί υπεύθυνοι για την επιστροφή της Ν.Δ στην εξουσία με μια κοινοβουλευτικά αυτοδύναμη κυβέρνηση. Κάθε άλλη ερμηνεία του αποτελέσματος αντανακλά την πρόθεση η δειλή και ιδιοτελής αυτή πολιτική κλίκα καριεριστών να αμνηστευθεί για τις εγκληματικές πολιτικές της ευθύνες, μεταθέτοντας τες στους «ψηφοφόρους».

Το γεγονός ότι η Ν.Δ δεν πέτυχε τη δημιουργία ενός ισχυρού δεξιού ρεύματος στην κοινωνία αποδεικνύεται από το ότι έλαβε μόλις 6.000 περίπου περισσότερες ψήφους από εκείνες που είχε λάβει το «Ναι» (2.245.537) στο απόλυτα πολωμένο ταξικά και διεξαχθέν στα «πρόθυρα» μιας επαναστατικής κατάστασης, δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015. Το γεγονός ότι η Ν.Δ του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν κατάφερε να πάρει ούτε καν τον αριθμό των ψήφων που έλαβε το 2009 η ΝΔ του Κώστα Καραμανλή στη συντριπτική της ήττα από το τότε ΠΑΣΟΚ, αποδεικνύει αδιάψευστα ότι δεν έχουμε επιστρέψει καθόλου στην εποχή των εκλογικών νικών της Ν.Δ του 2004 και του 2007 και διαψεύδει τόσο τους διθυράμβους των αστών, όσο και τα μοιρολόγια των ρεφορμιστών και των σεκτών. Το 2009 μάλιστα, η συντετριμμένη εκλογικά Ν.Δ είχε λάβει σχεδόν 50 χιλιάδες ψήφους περισσότερες (συνολικά 2.295.719) από όσες έλαβε η νικήτρια Ν.Δ στις εκλογές της 7ης Ιουλίου. Τα επόμενα χρόνια, πάνω στο έδαφος της νέας όξυνσης της κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού και της ανόδου των ταξικών αγώνων, θα αποδειχτεί ότι η νίκη της 7ης Ιουλίου συνιστούσε μια αναλαμπή εκλογικής συσπείρωσης μέσα σε μια γενικότερη ιστορική πορεία συρρίκνωσης της κοινωνικής απήχησής της Ν.Δ, που ξεκίνησε από το 2009.

β) Η νέα κυβέρνηση. Με την έναρξη της θητείας της, η νέα κυβέρνηση της Ν.Δ ξεκίνησε τη σφοδρότερη δυνατή επίθεση ενάντια στον εργαζόμενο λαό και τη νεολαία χωρίς να σπαταλήσει ούτε μέρα. Σύμφωνα και με το ευρέως διαδεδομένο μετεκλογικό πολιτικό σλόγκαν, μετά από ένα διάλειμμα λίγων μηνών με μικροπαραχωρήσεις από την προηγούμενη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ στα πιο χτυπημένα από τη φτώχεια τμήματα των εργαζομένων, αποκαταστάθηκε η «κανονικότητα» της σφοδρής επίθεσης στο εισόδημα και τα δικαιώματα της εργατικής τάξης, Μέσα σε μόλις 5 μήνες διακυβέρνησης από τη Ν.Δ έχουμε ήδη έναν τεράστιο κατάλογο αντιδραστικών μέτρων ενάντια στο εργατικό εισόδημα και τα εργατικά και δημοκρατικά δικαιώματα. Η προς το παρόν ανεμπόδιστη από το εργατικό κίνημα διεξαγωγή αυτής της ολομέτωπης επίθεσης έχει δημιουργήσει ένα κλίμα μεγάλης ευφορίας στους αστούς, στο πλαίσιο του οποίου, ο αμετροεπής εσχάτως Α. Παπαχελάς από τις στήλες της «Καθημερινής» έφθασε να καλεί την «ιθύνουσα τάξη» των ΗΠΑ, της Βρετανίας και της Ιταλίας να παραδειγματιστούν από την ελληνική «κανονικότητα» (25/8). Στο γενικευμένο κλίμα αστικής ευφορίας συνδράμουν και οι εταιρείες δημοσκοπήσεων με απανωτές έρευνες που δείχνουν διαφορά 15-18 μονάδων υπέρ της ΝΔ στην πρόθεση ψήφου έναντι του ΣΥΡΙΖΑ.

