Αργεντινή Τουρκία

Καθώς όλα τα βλέμματα είναι στραμμένα στην εξέλιξη του εμπορικού πολέμου ΗΠΑ-Κίνας, μια άλλη κρίση στην παγκόσμια οικονομία κοντεύει να βγει εκτός ελέγχου. Απ’ τον Απρίλιο, Αργεντινή και Τουρκία είδαν την κατάρευση των νομισμάτων τους και έντονο πληθωρισμό. Άλλες λεγόμενες «αναδυόμενες οικονομίες» όπως η Ινδονησία, η Ινδία, η Βραζιλία και η Νότια Αφρική, βιώνουν επίσης παρόμοιες πιέσεις.

Την περασμένη εβδομάδα (σ.τ.μ: το άρθρο γράφτηκε στις 16/9), η Κεντρική Τράπεζα Αργεντινής αναγκάστηκε να αυξήσει τα επιτόκια σε ποσοστό ρεκόρ, 60%, ώστε να σταματήσει την κατάρρευση του εθνικού νομίσματος, το οποίο έχασε 12% της αξίας του έναντι του δολαρίου των ΗΠΑ σε διάστημα δυο ημερών. Έχοντας ξοδέψει το μεγαλύτερο μέρος των συναλλαγματικών αποθεμάτων για να υπερασπιστεί το πέσο, η κυβέρνηση του προέδρου Μαουρίτσιο Μάκρι πρέπει τώρα να παρακαλέσει το ΔΝΤ να επιταχύνει τη χορήγηση ενός πακέτου «διάσωσης» αξίας 50 δις δολαρίων.

Η τελευταία πτώση του πέσο έρχεται μετά από μια συνεχή πτώση, η οποία από τον Απρίλιο έχει απογειώσει περισσότερο από το 50% της αξίας του νομίσματος έναντι του δολαρίου. Ταυτόχρονα, ο πληθωρισμός έχει ξεπεράσει το 30%. Η προκύπτουσα αστάθεια, με τη σειρά της ωθεί την οικονομία σε κρίση, οδηγώντας σε περαιτέρω πτώση κεφαλαίων.

Η κρίση στην Τουρκία

Μια παρόμοια κατάσταση εξελίσσεται στην Τουρκία, όπου η λίρα έχασε το 40% της αξίας της έναντι του δολαρίου από τον περασμένο χρόνο και ο πληθωρισμός εκτοξεύτηκε στο 18%. Την περασμένη Δευτέρα, η τουρκική κεντρική τράπεζα ανακοίνωσε αύξηση επιτοκίου κατά 6,25%, δηλαδή σε 24%, προκειμένου να σταματήσει η ελεύθερη πτώση της λίρας. Αλλά μετά από μια σύντομη σταθεροποίηση, το νόμισμα συνέχισε την υποτίμηση του.

Από το 2002 έως το 2008, η τουρκική οικονομία αναπτύχθηκε με ταχείς ρυθμούς. Ως αναξιοποίητη δεξαμενή φτηνής εργασίας στα σύνορα της ΕΕ, η τουρκική οικονομία αναπτύχθηκε με ταχύ ρυθμό πριν από το 2008. Το τουρκικό ΑΕΠ σχεδόν τετραπλασιάστηκε (από 200 δισεκατομμύρια δολάρια το 2001 έφτασε τα 764 δισεκατομμύρια δολάρια το 2008). Ωστόσο, η παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008 σταμάτησε την περίοδο της οργανικής ανάπτυξης και το επόμενο έτος παρατηρήθηκε συρρίκνωση της τουρκικής οικονομίας παρόμοια με πολλές άλλες χώρες . Έκτοτε, η οικονομία εξαρτάται όλο και περισσότερο από την κερδοσκοπία και τις φθηνές πιστώσεις που προέρχονται από τις δυτικές χώρες για να διατηρηθούν τα επίπεδα ανάπτυξης.

