άνοδος Μελανσόν εκλογές Γαλλία

Τις τελευταίες τρεις βδομάδες βλέπουμε μία εκπληκτικά γρήγορη άνοδο του υποψηφίου της «Ανυπότακτης Γαλλίας» στις δημοσκοπήσεις για τις Προεδρικές εκλογές: από την 5η θέση με 11%, πλέον βρίσκεται στην τρίτη θέση με 18%. Αυτή η γρήγορη άνοδος συνοδεύτηκε με μία αργή, αλλά σταθερή, μείωση της πρόθεσης ψήφου για τους δύο υποψηφίους που βρίσκονται στις δυο πρώτες θέσεις, την ακροδεξιά Λεπέν (από 28% σε 24%) και τον φιλελεύθερο, Θατσερικό Μακρόν (από 26% σε 23%).

Αυτό σημαίνει ότι ο Μελανσόν θα μπορούσε να καταφέρει να περάσει στο δεύτερο γύρο. Αυτό το ενδεχόμενο έχει προκαλέσει πανικό στην άρχουσα τάξη, τόσο στη Γαλλία, όσο και διεθνώς. Οι πεσιμιστές που έβλεπαν μόνο τη «δεξιά στροφή» και τον «κίνδυνο του φασισμού» αποδείχθηκε ότι είχαν άδικο.

Η πιθανότητα για έναν δεύτερο γύρο με τη Λεπέν απέναντι στον Μελανσόν, έχει περιγραφεί από τον «Economist» ως «εφιαλτική επιλογή». Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ο Μελανσόν θα νικούσε τη Λεπέν με 57% έναντι 43%. Αντανακλώντας τους φόβους της άρχουσας τάξης, τα «σπρεντς» των Γαλλικών ομολόγων έχουν εκτιναχθεί στις 75 μονάδες βάσης (από περίπου 30 στα τέλη του περασμένου έτους). Οι «Financial Times» (FT) επισημαίνουν ότι αυτές «οι εκλογές είναι ήδη οι πιο απρόβλεπτες για την περίοδο μιας ολόκληρης γενιάς» και προσθέτουν ότι «οι τρεις προπορευόμενοι υποψήφιοι στις δημοσκοπήσεις δεν προέρχονται από τα καθιερωμένα κόμματα».

Μία από τις βασικές αστικές εφημερίδες της Γαλλίας, η «Le Figaro» αφιέρωσε ολόκληρο το πρωτοσέλιδό της στην κινδυνολογία για την προοπτική της εκλογής του Μελανσόν. «Το τρελό σχέδιο του Γάλλου Τσάβες» γράφει το πρωτοσέλιδο. «Μαξιμιλιανός Ίλιτς Μελανσόν» γράφει το κύριο άρθρο. «Κάστρο, Τσάβες, …Μελανσόν, ο απόστολος των επαναστατών δικτατόρων». Τα άρθρα συγκρίνουν τον Μελανσόν με τον Ροβεσπιέρο, τον Λένιν, τον Τρότσκι και τον Φιντέλ Κάστρο.

Η άνοδος του Μελανσόν στις δημοσκοπήσεις μπορεί να αποδοθεί σε μία σειρά παράγοντες. Ο σημαντικότερος είναι ότι το πρόγραμμα και οι ομιλίες του εμφανίζονται να απορρίπτουν ξεκάθαρα την κυρίαρχη τάξη πραγμάτων. Οι FT γράφουν, με πανικόβλητη ορολογία: «Έχει υποσχεθεί ότι θα αυξήσει τις δαπάνες κατά 250 δισεκατομμύρια ευρώ το χρόνο, θα μειώσει την εργάσιμη εβδομάδα από 35 σε 32 ώρες και θα φορολογήσει 100% κάθε εισόδημα που είναι 20 φορές μεγαλύτερο από το μέσο εισόδημα. Στην εξωτερική πολιτική, θέλει η Γαλλία να φύγει από το ΝΑΤΟ και να επαναδιαπραγματευθεί από μηδενική βάση τη σχέση της χώρας με την ΕΕ. Αν η διαπραγμάτευση αποτύχει, λέει ότι θα είναι “στην κρίση του γαλλικού λαού” να αποφασίσει αν θα παραμείνει στην´Ένωση».