Ωστόσο, αυτή η ευφορία και η εμφανιζόμενη αυξημένη δημοτικότητα της κυβέρνησης αντανακλούν την ίδια την παρούσα ικανοποίηση της άρχουσας τάξης και τις αυταπάτες που αυτή καλλιεργεί τεχνητά μετά τη νίκη της στις 7 Ιουλίου. Το εκρηκτικό «μίγμα» της διεθνούς ύφεσης που θα υπονομεύσει την ελληνική ανάκαμψη και της αναγέννησης των μαζικών ταξικών αγώνων πάνω στο έδαφος της πείρας από τα αντιδραστικά κυβερνητικά μέτρα – που ήδη αρχίζει να φανερώνεται στις πρώτες μαζικές κινητοποιήσεις της νεολαίας – θα επαναφέρει τον ελληνικό καπιταλισμό στην «κανονικότητα» των μεγάλων ταξικών αγώνων και της πολιτικής αστάθειας. Η νέα κυβέρνηση έτσι, δεν πρόκειται να έχει μπροστά της μια ήσυχη και δημοφιλή θητεία, η διάρκεια της οποίας, φυσικά, δεν μπορεί να προβλεφθεί.

Στην πραγματικότητα, παρά τα όσα λένε και γράφουν δημόσια για «λαϊκή κατανάλωση», οι αστοί προβληματίζονται πολύ σοβαρά για την προοπτική της εκλογικής απήχησης του πολιτικού τους στρατοπέδου. Αυτό αποδεικνύεται ξεκάθαρα με την πρόθεση της κυβέρνησης να ψηφιστεί νόμος που θα δίνει ψήφο στους ομογενείς του εξωτερικού. Πρόκειται για ένα αντιδραστικό, βαθιά αντιδημοκρατικό μέτρο, που επιχειρεί να εμπλέξει στην εκλογική διαδικασία ανθρώπους που ζουν και μένουν μόνιμα σε πιο ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες και κατά κανόνα έχουν ένα καλύτερο βιοτικό επίπεδο από το μέσο εγχώριο, με σκοπό από αυτήν την έλλειψη άμεσης επαφής με την εγχώρια κοινωνική πραγματικότητα να επωφεληθούν τα αστικά κόμματα και να αντισταθμίσουν έτσι την υπερδεκαετή πλέον, εγχώρια τάση συρρίκνωσης της απήχησής τους. Από προλεταριακή σκοπιά, η τακτική διαπραγμάτευσης με την κυβέρνηση που έχει υιοθετήσει η ηγεσία του ΚΚΕ πάνω σε αυτό το ζήτημα είναι απαράδεκτη. Δικαίωμα ψήφου πρέπει να έχουν όλοι όσοι εργάζονται μέσα στη χώρα. Αυτό σημαίνει ότι αντί για ψήφο στους Έλληνες ομογενείς του εξωτερικού, θα πρέπει να δοθεί άμεσα δικαίωμα ψήφου στους χιλιάδες μη Έλληνες μετανάστες που εργάζονται στην Ελλάδα.