Οι τουρκικές τράπεζες πέρασαν από ένα εξωτερικό χρέος μηδενικό το 2008 σε 100 δισ. δολάρια σήμερα. Από τα δάνεια αυτά, 6-9 δισ δολάρια «ωριμάζουν» κάθε μήνα. Ταυτόχρονα, το τουρκικό Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (Adalet ve Kalkınma Partisi, AKP), έχει ξεκινήσει μια μαζική κεϋνσιανή δαπάνη, επενδύοντας σε τεράστια έργα κύρους και υποδομής, καθώς και σε ανακατασκευές ακινήτων, προκειμένου να διατηρήσει την πολιτική του κυριαρχία. Έτσι, ο κατασκευαστικός τομέας, ο οποίος απασχολεί 2 εκατομμύρια εργαζομένους, ανέρχεται πλέον στο 18,7% του ΑΕΠ. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, στα τέλη του 2016, το 90% της χρηματοδότησης για τις τουρκικές εταιρείες ακινήτων βασίστηκε σε δάνεια σε ξένα νομίσματα. Συνολικά, το εξωτερικό χρέος της Τουρκίας ανέρχεται σε 52% του ΑΕΠ.

Η κυβέρνηση του AKP, απελπισμένη να κρατήσει τους ψηφοφόρους της, «ρίχνει λάδι στη φωτιά», χρηματοδοτώντας τεράστια έργα. Κατά την προετοιμασία των προηγούμενων εκλογών, το Ταμείο Εγγυοδοσίας χρησιμοποιήθηκε για την εξασφάλιση δανείων δισεκατομμυρίων δολαρίων στον ιδιωτικό τομέα. Ταυτόχρονα, η άρχουσα τάξη προωθεί τεράστια αύξηση των πιστώσεων προς τις μάζες, με το χρέος των νοικοκυριών να εχει ανέβει από περίπου 2,5% του ΑΕΠ το 2014 σε 17,30% το 2017. Η κυβέρνηση του Ερντογάν σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να ξεπεράσει την κρίση με δάνεια και να διατηρήσει έτσι σταθερή την οικονομία, πλημμυρίζοντας την αγορά με φθηνή πίστωση.

Αλλά όπως πάντα, το χρέος πρέπει να εξοφληθεί αργά ή γρήγορα και μάλιστα με τόκο. Ως εκ τούτου, έχει υποτιμηθεί η λίρα και έχει προκληθεί υψηλός πληθωρισμό εσωτερικά. Με δισταγμό η κυβέρνηση αναγκάστηκε να αποδεχθεί τεράστιες αυξήσεις των επιτοκίων προκειμένου να αποτρέψει την ανεξέλεγκτη σπείρα του πληθωρισμού και την κατάρρευση του νομίσματος.

Η κατάσταση επιδεινώνεται και λόγω της μεγάλης εξάρτησης της Τουρκίας από εισαγωγές ζωτικών αγαθών, όπως η ενέργεια και ο χάλυβας, οι εισαγωγές των οποίων έφταναν τα 8 δισ δολάρια ετησίως μέχρι τα τέλη του 2017, πριν μειωθεί στο μισό η αξία της λίρας. Αυτό κάνει την οικονομία ακόμη πιο ευαίσθητη στις διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών.

Επιπλέον, οι ΗΠΑ έχουν επιβάλει μια σειρά δασμών στα τουρκικά προϊόντα σε μια σύγκρουση μεταξύ των δύο υποτιθέμενων συμμάχων. Αυτό έχει αναδείξει όλες τις βασικές αδυναμίες της τουρκικής οικονομίας.

Σε αυτή την κατάσταση, η άνοδος της αξίας του δολαρίου προκαλεί μια επικείμενη καταστροφή για την τουρκική οικονομία. Ήδη αρκετές μεγάλες τουρκικές εταιρείες δυσκολεύτηκαν να πληρώσουν τους πιστωτές τους και κινδυνεύουν ακόμα περισσότερο να αθετήσουν την πληρωμή των δανείων τους τώρα που η λίρα αξίζει το μισό από ό,τι πριν ένα χρόνο.

