apergia2.jpg

ΑΠΕΡΓΙΕΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ : ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ – ΜΕΡΟΣ Α’

Το επιτυχές πέρασμα των αντεργατικών μέτρων του Μνημονίου από την κυβέρνηση παρά τις 7 γενικές απεργίες, έχει δημιουργήσει πολλά ερωτηματικά, αλλά και ισχυρά αποθέματα σύγχυσης στους αγωνιστές της Αριστεράς και του εργατικού κινήματος. Το κύρια ερωτήματα είναι το τι πραγματικά έφταιξε και το αν τελικά μπορούσε το εργατικό κίνημα να έχει ματαιώσει το πέρασμα του Μνημονίου. Μια ξεκάθαρη απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα έχει ζωτική σημασία για την ανάκτηση της αναγκαίας αυτοπεποίθησης από την πλευρά του κινήματος και της πρωτοπορίας του.

Όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με σοβαρά γεγονότα στην κοινωνία – παραφράζοντας τον Σπινόζα – το πιο εύκολο είναι να «κλαίμε ή να γελάμε», ενώ σαφώς δυσκολότερο είναι το να προσπαθούμε να τα καταλάβουμε και να τα εξηγήσουμε. Στην προκειμένη περίπτωση, όλο και πιο συχνά στους κόλπους της Αριστεράς, έρχονται το τελευταίο διάστημα στη δημοσιότητα αναλύσεις για τον απολογισμό των αγώνων των προηγούμενων μηνών, οι οποίες υποκαθιστούν την τεκμηριωμένη εξήγηση με την παράθεση «ωμών» ή καμουφλαρισμένων δειγμάτων πεσιμισμού και σκεπτικισμού για τον ρόλο της εργατικής τάξης και του κινήματός της.

Ο συλλογισμός των εμπνευστών αυτών των αναλύσεων είναι απλοϊκός : το κεφάλαιο επιτέθηκε σφοδρά, άρα η εργατική τάξη «όφειλε» άμεσα να απαντήσει με αγώνες ικανούς να αποτρέψουν αυτή την επίθεση. Για κάθε διαφορετική εξέλιξη θα πρέπει να φταίει η ίδια η τάξη που δεν έκανε επαρκώς το καθήκον της και δεν υπεράσπισε τα κεκτημένα. Και το οξύμωρο είναι ότι πολλοί από αυτούς δηλώνουν «μαρξιστές»..

Αγώνας παρά τις πιέσεις της κρίσης

Η ταξική πάλη δεν εξελίσσεται μέσα σε κενό οξυγόνου. Στον ταξικό πόλεμο, οι τάξεις δεν αντιπαρατάσσονται η μια απέναντι στην άλλη «εκτός τόπου και χρόνου». Η στάση τους δεν καθορίζεται από ηθικές προσταγές, αλλά από τις υλικές συνθήκες, τον τρόπο που αυτές επιδρούν στη συνείδηση τους και την κατάσταση στην οποία βρίσκονται τα όπλα που έχουν στη διάθεσή τους για να δώσουν τη μάχη.

Η παρούσα βαθύτερη κρίση των τελευταίων 60 χρόνων, αποτελεί το έδαφος πάνω στο οποίο διαμορφώνονται οι διαθέσεις και η ψυχολογία των τάξεων. Σε αυτές τις συνθήκες η αστική τάξη δεν είναι διατεθειμένη να κάνει παραχωρήσεις και βιάζεται να σώσει τα κέρδη της, φορτώνοντας το βάρος της κρίσης στις πλάτες της εργατικής τάξης. Αυτή η στάση εκδηλώνεται απροκάλυπτα εδώ και 2 χρόνια σε παγκόσμιο επίπεδο.

Από την άλλη πλευρά, οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζοντας την απειλή της μαζικής ανεργίας που δημιουργεί μια κρίση όπως η σημερινή, είναι φυσικό αρχικά να αντιδρούν με αμηχανία ή ακόμα και φόβο. Η πρώτη τους επιλογή δεν είναι η συμμετοχή σε μεγάλους απεργιακούς αγώνες. Η τάση αυτή εμφανίστηκε σε όλη την Ευρώπη στα πρώτα στάδια της κρίσης, όπου το επίπεδο των απεργιών ήταν πολύ χαμηλό συγκριτικά με την περίοδο πριν από την κρίση. Κι αν γυρίσουμε αρκετές δεκαετίες πίσω, μια ματιά στην κατάσταση του εργατικού κινήματος των ΗΠΑ κατά τα αρχικά στάδια της μεγάλης ύφεσης του 1929-33 αποδεικνύει επίσης ότι ο ερχομός μια βαθειάς κρίσης επιδρά παραλυτικά πάνω στο εργατικό κίνημα.

Αν η συμμετοχή σε απεργίες ήταν ήδη μια δύσκολη επιλογή σε συνθήκες όπως εκείνες πριν από την κρίση, όπου το εργατικό εισόδημα ήταν καθηλωμένο και υπήρχε ακόμα μια κάποια προσφορά σε (κακοπληρωμένες) θέσεις εργασίας, τώρα σε ένα περιβάλλον μαζικών απολύσεων και περικοπών στους μισθούς, αυτή η επιλογή γίνεται πολύ πιο επώδυνη.