γ) Η Άκρα δεξιά. Το νέο ακροδεξιό κόμμα του Κ. Βελόπουλου, Ελληνική Λύση (Ε.Λ),κατάφερε να μπει στη Βουλή εκμεταλλευόμενο το «ξεφούσκωμα» της εκλογική απήχησης της Χρυσής Αυγής και την ταυτόχρονη άρνηση των πρώην ψηφοφόρων της να επανενταχθούν στο παραδοσιακό αστικό πολιτικό στρατόπεδο, αξιοποιώντας την υποκριτική εθνικιστική υστερία που δημιούργησε η ελληνική άρχουσα τάξη ενάντια στη συμφωνία των Πρεσπών και έχοντας τη στήριξη καπιταλιστικών συμφερόντων που δραστηριοποιούνται στη Βόρεια Ελλάδα και συνδέονται με τον ρωσικό ιμπεριαλισμό (Ιβάν Σαββίδης).

Δίνοντας τη δυνατότητα στο πολιτικό συνονθύλευμα της Ε.Λ να μπει στη Βουλή σε συνθήκες μέγιστης συσπείρωσης της Ν.Δ, ο πυρήνας της εκλογικής βάσης της άκρας δεξιάς απέδειξε ότι είναι πολύ συμπαγής. Αποτελείται από λίγες εκατοντάδες χιλιάδες πολιτικά αντιδραστικούς μικροαστούς (κάποιοι από αυτούς «λουμπενοποιημένοι» ή υπό την άμεση απειλή «λουμπενοποίησης»), οι οποίοι μέσα στα χρόνια της καπιταλιστικής κρίσης «έσπασαν» αποφασιστικά από το παραδοσιακό αστικό πολιτικό στρατόπεδο και δεν επιθυμούν να ξαναγυρίσουν σ’ αυτό.

Η Ε.Λ είναι η ιστορική συνέχεια της μετριοπαθούς (σε σύγκριση με τους νεοναζί της Χ.Α.), ακροδεξιάς του Καρατζαφέρη. Έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός δημαγωγικού ακροδεξιού κόμματος: μη ακτιβίστικη, αλλά ξεκάθαρη εθνικιστική και ρατσιστική πολιτική τοποθέτηση, εμπόριο θρησκοληψίας και μεταφυσικής, ταύτιση με το ελληνικό κεφάλαιο σε όλα τα ζωτικής σημασίας για αυτό ζητήματα και τις ιστορικές του επιλογές, δηλαδή με την αδιαπραγμάτευτη συμμετοχή στην ΕΕ και την Ευρωζώνη, την τήρηση των μνημονιακών υποχρεώσεων έναντι της τρόικας και την κανονική εξυπηρέτηση του κρατικού χρέους.

Η Ε.Λ θα χρησιμοποιηθεί από τους αστούς για να στηριχθεί κοινοβουλευτικά η νέα κυβέρνηση της Ν.Δ όταν και όπου αυτό χρειαστεί, π.χ στην αλλαγή του εκλογικού νόμου. Επίσης, θα τείνει να λειτουργεί ως συγκοινωνούν δοχείο με την ακροδεξιά πτέρυγα της Ν.Δ και μέσα από την ανάπτυξη της κυβερνητικής της φθοράς και την αναπόφευκτη εμφάνιση κυβερνητικής κρίσης πιθανά θα υποδέχεται στην «αγκαλιά» της διαφωνούντα δεξιά και ακροδεξιά της στελέχη, ενώνοντάς τα πιθανότατα σε μια κοινή συμμαχία με πρώην στελέχη και πολιτευτές της Χρυσής Αυγής, «μετανοημένους» ή αμετανόητους. Ωστόσο, η αναπόφευκτη φθορά της κυβέρνησης της Ν.Δ και η ανάγκη της άρχουσας τάξης για την εξασφάλιση κυβερνητικής σταθερότητας, θα φέρει την Ε.Λ κοντά στη συμμετοχή της σε μια αστική κυβέρνηση στο μέλλον. Τότε θα αναδειχθεί πλήρως η ουσία του ρόλου της ως ακροδεξιό συμπλήρωμα αστικών κυβερνήσεων και μάλιστα ιδιαίτερα επιθετικών απέναντι και στην ίδια τη μικροαστική εκλογική της βάση, στο βωμό της διαφύλαξης των ζωτικών συμφερόντων του ελληνικού καπιταλισμού. Και αφού επιτελέσει τον χρήσιμο για το σύστημα πολιτικό της ρόλο και απαξιωθεί από τους αντιδραστικούς μικροαστούς που την ψήφισαν στις 7 Ιουλίου, η Ε.Λ θα πεταχθεί στο πολιτικό περιθώριο, όπως συνέβη στις αρχές της παρούσας δεκαετίας με το κόμμα του «μέντορα» του Βελόπουλου, Γ. Καρατζαφέρη, το ΛΑΟΣ.