Διπλό έλλειμμα στην Αργεντινή

Η Αργεντινή, όπως και η Τουρκία, έχει ένα λεγόμενο διπλό έλλειμμα. Δηλαδή, έχει σοβαρό ετήσιο έλλειμμα προϋπολογισμού, καθώς και έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, οπότε εξαρτάται από ξένες πιστώσεις. Οι ετήσιες ξένες άμεσες επενδύσεις τριπλασιάστηκαν από 3,2 δις δολάρια το 2016 σε 11,9 δις το 2017, ποσά τα οποία αντιπροσωπεύουν συνολικά πάνω από 16 % του ΑΕΠ. Εν τω μεταξύ, το κράτος είχε ετήσιο έλλειμμα περίπου 5%. Αυτό χρηματοδοτούταν από το εξωτερικό χρέος αφενός και από την εκτύπωση δισεκατομμυρίων πέσος από την άλλη, με αποτέλεσμα να μειώνεται σταδιακά η αξία του νομίσματος.

Όλα ήταν ωραία όσο εισέρρεε ξένο χρήμα. Όσο η δεξιά κυβέρνηση του Μάκρι έδινε υποσχέσεις για την προστασία των καπιταλιστικών της συμφερόντων, οι ξένοι κερδοσκόποι προέβησαν στην κάλυψη του αυξανόμενου εμπορικού και δημοσιονομικού ελλείμματος. Αυτό συνέβαινε, ώσπου η τιμή του δολαρίου άρχισε να αυξάνεται στις αρχές αυτού του έτους.

Αλλά η Αργεντινή και η Τουρκία, αποτελούν μόνο μια πιο έντονη ένδειξη ενός πολύ βαθύτερου προβλήματος. Η Βραζιλία, η Ινδονησία και η Νότια Αφρική, όλες οι σημαντικές οικονομίες, αντιμετωπίζουν παρόμοιες, αν και λιγότερο οξείες, κρίσεις. Άλλες επονομαζόμενες αναδυόμενες οικονομίες δεν απέχουν πολύ: 16 μόνο από αυτές τις χώρες συμμετέχουν σε δάνεια ύψους 3,4 τρις δολαρίων. Ωστόσο, τα συναλλαγματικά αποθέματά τους ανέρχονται μόνο σε 1,3 τρις δολάρια. Τα περισσότερα από αυτά εξαρτώνται επίσης σε μεγάλο βαθμό από τις φθηνές πιστώσεις, καθώς και από μια σταθερή αξία δολαρίου.

Συνολικά, σε αυτές τις “αναδυόμενες αγορές”, το χρέος του μη τραπεζικού ιδιωτικού τομέα αυξήθηκε έντονα από το 2008-09, φθάνοντας το 129% του ΑΕΠ σήμερα. Ταυτόχρονα, οι χαλαρές νομισματικές πολιτικές έχουν μειώσει σταδιακά την αξία των νομισμάτων τους. Τα τελευταία πέντε χρόνια τα νομίσματα της Αργεντινής, της Ουκρανίας, της Αιγύπτου, της Τουρκίας και της Βραζιλίας μειώθηκαν κατά 80,3%, 69,0%, 60,9%, 60,5% και 42,5% έναντι του δολαρίου, αντίστοιχα.

Η ινδική ρουπία βρίσκεται στο ίδιο δρόμο, έχοντας χάσει το 13,50% της αξίας της έναντι του δολαρίου τους τελευταίους 12 μήνες, φτάνοντας σε χαμηλά επίπεδα. Εν τω μεταξύ, τα επιτόκια των κρατικών τους ομολόγων έφτασαν στο 8,19%, καθώς οι επενδυτές είναι λιγότερο πρόθυμοι να δανείσουν χρήματα στο κράτος, αφού έχουν λιγότερη εμπιστοσύνη ότι τα χρήματα αυτά θα επιστραφούν. Η ινδική οικονομία, η οικονομία της έκτης μεγαλύτερη χώρας στον κόσμο, βρίσκεται σε πολύ αδύναμη κατάσταση και ένα αυξανόμενο δολάριο, που επηρεάζει κρίσιμες εισαγωγές όπως το πετρέλαιο, θα μπορούσε να έχει καταστροφικές συνέπειες για εκείνη.

