Η βαθύτατη σήψη της ελληνικής άρχουσας τάξης και της κυβέρνησής της γίνεται ολοένα και πιο εμφανής, μέσα από τις εξελίξεις στα πολλαπλά και μεγάλα σκάνδαλα στα οποία εμπλέκονται. Ιδιαίτερα τα σκάνδαλα των υποκλοπών, του ΟΠΕΚΕΠΕ και της συγκάλυψης του εγκλήματος στα Τέμπη, συνθέτουν μια εικόνα βρωμερής αποσύνθεσης ολόκληρου του καπιταλιστικού καθεστώτος.
Υποκλοπές: ξανά στο κάδρο ΕΥΠ και κυβέρνηση
Η κυβέρνηση και η (κυβερνητικά διορισμένη) ηγεσία του Άρειου Πάγου, μετά και το διαβόητο «πόρισμα Ζήση» τον Ιούλιο του 2024, είχαν απαλλάξει πλήρως για τις υποκλοπές τα στελέχη κυβέρνησης και ΕΥΠ, με τον ισχυρισμό ότι δεν προκύπτει συσχέτιση των «νόμιμων» παρακολουθήσεων της ΕΥΠ με τις παράνομες παρακολουθήσεις μέσω Predator. Για τις δεύτερες, μόλις 4 «ιδιώτες» παραπέμφθηκαν σε δίκη, με αστείας βαρύτητας κατηγορίες.
Ωστόσο, κατά τη διαδικασία της δίκης, από τα στοιχεία και τις καταθέσεις – παρά την «εκκωφαντική» απουσία των κυβερνητικών και κρατικών στελεχών που αποτέλεσαν στόχους των παρακολουθήσεων – αναδείχθηκε εκ νέου η εικόνα της προφανούς σύμπραξης των κατηγορούμενων με κορυφαία πρόσωπα στην κυβέρνηση και το κράτος.
Τόσο η πρόταση του Εισαγγελέα, όσο και η απόφαση του Προέδρου, σχολιάζουν το μεγάλο ποσοστό ταύτισης των στόχων του Predator με στόχους της ΕΥΠ, τα «πάρε-δώσε» των κατηγορουμένων με πρόσωπα-κλειδιά της ΕΥΠ, καθώς και τον εγγενή χαρακτήρα του Predator ως λογισμικό προς χρήση από κρατικές υπηρεσίες. Έτσι, πέραν της καταδίκης των 4, η απόφαση διαβιβάζει τη δικογραφία στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών για τη διερεύνηση «τυχόν τέλεσης εκ μέρους των κατηγορουμένων και τυχόν τρίτων συμμετόχων άλλων αξιόποινων πράξεων και δη της κατασκοπείας».
Φυσικά, η ηγεσία του Άρειου Πάγου μπορεί, με τη συνήθη μέθοδο της δήθεν «αναβάθμισης» της υπόθεσης, να την πάρει ξανά στα χέρια της για έναν δεύτερο γύρο ξεπλύματος κυβέρνησης και ΕΥΠ. Αυτό όμως θα συμβάλει στην αύξηση της διάχυτης οργής για τις βρωμοδουλειές της κυβέρνησης και των υποτιθέμενων «άμεμπτων» θεσμών του καπιταλιστικού κράτους.
Βαθιά βουτηγμένη και στο σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ η κυβέρνηση
Μια ανάλογη τροπή δείχνει να εξελίσσεται και γύρω από το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Αρχικά, η κυβέρνηση ξέπλυνε τους εμπλεκόμενους υπουργούς Βορίδη και Αυγενάκη μέσα από την Εξεταστική Επιτροπή στη Βουλή και, ακολούθως, σε δίκη παραπέμφθηκαν μόνο ο πρώην Πρόεδρος του ΟΠΕΚΕΠΕ Δ. Μελάς και η πρώην Διευθύντρια βασικών τμημάτων του οργανισμού Α. Ρέππα. Αλλά κατά τη διαδικασία της δίκης έχουν έρθει εκ νέου στο προσκήνιο οι καταγγελίες προσώπων-κλειδιά, σχετικά με τον βαθμό εμπλοκής κυβερνητικών στελεχών.