Η συντριβή της Χρυσής Αυγής (ΧΑ) στις 7 Ιουλίου και η έξωσή της από το κοινοβούλιο είναι ένα σημαντικό, ιστορικό γεγονός από προλεταριακή σκοπιά. Επιβεβαίωσε με ακρίβεια τις εκτιμήσεις που έκανε η τάση μας από τότε που οι νεοναζί άρχισαν να εμφανίζουν μια δυναμική εισόδου στη Βουλή, δηλαδή λίγους μήνες πριν από τις εκλογές του Μαΐου του 2012, σε αντίθεση με τις εκτιμήσεις των κάθε είδους σεχταριστών και αριστερών ρεφορμιστών, οι οποίοι με τη θεωρία της επανάληψης του παραδείγματος της «Δημοκρατίας της Βαϊμάρης», μιλούσαν για τη «φασιστικοποίηση» της ελληνικής κοινωνίας και προεξοφλούσαν την άνοδο της ΧΑ στην εξουσία.

Εξηγήσαμε τότε, ότι το φαινόμενο της ΧΑ εμφανίστηκε ως αποτέλεσμα της εκρηκτικής οργής που δημιούργησε η κρίση, η επέμβαση της τρόικας και η εισαγωγή των Μνημονίων στα πιο αντιδραστικά και πολιτικά καθυστερημένα τμήματα των μικροαστών, μιας οργής που δεν μπορούσε να εκφραστεί από τον βασικό εκπρόσωπο της ακροδεξιάς στη χώρα ως εκείνη τη στιγμή, το ΛΑΟΣ του Γ. Καρατζαφέρη.

Η συμμετοχή του Καρατζαφέρη στη μνημονιακή κυβέρνηση Παπαδήμου που κλιμάκωσε την επίθεση στους τσακισμένους από την κρίση μικροαστούς, αποκάλυψε στα μάτια τους τη συστημική φύση του ΛΑΟΣ και δημιούργησε ένα πρόσφορο πολιτικό κενό για τους νεοναζί. Η ΧΑ έχοντας ήδη γίνει κοινωνικά διακριτή με το 5,29% που απέσπασε το 2010 στον Δήμο της Αθήνας, άδραξε την μοναδική ιστορική ευκαιρία σπεκουλάροντας στα αντιδραστικά αισθήματα των αστών και μικροαστών «νοικοκυραίων» ενάντια στην αθρόα έλευση εξαθλιωμένων προσφύγων στις αθηναϊκές γειτονιές και χρηματοδοτούμενη – υποστηριζόμενη από ακραία αντιδραστικούς καπιταλιστές και κρατικούς αξιωματούχους ήρθε δυναμικά στο εκλογικό προσκήνιο.