Οικονομία κτισμένη στην άμμο

Στα χαρτιά, η παγκόσμια οικονομία φαίνεται να τα πηγαίνει σπουδαία. Το παγκόσμιο ΑΕΠ πρόκειται να αυξηθεί κατά 3,9% το 2018, τα ποσοστά ανεργίας μειώθηκαν το περασμένο έτος και ο δείκτης Dow Jones στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο του. Ωστόσο, 10 χρόνια μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers και την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, μια νέα ανάλογη κρίση εμφανίζεται στον ορίζοντα.

Οι καπιταλιστές βρήκαν διέξοδο από την κρίση του 2008, μέσω της λιτότητας και της μείωσης των μισθών, ενώ παράλληλα διοχέτευαν τρισεκατομμύρια φθηνών δολαρίων σε δάνεια. Το αμερικανικό επιτόκιο ήταν 0,20 % – το χαμηλότερο όλων των εποχών. Τα επιτόκια ήταν τόσο χαμηλά, που η μη λήψη δανείων ήταν κακή δουλειά για τους μεγάλους καπιταλιστές. Αλλά χωρίς ουσιαστική επίλυση της κρίσης του καπιταλισμού, τα μέτρα αυτά προετοίμασαν μόνο πολύ μεγαλύτερες κρίσεις.

Το συνολικό παγκόσμιο χρέος σήμερα ανέρχεται σε 217 τρισ δολάρια ή σε 327% του παγκόσμιου ΑΕΠ: το υψηλότερο στην Ιστορία. Αλλά πολύ λίγα από αυτά τα χρήματα έχουν επενδυθεί στην πραγματική παραγωγή. Στην πραγματικότητα, οι τιμές επενδύσεων δεν έχουν υπάρξει χαμηλότερες απ’ το 1960. Αντ ‘αυτού, τα χρήματα περνούσαν από την παγκόσμια οικονομία δημιουργώντας πληθωριστικές φούσκες σε διάφορους τομείς, όπως η στέγη και οι χρηματιστηριακές αγορές.

Η φτηνή πίστη έσωσε την καπιταλιστική τάξη, αλλά δεν έχει λυθεί τίποτα το θεμελιώδες. Ένα σημαντικό πρόβλημα που προκύπτει είναι η νέα ανάπτυξη των «εταιρειών ζόμπι» σε όλες τις προηγμένες οικονομίες. Αυτές είναι εταιρείες που βγάζουν λιγότερα κέρδη από τις σε σύγκριση με τους τόκους που πληρώνουν για το χρέος τους. Έχουν κρατηθεί ζωντανές μόνο με τη φθηνή πίστη. Στις ΗΠΑ, το 10% όλων των εταιρειών εμπίπτουν σε αυτήν την κατηγορία.

Εάν τα επιτόκια αυξάνονται πάνω από το 2% (και αναμένεται να φθάσουν το 3% έως το 2020), οι εταιρείες των ΗΠΑ που θα είναι εταιρίες ζόμπι θα αντιπροσωπεύουν αξίες ύψους 2,3 τρισ. Δολαρίων. Η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών εκτιμά ότι το ποσοστό των εταιρειών ζόμπι σε έξι μεγάλες οικονομίες της Ευρωζώνης, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Ισπανίας, έχει αυξηθεί από 5,5% το 2007 σε 10% σήμερα. Άλλες έρευνες δείχνουν ότι το ποσοστό στην Ιταλία και στην Ισπανία τριπλασιάστηκε σε μια δεκαετία.