Στο σύνολό τους οι γαλλικές εκλογές χαρακτηρίζονται έντονα από μια διάθεση απόρριψης του κατεστημένου. Ο Φιγιόν ήταν ένας υποψήφιος – έκπληξη για τη δεξιά, κατάφερνοντας να νικήσει τα φαβορί Σαρκοζί και Ζιπέ στις προκριματικές εκλογές. Ο ίδιος τώρα έχει τώρα απαξιωθεί από τα σκάνδαλα διαφθοράς, τα οποία τον έχουν ρίξει πολύ στα γκάλοπ. Ο νικητής των προκριματικών του σοσιαλιστικού κόμματος, ο Χαμόν νίκησε επίσης το φαβορί, τον Βαλς υιοθετώντας, στα λόγια, ένα πρόγραμμα το οποίο ακούγεται πολύ αριστερό, με στοιχεία δανεισμένα από το πρόγραμμα του Μελανσόν.

Στην πραγματικότητα, μόνο λίγες βδομάδες πριν, ολόκληρη η «προοδευτική» κοινή γνώμη, ασκούσαν πιέσεις στον Μελανσόν να αποσυρθεί από την προεκλογική κούρσα προς όφελος του Χαμόν, έτσι ώστε «να μη διασπαστεί η αριστερή ψήφος» και να «μπορέσει ένας αριστερός υποψήφιος να περάσει στο δεύτερο γύρο». Ο Μελανσόν, σωστά, δεν εγκατέλειψε τον προεκλογικό αγώνα και παραμένωντας ο πιο ριζοσπαστικός αριστερός υποψήφιος, πρώτα πέρασε τον Χαμόν και τώρα φτάνει τον Φιγιόν – και σε κάποιες δημοσκοπήσεις της περασμένης εβδομάδας μάλιστα,τον ξεπέρασε.

Αυτό αναδεικνύει ένα ακόμα σημαντικό στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη: την κατάρρευση του επίσημου υποψηφίου του Σοσιαλιστικού Κόμματος, που τώρα μαραζώνει κοντά στο 8-9%. Η κυβέρνηση του Σοσιαλιστικού Κόμματος, που εξελέγη στη βάση ενός προγράμματος που στα λόγια ήταν υπέρ των νέων θέσεων εργασίας και ενάντια στη λιτότητα, προχώρησε στην εφαρμογή ενός προγράμματος περικοπών, πρωτοφανών επιθέσεων στα δημοκρατικά δικαιώματα (χρησιμοποιώντας τις τρομοκρατικές επιθέσεις ως δικαιολογία) και σε μία ολομέτωπη επίθεση στα δικαιώματα των εργαζομένων με την αντιμεταρρύθμιση «El-Khomri. Αυτό προκάλεσε έναν γιγαντιαίο κίνημα, ένα από τα σημαντικότερα από τον Μάη του 1968, στο οποίο εκατομμύρια εργάτες και νέοι κατέβηκαν στους δρόμους και απήργησαν για μήνες, μόλις πριν από ένα χρόνο. Ταυτόχρονα, είδαμε μία εξέγερση της νεολαίας στο κίνημα «Nuit Debout», με τις καταλήψεις πλατειών. Το κίνημα δεν πέτυχε τους στόχους του δηλαδή να σταματήσει την αντιμεταρρύθμιση, αλλά όπως εξηγήσαμε εκείνη την περίοδο, προετοίμαζε το έδαφος για μια στροφή του εργατικού κινήματος από το απεργιακό στο εκλογικό πεδίο, σε μία προσπάθεια να βρει διέξοδο.

Όλη η εμπειρία των κυβερνήσεων Εηρώ – Βαλς – Ολάντ δημιούργησε ένα βαθύ ρήγμα ανάμεσα στο Σοσιαλιστικό Κόμμα και ένα μεγάλο τμήμα της παραδοσιακής εκλογικής βάσης του. Μόνο το 24% όσων ψήφισαν Ολάντ το 2012 θα ψηφίσουν τώρα τον Χαμόν. Το 26% θα ψηφίσει Μελανσόν και το 43% τον φιλελεύθερο Μακρόν (έναν πρώην υπουργό της «Σοσιαλιστικής» κυβέρνησης).