Η άνοδος της Χ.Α δεν ήρθε μέσα από τη δημιουργία ενός μαζικού φασιστικού κινήματος όπως συνέβη στη Γερμανία και την Ιταλία κατά τον Μεσοπόλεμο, αλλά με έναν ευκαιριακό και παθητικό από την πλευρά των υποστηρικτών της τρόπο. Τονίσαμε τότε, ότι οι χιλιάδες ψηφοφόροι της ΧΑ βλέπουν την ψήφο τους σ’ αυτήν απλά ως ένα μέσο έκφρασης αντισυστημικής διαμαρτυρίας αντιδραστικής σκοπιάς και δεν έχουν διάθεση να συμμετάσχουν ενεργά στις συγκεντρώσεις – τρομοκρατικές δράσεις της ΧΑ. Σημειώσαμε ότι οι όποιες απόπειρες της ΧΑ να δημιουργήσει ένα μαζικό φασιστικό κίνημα είναι καταδικασμένες σε αποτυχία, διότι στην σύγχρονη κοινωνία, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά στις περισσότερες καπιταλιστικές χώρες, δεν υπάρχει ο κατάλληλος αντικειμενικός ταξικός συσχετισμός δύναμης για ένα τέτοιο εγχείρημα, για μια επανάληψη δηλαδή του μαζικού πολιτικού φαινόμενου του Μουσολίνι και του Χίτλερ.

Εξηγήσαμε από τη μία πλευρά ότι η κλασσική κοινωνική βάση ενός τέτοιου κινήματος, οι μικροαστοί της πόλης και της υπαίθρου είναι σήμερα λιγότεροι από ποτέ άλλοτε και στη μεγάλη τους πλειονότητα πολιτικά είναι περισσότερο από ποτέ άλλοτε κοντά στις κοινωνικές δυνάμεις της επανάστασης, στην εργατική τάξη και το κίνημά της και από την άλλη, ότι η ίδια η αστική τάξη από φόβο για μια ενεργοποίηση των επαναστατικών αντανακλαστικών της εργατικής τάξης και της νεολαίας, αλλά και από τα διδάγματα της ιστορικής πείρας από την άδοξη για τον καπιταλισμό κατάληξη της φασιστικής περιπέτειας στην Ευρώπη (πέρασμα της μισής Ευρώπης στον έλεγχο της Σοβιετικής Ένωσης) δεν πρόκειται να εμπιστευθεί στο ορατό μέλλον την εξουσία στους φασίστες. Προβλέψαμε ότι όποτε οι νεοναζί της ΧΑ δείξουν σημάδια ανυπομονησίας και πλήρους αυτονόμησης από την άρχουσα τάξη και το αστικό κράτος, με την εφαρμογή εκτεταμένων τρομοκρατικών σχεδίων που θα έχουν ως πιθανή κλιμάκωση ακόμα και την απόπειρα για ένα φασιστικό πραξικόπημα, τότε οι αστοί θα επιχειρήσουν να επέμβουν για να τους τιθασεύσουν.

Αυτό ήταν ακριβώς εκείνο που συνέβη την περίοδο 2012 – 2013. Η ΧΑ τυφλωμένη από την ξαφνική υψηλή εκλογική της απήχηση και παρότι αδυνατούσε να μετατραπεί σε δύναμη ικανή να κινητοποιήσει μικροαστικές μάζες για φασιστικούς σκοπούς (δηλαδή για το τσάκισμα του εργατικού κινήματος και των οργανώσεών του), άρχισε να πυκνώνει τα φασιστικά πογκρόμ στους δρόμους ενάντια σε μετανάστες και σε αριστερούς αγωνιστές, εντάσσοντάς τα πιθανότατα ακόμα και σε ένα πλάνο μελλοντικής πραξικοπηματικής απόπειρας ανόδου στην εξουσία. Η δολοφονία του αντιφασίστα ήρωα Παύλου Φύσα ήταν το αποκορύφωμα της πρώτης φάσης αυτής της τακτικής. Ταυτόχρονα, όμως, ήταν και η αρχή του τέλους για την μαζική πολιτική επιρροή της ΧΑ.