Οι «αναδυόμενες οικονομίες» δεν είναι πολύ διαφορετικές, δεδομένου ότι είναι, από καπιταλιστική άποψη, μη βιώσιμες οικονομίες που διατηρήθηκαν στη ζωή με φθηνή πίστωση. Ενώ τα επίπεδα χρέους στις προηγμένες οικονομίες αυξήθηκαν κατά 20% από το 2007 έως το 2016, στις «αναδυόμενες αγορές» αυξήθηκαν κατά 280%! Και πράγματι, ένα τεράστιο ποσοστό της παγκόσμιας ανάπτυξης μετά το 2008 προέρχεται από τις «αναδυόμενες αγορές». Το 2016, οι 7 κύριες από τις χώρες που αποκαλούνται «αναδυόμενες» αγορές αντιπροσώπευαν 1 ποσοστιαία μονάδα από το 2,4% της παγκόσμιας οικονομικής ανάπτυξης. Οι λεγόμενες G7, από την άλλη, συνέβαλαν μόνο κατά 0,7 ποσοστιαίες μονάδες.

Εάν η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ μπορούσε να συνεχίσει να εκτυπώνει χρήματα, όλα θα ήταν καλά. Αλλά δεν μπορεί. Αργά ή γρήγορα, αυτό θα οδηγούσε σε πληθωρισμό. Στην πραγματικότητα, ο πληθωρισμός αυξήθηκε από – 0,09% τον Ιανουάριο του 2015 σε 2,07% τον Ιανουάριο του 2018 και σε 2,95% τον Ιούλιο. Οι αυξήσεις των τιμών κατανάλωσης είναι οι υψηλότερες από το 2011 και αναμένεται να συνεχίσουν να αυξάνονται. Μέχρι στιγμής ο πληθωρισμός ήταν συγκρατημένος επειδή οι μισθοί των ΗΠΑ μειώνονταν και η ανεργία αυξανόταν – δηλαδή η ζήτηση ήταν χαμηλή. Όμως, το τελευταίο έτος, η ανάκαμψη στις ΗΠΑ σήμανε ελαφρά αύξηση του εισοδήματος των νοικοκυριών και μείωση της ανεργίας. Αυτό τώρα αναδεικνύει τις αντιφάσεις που έχουν συσσωρευτεί μετά την κρίση του 2008.

Προκειμένου να αποφευχθεί ο πληθωρισμός ή αυτό που οι αστοί οικονομολόγοι ονομάζουν «υπερθέρμανση» της οικονομίας, η άρχουσα τάξη προσπαθεί να σταματήσει την ποσοτική χαλάρωση και να αυξήσει σταδιακά τα επιτόκια. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ έχει τερματίσει το πρόγραμμα QE και το βασικό της επιτόκιο ανέρχεται πλέον στο 1,75%, ενώ αναμένεται να φθάσει το 3% το επόμενο έτος. Η ανάκαμψη των ΗΠΑ και τα αυξανόμενα επιτόκια αυξάνουν επίσης την τιμή του δολαρίου – κάτι που είναι ιδιαίτερα έντονο, καθώς άλλες χώρες των G7 διατηρούν τα επιτόκια τους σε πολύ χαμηλά επίπεδα.

Η ταξική πάλη ως καταλύτης

Αυτό που βλέπουμε στις αναδυόμενες οικονομίες είναι οι πρώτες συνέπειες αυτής της διαδικασίας. Καθώς η φθηνή πίστη στερεύει και το δολάριο ανεβαίνει, όλες οι αδυναμίες αυτών των οικονομιών έρχονται στο προσκήνιο. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, επικρίνει έντονα την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ για την αύξηση των επιτοκίων, όμως οι κεντρικές τράπεζες έχουν ελάχιστο περιθώριο ελιγμών. Aν δεν υπάρξει έλεγχος στα πλεονάζοντα χρήματα που εκτυπώθηκαν την περασμένη περίοδο, αυτό θα έχει συνέπεια μια ανεξέλεγκτη σπειροειδή πορεία πληθωρισμού και κρίσης, η οποία τελικά θα οδηγήσει αναγκαστικά σε αύξηση επιτοκίων, όπως συνέβη στην Τουρκία. Στην πραγματικότητα, τα επιτόκια των αμερικανικών κρατικών ομολόγων και άλλων δανείων που δεν ελέγχονται από το FED έχουν ήδη αυξηθεί. Πάνω από 20 μήνες, τα επιτόκια των αμερικανικών κρατικών ομολόγων δεκαετούς διάρκειας υπερδιπλασιάστηκαν, από 1,38% σε 2,94% τον Φεβρουάριο του 2018, αντανακλώντας τον αυξανόμενο πληθωρισμό και τις προσδοκίες αύξησης της οικονομικής αστάθειας στην επόμενη περίοδο.