Όσο αυξάνονται οι πιθανότητες ο Μελανσόν να περάσει στο δεύτερο γύρο, όλο και περισσότεροι από τους υποστηρικτές του Χαμόν θα τείνουν να αλλάξουν την ψήφο τους (το 46% δηλώνουν ότι η επιλογή τους δεν είναι οριστική και μπορεί να αλλάξει).
Η άνοδος του Μελανσόν συνέπεσε επίσης με τα δύο τηλεοπτικά ντιμπέιτ στα οποία εκατομμύρια άνθρωποι μπόρεσαν να ακούσουν τις διαφορετικές θέσεις των υποψηφίων να διατυπώνονται χωρίς τις παρερμηνείες των αστικών μέσων ενημέρωσης. Την βραδιά του δεύτερου τηλεοπτικού ντιμπέιτ, στις 4 Απρίλη, μία δημοσκόπηση της ELABE έδειξε ότι οι τηλεθεατές πίστευαν πως ο Μελανσόν ήταν ο πιο πειστικός υποψήφιος (25%) και επίσης «αυτός που καταλαβαίνει καλύτερα ανθρώπους σαν εμένα (26%)».

Ένας άλλος παράγοντας που συνέβαλε στην άνοδο του Μελανσόν ήταν ο τρόπος με τον οποίο η εκστρατεία του μπόρεσε να κινητοποιήσει χιλιάδες ανθρώπους στις προεκλογικές του συγκεντρώσεις, οι οποίες ήταν πολύ μεγαλύτερες από οποιουδήποτε άλλου κόμματος και ακόμη μεγαλύτερες από αυτές που είδαμε στις προηγούμενες προεδρικές εκλογές του 2012. Στις 18 Μάρτη, την επέτειο της Παρισινής Κομμούνας, έκανε μία συγκέντρωση με 130.000 στην Πλατεία της Βαστίλλης στο Παρίσι. Την Κυριακή 9 Απρίλη, 70.000 συγκεντρώθηκαν στην Μασσαλία, ένα παραδοσιακό προπύργιο του Εθνικού Μετώπου, που ωστόσο υπήρξε και ένα από τα πιο ριζοσπαστικά κέντρα του εργατικού αγώνα ενάντια στον νόμο el-Khomri.

Αυτές οι συγκεντρώσεις όχι μόνο επέτρεψαν στον υποψήφιο να παρακάμψει το μποϊκοτάζ και τα ψέματα των καπιταλιστικών ΜΜΕ, αλλά επίσης έδωσαν σε αυτούς που παρευρίσκονταν και αυτούς που τις παρακολουθούσαν από τα social media και όχι μόνο, μία αίσθηση της δύναμης τους, του μεγάλου αριθμού αυτών που υποστήριζαν αυτή την υποψηφιότητα. Επιπλέον, η εκστρατεία δεν στηρίζεται με τους πόρους κάποιου συγκεκριμένου κόμματος (η υποστήριξη από το Κομμουνιστικό Κόμμα είναι στην καλύτερη περίπτωση υποτονική και το Αριστερό Κόμμα του ίδιου του Μελανσόν είναι πολύ μικρό) αλλά στην κινητοποίηση δεκάδων χιλιάδων υποστηρικτών μέσα από τις τοπικές εκλογικές επιτροπές της «Ανυπότακτης Γαλλίας».

Είναι σημαντικό το γεγονός ότι το στρώμα όπου ο Μελανσόν έχει τη μεγαλύτερη υποστήριξη είναι η νεολαία. Έρχεται πρώτος στις ηλικίες 18 έως 24, με 29%. Έχει επίσης μεγάλη υποστήριξη τόσο στους ανειδίκευτους εργάτες (18%) όσο και στους ειδικευμένους (20%), όπου έρχεται δεύτερος μετά τη Λεπέν. Εκείνη συνεχίζει να προηγείται στους ανειδίκευτους εργάτες αλλά το τελευταίο διάστημα χάνει έδαφος, πέφτοντας από το 45% στο 39%.

Θα πρέπει να σημειώσουμε, ότι κατά τη γνώμη μας, το πρόγραμμα του Μελανσόν έχει μία σειρά από ελλείψεις, τις οποίες έχουμε επισημάνει σε άλλα άρθρα. Το κύριο ζήτημα είναι ότι το πρόγραμμα των προοδευτικών κοινωνικών και οικονομικών μεταρρυθμίσεων στα πεδία της Υγείας, της Εκπαίδευσης, των εργασιακών δικαιωμάτων κλπ, θα πρέπει κάπως να χρηματοδοτηθεί. Η δεξιά έχει κάνει μεγάλο θόρυβο πάνω σε αυτό το ζήτημα: δεν υπάρχουν λεφτά για να πληρωθούν όλα αυτά, λένε. Ο Μελανσόν προτείνει ένα πρόγραμμα επιθετικής φορολόγησης των πλουσίων, από το οποίο έχει προκύψει ακόμα και διαδικτυακό παιχνίδι («Δημοσιονομική Μάχη») όπου ο υποψήφιος «ξετινάζει» τους πλούσιους και ισχυρούς (συμπεριλαμβανομένων των Σαρκοζί, Λαγκάρντ κ.α.) για να μαζέψει τα απαραίτητα κεφάλαια.