Αυτοί που ανέμεναν ότι με τον ερχομό της κρίσης οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα μεμιάς θα καταλάμβαναν τα εργοστάσια ή θα ξεκινούσαν απεργίες διαρκείας, αποδείχθηκε ότι ζούσαν σε έναν φανταστικό, σεχταριστικό κόσμο. Είναι οι ίδιοι που σήμερα μετά το πέρασμα των μέτρων του Μνημονίου, πηγαίνοντας στο άλλο άκρο, αρχίζουν να πετροβολούν το εργατικό κίνημα και να μιλούν για την υποτιθέμενη ανικανότητά του και για την ανάγκη ενός «νέου», «ανεξαρτήτου» και «επαναστατικού» εργατικού κινήματος, που θα λειτουργεί τάχα με «άλλες δομές», σε «νέα πλαίσια» κ.π.λ.

Όμως στην πραγματικότητα, παρά την αναμφίβολα παραλυτική επίδραση που είχε η είσοδος της Ελλάδας στην κρίση πάνω στο εργατικό κίνημα, εκείνο τους τελευταίους μήνες επέδειξε εξαιρετικά δείγματα μαχητικότητας. Στην πραγματικότητα, αν λάβουμε υπόψη τον απότομο χαρακτήρα της εισόδου του ελληνικού καπιταλισμού στην κρίση και την απόλυτη επιτάχυνση της επίθεσης με την διαδικασία απανωτών «σοκ», στο φόντο μαζικών απολύσεων και μάλιστα από μια κυβέρνηση την οποία μόλις λίγους μήνες πριν η εργατική τάξη είχε εκλέξει για να την προστατέψει από την κρίση, η αντίδραση των εργαζόμενων στην επίθεση ήταν ιδιαίτερα αποφασιστική. Οι 7 γενικές απεργίες, 2 από τις οποίες ήταν πραγματικά μαζικές και οι υπερδιπλάσιες ακόμα 24ωρες απεργίες και στάσεις εργασίας στον ευρύτερο δημόσιο τομέα από τις αρχές του χρόνου, συνιστούν έναν αγωνιστικό απολογισμό που μόνο απαρατήρητος δεν μπορεί να περάσει. Τι άλλο θα μπορούσε να ζητήσει κάποιος από τους εργαζόμενους στις σημερινές συνθήκες;

Αναντίρρητα βέβαια, οι περισσότερες από τις κινητοποιήσεις είχαν σχετικά μέτρια συμμετοχή. Ασφαλώς είναι αδύνατο σε συνθήκες κρίσης, το εργατικό κίνημα να βρίσκεται με την ίδια μαζικότητα για μεγάλα διαστήματα στους δρόμους. Όμως υπήρξε ένα κρίσιμο διάστημα στο οποίο η τάξη έδειξε μια συνολική διάθεση συμμετοχής στον αγώνα. Ήταν οι ημέρες που ακολούθησαν την αναγγελία του Μνημονίου, στις αρχές Μάη. Η μαζική συμμετοχή στη γενική απεργία της 5ης Μάη και τα συλλαλητήρια – σεισμός που την συνόδευαν με περίπου 150.000 διαδηλωτές στην Αθήνα, κατατρομοκράτησαν τους εκπροσώπους του κεφαλαίου, άρχισαν να δημιουργούν ρήγματα στην κυβερνητική κοινοβουλευτική πλειοψηφία και απέδειξαν ότι η τάξη ήθελε να αγωνιστεί, αλλά και είχε τη δυνατότητα να νικήσει. Ταυτόχρονα, οι γειτονιές της Αθήνας εκείνες τις μέρες βρίσκονταν σε αναβρασμό, με την αυθόρμητη οργή να αναδεικνύει σε ορισμένες περιπτώσεις, μεμονωμένα, αλλά ενδεικτικά και αξιοσημείωτα δείγματα αυτό-οργάνωσης.

Σε αυτό το σημείο είναι που φάνηκε η απουσία του πιο καθοριστικού παράγοντα για την έκβαση αυτού του πρώτου γύρου αναμέτρησης του εργατικού κινήματος με την κυβέρνηση και τα αφεντικά της: η ύπαρξη μιας αποφασιστικής ηγεσίας. Ανεξάρτητα από το πόσο «τετριμμένη» ή «εύκολη» μοιάζει η επίκληση αυτού του παράγοντα σε όλους εκείνους που βιάζονται να ρίξουν άμεσα ή έμμεσα το «ανάθεμα» για την έκβαση των απεργιών στους ίδιους του εργαζόμενους, πρέπει να τονίσουμε ότι κάθε απόπειρα εξήγησης που παραβλέπει ή υποβαθμίζει το ρόλο της ηγεσίας στον ταξικό πόλεμο είναι ανάξια αναφοράς.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…