Η εξάπλωση των αντιφασιστικών αισθημάτων στην κοινωνία με επίκεντρο τη νεολαία σήμανε συναγερμό για την άρχουσα τάξη και την κυβέρνησή της, που αναγκάστηκε να παραπέμψει άρον – άρον τη ΧΑ σε δίκη με την κατηγορία της εγκληματικής οργάνωσης, προφυλακίζοντας μάλιστα για ένα διάστημα την ηγεσία της. Ο αστικός τύπος γέμισε ρεπορτάζ για την τρομοκρατική δράση της ΧΑ και η έως τότε «διακριτική» διαδικασία νομιμοποίησης των νεοναζί στη συνείδηση της κοινωνίας από τα ΜΜΕ, ακολουθήθηκε από μια αντίστροφη διαδικασία μαζικής διοχέτευσης ενοχών στους ψηφοφόρους της, που ανατροφοδοτούνταν από τις καθημερινές αποκαλύψεις στη δίκη.

Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, η εκλογική δυναμική της ΧΑ ανακόπηκε, οι εσωτερικές συγκρούσεις στην ηγεσία της εντάθηκαν, η πίεση του κράτους και της καθολικής κατακραυγής από την κοινή γνώμη έφερε στο προσκήνιο τη δειλία των νεοναζί, με αποτέλεσμα μαζικές αποχωρήσεις μελών και κλεισίματα γραφείων στην μία πόλη μετά την άλλη. Μέσα από αυτήν την πορεία φτάσαμε στο αποτέλεσμα της 7η Ιουλίου, που δικαιολογημένα σκόρπισε αισθήματα χαράς και ικανοποίησης σε κάθε αριστερό αγωνιστή. Τώρα η ΧΑ ξαναγίνεται αυτό που ήταν, το ελεγχόμενο περιθωριακό «μαντρόσκυλο» του αστικού κράτους, που θα συνεχίζει να το χρησιμοποιεί όταν το χρειάζεται για να τρομοκρατεί τους αγωνιστές του εργατικού κινήματος και της νεολαίας. Στο αποτέλεσμα αυτό, έπαιξαν έναν ορισμένο ρόλο και μια σειρά από μαχητικές αντιφασιστικές κινητοποιήσεις που αμφισβήτησαν την έως τότε ουσιαστικά ανενόχλητη, παρουσία και δολοφονική δράση των φασιστών στους δρόμους και τις γειτονιές, επέδρασαν στον περιορισμό της δημόσιας δράσης των φασιστών και στην αποσυσπείρωση τους. Αυτές όμως, ήταν σχετικά μαζικές μόνο κατά το διάστημα αμέσως μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσα και στις σχετικές επετείους, με ευθύνη των ηγεσιών του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ, οι οποίες δεν πήραν καμιά πρωτοβουλία για να δοθεί η αναγκαία συνέχεια και κλιμάκωση. Οι αντιφασιστικές πρωτοβουλίες δράσης των αναρχικών και των εξωκοινοβουλευτικών αριστερών οργανώσεων, παρά τη μαχητικότητά τους και την απήχηση που είχαν σε ορισμένα τμήματα της πρωτοπορίας της νεολαίας, δεν έφθασαν ποτέ στα επίπεδα ενός πραγματικά μαζικού αντιφασιστικού κινήματος.

Ωστόσο, αυτή η 7ετία κατά την οποία η ΧΑ βρέθηκε στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό, θα πρέπει να μείνει στο μυαλό κάθε αγωνιστή, όχι ως η ανάμνηση μια θλιβερής παρένθεσης, αλλά σαν μια προειδοποίηση. Μια προειδοποίηση προς την ελληνική, την ευρωπαϊκή και την παγκόσμια εργατική τάξη για το είδος των εφιαλτικών, σκοτεινών δυνάμεων που μπορεί να αναδείξει στο προσκήνιο ο καπιταλισμός κατά την παρούσα περίοδο της βαθιάς ιστορικής του κρίσης. Η κρίση του ελληνικού καπιταλισμού βρίσκεται σε εξέλιξη και τα επόμενα χρόνια θα έχουμε ακόμα βιαιότερες οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά εκδηλώσεις της. Μέσα στη δίνη τους οι φασίστες, που τώρα αποσύρονται από το κοινοβουλευτικό προσκήνιο, θα επιχειρήσουν να επιστρέψουν για να ξαναδιαδραματίσουν τον γνώριμο αντεπαναστατικό τους ρόλο. Το πιθανότερο και πάλι θα είναι να μην μπορέσουν να δημιουργήσουν ένα μαζικό φασιστικό κίνημα εξουσίας, αλλά η δράση τους θα ξαναφέρει το εργατικό κίνημα αντιμέτωπο με νέα βίαια πογκρόμ με πιθανό πρωταγωνιστή ένα ξαναβαπτισμένο με διαφορετικό όνομα, φασιστικό σχήμα, με πυρήνα όμως τη σημερινή ηττημένη ΧΑ, το οποίο θα επιχειρήσει να ξαναβρεί τον δρόμο προς τα νέα κύματα απογοητευμένων και κατεστραμμένων από την κρίση μικροαστών.