Η άρχουσα τάξη σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να βρει μια διέξοδο από την κρίση με την διοχέτευση τρισεκατομμυρίων δολαρίων στο σύστημα, αλλά κατάφερε μόνο να δημιουργήσει ακόμα μεγαλύτερες αντιφάσεις. Στην παγκόσμια οικονομία υπάρχουν παντού τέτοιες αντιφάσεις – από την κρίση στις «αναδυόμενες οικονομίες» μέχρι τις εταιρείες ζόμπι στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες.

Το κύριο αποτέλεσμα που θα έχουν αυτές οι κρίσεις είναι ότι θα ωθήσουν τον ταξικό αγώνα σε νέα επίπεδα. Στην Τουρκία, η ανεμπόδιστη κυριαρχία του AKP δεν είναι πλέον εγγυημένη, καθώς εκατομμύρια Τούρκοι βλέπουν το εισόδημά τους να ροκανίζεται από τον πληθωρισμό και τα στεγαστικά επιδόματά τους να πέφτουν. Στην Αργεντινή, ο Μάκρι ανακοίνωσε ένα νέο πακέτο λιτότητας, το οποίο φέτος μόνο θα είναι αξίας 1,2% του ΑΕΠ και 1,4% για το επόμενο έτος. Στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη – όπου η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ανακοίνωσε τις αυξήσεις των επιτοκίων το προσεχές καλοκαίρι – οι υποθήκες πρόκειται να αυξηθούν δραματικά και εκατομμύρια θέσεις εργασίας θα μπορούσαν να διακινδυνεύσουν, καθώς η βιωσιμότητα των μη κερδοφόρων τραπεζών και εταιρειών πλήττεται από την αύξηση των επιτοκίων. Αυτή τη φορά, αντίθετα από το 2008, οι καπιταλιστές δεν θα έχουν τα ίδια εργαλεία – δηλαδή εκτύπωση χρήματος και προσφορά χαμηλών επιτοκίων – για να αποτρέψουν μια κρίση. Αυτά τα εργαλεία έχουν ήδη εξαντληθεί.

Φυσικά, το μεγαλύτερο μέρος της επιβάρυνσης για την κρίση, όπως συνέβαινε μέχρι τώρα, θα περάσει στους ώμους της εργατικής τάξης. Αυτό θα ωθήσει τους εργαζόμενους στην αρένα της πάλης στη μια χώρα μετά την άλλη, για να υπερασπιστούν το βιοτικό τους επίπεδο. Κατά ειρωνικό τρόπο, όλα αυτά συμβαίνουν σε μια εποχή που η παραγωγική ικανότητα της ανθρωπότητας δεν ήταν ποτέ υψηλότερη. Αλλά μέσα στα όρια του καπιταλισμού, τα μέσα παραγωγής δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για μια αρμονική ανάπτυξη της κοινωνίας. Ο καπιταλισμός είναι ένα άναρχο σύστημα με τους δικούς του νόμους, πολύ πέρα από τον έλεγχο της ανθρωπότητας. Η μόνη διέξοδος από το αδιέξοδο είναι αυτή να ανατρέψει το σύστημα και να το αντικαταστήσει με μια σοσιαλιστική σχεδιασμένη οικονομία, η οποία να μπορεί να αξιοποιήσει τις τεράστιες δυνατότητες της ανθρωπότητας που σήμερα σπαταλώνται από τον καπιταλισμό.

Χαμίντ Αλιζαντέχ
Μετάφραση από την ιστοσελίδα www.marxist.com : Ειρήνη Μανιατοπούλου