Ο πρώην Πρόεδρος του ΟΠΕΚΕΠΕ Γρ. Βάρρας (διορισμένος με πρόταση Μητσοτάκη και μετά την απομάκρυνσή του μετακινημένος στο Μαξίμου), παρά την εκ νέου άρνησή του να συνδέσει άμεσα τον τότε υπουργό Βορίδη με την ουσία του σκανδάλου, επανέλαβε ότι απομακρύνθηκε κατ’ απαίτηση του τελευταίου και ότι θεωρεί αιτία την άρνησή του να εμποδίσει τη διενέργεια ελέγχων. Ακόμα πιο ανοιχτά, ο (τοποθετημένος μέσω ΑΣΕΠ και όχι με απευθείας διορισμό) πρώην Πρόεδρος Ευ. Σημανδράκος επανέλαβε ότι δεχόταν ασφυκτικές πιέσεις από τον τότε υπουργό Αυγενάκη και συνεργάτες του για να διακόψει ελέγχους, οι οποίες έφτασαν στο σημείο ο εν λόγω υπουργός – τι πιο σύνηθες – να του απευθύνει «βαριές και υβριστικές εκφράσεις». Και τέλος, η αποπεμφθείσα ως «ενοχλητική» ελέγκτρια του ΟΠΕΚΕΠΕ Π. Τυχεροπούλου επιβεβαίωσε ξανά την έκταση της απάτης και το γεγονός πως Βορίδης και Αυγενάκης ήταν ενήμεροι για την κατάσταση.
Η δίκη των Τεμπών
Φυσικά, η υπόθεση που έχει εκθέσει περισσότερο από κάθε άλλη τη βαθιά αντιδραστική φύση κυβέρνησης, αστικού κράτους και άρχουσας τάξης, δεν είναι άλλη από το έγκλημα των Τεμπών και την απόπειρα συγκάλυψής του, η οποία «μαίνεται» αμείωτη σε όλα τα μέτωπα.
Από τη μια πλευρά, από την «επομένη» κιόλας της νικηφόρας απεργίας πείνας του Π. Ρούτσι, η αρμόδια Εισαγγελία προσπαθεί να εμποδίσει την πραγματοποίηση, κατά τις εκταφές των σορών, του μόνου είδους εξετάσεων που θα μπορούσε να δώσει νέα στοιχεία, δηλαδή των χημικών εξετάσεων από εξειδικευμένα εργαστήρια του εξωτερικού.
Από την άλλη, με το «καλημέρα» στην έναρξη της δίκης εμφανίστηκαν εχθρικές κινήσεις κατά των συγγενών. Η αίθουσα που ορίστηκε για τη δίκη αποδείχτηκε ότι είναι μακράν μικρότερης χωρητικότητας από τις ανάγκες της διαδικασίας, με αποτέλεσμα συγγενείς και συνήγοροι να στέκονται ακόμα και όρθιοι. Επιπλέον, όπως δείχνουν βίντεο που δημοσίευσε η Ζ. Κωνσταντοπούλου ως συνήγορος του Π. Ρούτσι, ο τελευταίος δέχθηκε επανειλημμένη και αναίτια παρενόχληση από ασφαλίτες που, μάλιστα, ωμά δήλωναν την ιδιότητά τους αυτή.
Η ηγεσία του Άρειου Πάγου δεν έχασε βέβαια την ευκαιρία να «παρέμβει»: υπερασπίστηκε την κυβέρνηση για την επιλεγμένη αίθουσα και επιτέθηκε σε συγγενείς και συνηγόρους, μιλώντας για «καταγγέλλοντες την καθυστέρηση της δίκης» που «ήταν ταυτόχρονα και οι προκαλούντες αυτή». Εδώ, φυσικά, σκόπιμα συγχέονται η δίκαιη κατακραυγή για το πρόωρο κλείσιμο της ελλιπέστατης προανάκρισης, στις αρχές Σεπτεμβρίου 2025, με τη διαμαρτυρία για την αδικαιολόγητα αργοπορημένη έναρξη της δίκης, στις 23 Μαρτίου του 2026.
Όλα τα παραπάνω αποδεικνύουν εκ νέου ότι σύσσωμο το καπιταλιστικό καθεστώς έχει ενορχηστρώσει, εκτελέσει και αποπειράται να συγκαλύψει αυτά τα σκάνδαλα, πίσω από τα οποία βρίσκονται επιθέσεις στο εισόδημα, τα δημοκρατικά δικαιώματα και την ίδια τη ζωή της εργαζόμενης κοινωνικής πλειοψηφίας. Για να λάβουν τέλος και να αποδοθεί αληθινή δικαιοσύνη, είναι αναγκαίος ο επαναστατικός αγώνας για το ξερίζωμα της εξουσίας των καπιταλιστών και για την εγκαθίδρυση της δημοκρατικής εξουσίας του εργαζόμενου λαού.
Π.Ψ.