Φυσικά, οι μαρξιστές είναι υπέρ ενός προοδευτικού συστήματος φορολόγησης και καταπολέμησης της φοροδιαφυγής. Το πρόβλημα είναι ότι θα οδηγούσε άμεσα σε μία φυγή κεφαλαίων σε άλλες χώρες με χαμηλότερους φόρους (όπως είδαμε να γίνεται όταν ο Ολάντ επέβαλε το φόρο 75% στον πλούτο το 2014, τον οποίο αργότερα αναγκάστηκε να ακυρώσει). Όπως έχει ήδη φανεί από τις πανικόβλητες κινήσεις στις αγορές ομολόγων, μία νίκη του Μελανσόν θα οδηγούσε σε μία άμεση επίθεση από τις «αγορές». Όπως συνέβη και στην Ελλάδα, μία κυβέρνηση Μελανσόν θα δέχονταν ασφυκτικές πιέσεις από του καπιταλιστές και τα όργανα τους (ιδιαίτερα την Κομισιόν και την ΕΚΤ) να υποχωρήσει σε όλα τα επίπεδα από το πρόγραμμα της. Το μάθημα από την Ελλάδα είναι ότι, μέσα στα όρια του καπιταλισμού δεν είναι δυνατό να έρθεις σε ρήξη με την λιτότητα με έναν αποφασιστικό τρόπο. Είτε θα υποχρεώσεις τους εργάτες να πληρώσουν για την κρίση του καπιταλισμού, είτε θα έρθεις σε ρήξη με τον καπιταλισμό και θα υποχρεώσεις τους καπιταλιστές να πληρώσουν. Αυτό σημαίνει, όχι μόνο τη φορολόγηση των πλουσίων, αλλά πάνω απ’ όλα την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, διανομής και εμπορίου που αυτοί έχουν στην ιδιοκτησία τους, θέτοντάς τα σε κοινή ιδιοκτησία και κάτω από δημοκρατικό έλεγχο, έτσι ώστε οι πόροι της χώρας να χρησιμοποιηθούν για το όφελος της πλειοψηφίας και όχι για μία ανεξέλεγκτη κλίκα στην κορυφή.

Φυσικά, μία νίκη του Μελανσόν δεν θα οδηγούσε ακριβώς σε αυτό που συνέβη στην Ελλάδα. Η Γαλλία βρίσκεται στον πυρήνα των χωρών της ΕΕ, αποτελώντας την δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στην ευρωζώνη. Μία νίκη για έναν αριστερό υποψήφιο θα είχε τρομερή επίδραση σε ολόκληρη την Ευρώπη, ιδιαίτερα στην γειτονική Ιταλία που βρίσκεται ήδη σε βαθιά οικονομική και πολιτική κρίση. Θα επιτάχυνε όλες τις φυγόκεντρες δυνάμεις στην ΕΕ.

Το πιο σημαντικό πράγμα που πρέπει να κατανοήσει κανείς είναι ότι αυτό είναι ένα «απαραίτητο σχολείο» από το οποίο πρέπει να περάσουν οι εργαζόμενοι και οι νέοι της Γαλλίας, καθώς δεν υπάρχει ακόμη μία γνήσια επαναστατική εναλλακτική επιλογή, σε επαρκείς αριθμούς και επιρροή. Αυτό που βλέπουν οι εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι που κοιτούν προς τον Μελανσόν είναι, όχι αυτή ή εκείνη αδυναμία στο πρόγραμμά του, αλλά κυρίως, με ένα λιγότερο ή περισσότερο ξεκάθαρο τρόπο, ένα πρόγραμμα που εκφράζει το θυμό τους και την απόρριψη ολόκληρου του συστήματος. Στις 23 Απρίλη θα έχουν την ευκαιρία να δώσουν ένα γερό χτύπημα εναντίον αυτού του συστήματος.

Κοινοποιήστε