δ) Η κρίση της ευρύτερης «Κεντρο-αριστερο-δεξιάς». Η εκλογική αντοχή του ΚΙΝΑΛ, παρά την τάση για ολική εξαφάνιση του ΠΑΣΟΚ που εμφανίστηκε στα χρόνια της κρίσης και των Μνημονίων, οφείλεται στις βαθιές ρίζες του παλιού ΠΑΣΟΚ στην ελληνική κοινωνία και πιο συγκεκριμένα, στους ακατάλυτους ακόμα δεσμούς με ένα σχετικά ηλικιωμένο πλέον τμήμα κρατικών υπαλλήλων, αλλά και εργαζόμενων σε πρώην ΔΕΚΟ και πρώην κρατικές επιχειρήσεις και Τράπεζες, οι οποίοι διορίστηκαν τη δεκαετία του 1980 και ένα στρώμα μικρών ή μεσαίων αστών που ωφελήθηκαν από την αυξημένη διοχέτευση κρατικών και κοινοτικών κονδυλίων στην οικονομία εκείνη την περίοδο, αλλά και κατά τη περίοδο 1993-2000 της νέας κυβερνητικής θητείας του ΠΑΣΟΚ σε συνθήκες ισχυρής καπιταλιστικής ανάπτυξης.με ένα ηλικιωμένο πλέον τμήμα κρατικών υπαλλήλων.

Η πολυετής διαχείριση του αστικού κράτους και ιδιαίτερα η εισαγωγή από μια δική του κυβέρνηση των σκληρών Μνημονίων και της ταπεινωτικής επιτροπείας της τρόικας στη χώρα έχουν διαρρήξει οριστικά τους δεσμούς του ΠΑΣΟΚ με τα πλατύτερα τμήματα της εργατικής τάξης και της νεολαίας, στους κόλπους της οποίας η απήχησή του σύμφωνα με το exit poll της 7ης Ιουλίου κινείται μόλις στο 3 με 4% (στους νέους από 17-24 ετών), στο μισό δηλαδή της πανελλαδικής εκλογικής του δύναμης. Το ΚΙΝΑΛ έχει οριστικά χάσει κάθε μαζικό εργατικό χαρακτήρα και έχει κρατήσει από το παλιό ΠΑΣΟΚ μόνο την προσήλωση στις αστικές πολιτικές. Είναι ένα «κεντρώο», αστικό κόμμα, που η κοινωνική και ηλικιακή του φυσιογνωμία το καθιστά θνησιγενές.

Η Ν.Δ και η άρχουσα τάξη θα ζητήσουν πιεστικά από την ηγεσία του ΚΙΝΑΛ να συναινέσει στην κατάργηση του εκλογικού μοντέλου (της διαστρεβλωμένης παρ’ όλα αυτά) απλής αναλογικής που εισήγαγε ο ΣΥΡΙΖΑ και στην επιβολή ενός εκλογικού νόμου ενισχυμένης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας για το πρώτο κόμμα και όχι «ήπια ενισχυμένης» αναλογικής, όπως εκείνη που υποστηρίζει το ΚΙΝΑΛ. Από την άλλη πλευρά, οι πιέσεις προς το ΚΙΝΑΛ θα ενταθούν και από τον ΣΥΡΙΖΑ. Τα σχέδια του Α. Τσίπρα για τον «μετασχηματισμό» του ΣΥΡΙΖΑ σε «δημοκρατική παράταξη» περνούν μέσα από την επιτάχυνση της διαδικασίας «μεταγραφών» στελεχών από το ΚΙΝΑΛ και από την ίδια την αφομοίωση ενός τμήματός του. Η ισορροπιστική τακτική της Φ. Γενηματά ανάμεσα στις δύο πιέσεις δεν πρόκειται να αποδώσει και αργά ή γρήγορα, η ηγεσία του ΚΙΝΑΛ θα αναγκαστεί να κινηθεί ανοικτά προς μία κατεύθυνση, προκαλώντας διασπάσεις και κύμα φυγής στελεχών προς την αντίθετη.

Οι ΑΝΕΛ, το Ποτάμι και η Ένωση Κεντρώων, επιβεβαιώνοντας τις έγκαιρες σχετικές προβλέψεις μας από το 2015, περιθωριοποιήθηκαν εκλογικά και εξαφανίστηκαν από το πολιτικό προσκήνιο, αποδεικνύοντας ότι επιτέλεσαν τον χρήσιμο ρόλο των κομμάτων «μιας χρήσης» για την άρχουσα τάξη: οι ΑΝΕΛ ως αστικός κυβερνητικός εταίρος της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ – σταθερός εγγυητής της αποκήρυξης ακόμα και του παραμικρού υπαινιγμού αντικαπιταλιστικής πολιτικής από την πλευρά της, το Ποτάμι ως πρόθυμος «κεντροαριστερός» εταίρος κάθε μνημονιακής κυβέρνησης και η Ένωση Κεντρώων ως ο πιο συστημικός εκφραστής της μικροαστικής και νεολαιίστικης δυσαρέσκειας για το παλιό αστικό πολιτικό σύστημα.

Το τέλος αυτών των συγκεκριμένων αστικών κομμάτων δεν σημαίνει ότι παύει πλέον να υπάρχει και η αιτία που τα δημιούργησε. Τέτοιου είδους «κεντρώοι», δεξιοί ή και ακροδεξιοί σχηματισμοί θα ξαναδημιουργηθούν, είτε ως αποτέλεσμα διασπάσεων του αστικού πολιτικού στρατοπέδου σε φάσεις βαθιάς κρίσης του (όπως έγινε με τους ΑΝΕΛ), είτε ως αποτέλεσμα των αστικών σχεδιασμών της ηγετικής μερίδας της άρχουσας τάξης (όπως συνέβη με το Ποτάμι), είτε ως τυχάρπαστα-«γραφικά» εγχειρήματα, που εκμεταλλευόμενα την κρίση και την κοινωνική απομόνωση του αστικού πολιτικού στρατοπέδου θα έρχονται στο κοινοβουλευτικό προσκήνιο (Ένωση Κεντρώων). Αυτό που δεν είναι καθόλου βέβαιο, είναι ότι όλα τους θα έχουν τη μικρή διάρκεια κοινοβουλευτικού βίου που είχαν τα παραπάνω κόμματα. Σαν αποτέλεσμα της μελλοντικής, εκ νέου οξυμένης κρίσης του αστικού πολιτικού στρατοπέδου, είναι πολύ πιθανό τέτοιου είδους νέα αστικά κόμματα να παίξουν έναν ρόλο στις εξελίξεις κατά πολύ σημαντικότερο και μεγαλύτερης διάρκειας από εκείνον που επιφύλαξε η σύγχρονη ελληνική πολιτική ιστορία για τους ΑΝΕΛ, το Ποτάμι και την Ε.Κ.

Συνεχίζεται
(«Ε»: Το προσχέδιο του κειμένου γράφτηκε από τον σ. Σταμάτη Καραγιαννόπουλο)