marx_keynes.jpg

«Πλέον είμαστε όλοι κεϋνσιανοί». Δήλωση του Ρίτσαρντ Νίξον, πρώην ρεπουμπλικάνου προέδρου των ΗΠΑ, το 1971. Σαράντα χρόνια μετά, φαίνεται ότι ο Τζον Μέιναρντ Κεϋνς είναι πάλι της μόδας, ιδιαίτερα ανάμεσα στους ρεφορμιστές ηγέτες των συνδικάτων και της αριστεράς, οι οποίοι  θεωρούν ότι η οικονομία μπορεί απλά να «διεγερθεί» τεχνητά και να επιστρέψει έτσι σε ρυθμούς ανάπτυξης. Άλλα, όπως οι μαρξιστές τονίζουμε ξανά και ξανά, η σημερινή οικονομική κρίση δεν αποτελεί απλώς μέρος μιας παροδικής ταλάντωσης, από την ανάπτυξη στην ύφεση και αντίστροφα, αλλά μία οργανική βαθιά καπιταλιστική κρίση, όπου η ανάπτυξη δεν μπορεί να επέλθει  κατά βούληση.

Ενδεικτικά, σε πρόσφατη ομιλία του, ο πρόεδρος του ΣΥΝ παρουσίασε τους  στόχους για τους οποίους πρέπει να παλέψουν οι εργαζόμενοι. Στόχος πρώτος: Να φορολογηθεί ο πλούτος και το κεφάλαιο. Στόχος δεύτερος: Δημόσιος έλεγχος στο τραπεζικό σύστημα. Στόχος τρίτος: Μορατόριουμ στις πληρωμές του χρέους, με παράλληλη κατοχύρωση των ασφαλιστικών ταμείων και των μικρών κατόχων ομολόγων. Νέα διαπραγμάτευση με άλλους όρους. Και τέλος καταλήγει: «Η άμεση υλοποίηση ενός τέτοιου σχεδίου μας δίνει τη δυνατότητα να απεμπλακούμε από το φαύλο κύκλο της ύφεσης. Να αντιμετωπίσουμε άμεσα την κρίση χρέους και να ανοίξουμε έναν εναλλακτικό δρόμο. Να στραφούμε σε ένα αναπτυξιακό πρότυπο, που θα εξυπηρετεί τις ανάγκες της κοινωνίας, όχι του κεφαλαίου και των αγορών. Σε μια στρατηγική ανάπτυξης, βασισμένη στην σταθερή και μόνιμη απασχόληση, την κοινωνική αλληλεγγύη και την διεύρυνση των δημόσιων αγαθών».

Ακούμε λοιπόν συνέχεια, ότι αν εφαρμοστούν τα τάδε ή τα δείνα μέτρα, τα οποία θα  αντιτίθενται με τις «κακές» επιλογές των αστών, τότε θα επιστρέψουμε σε μία περίοδο οικονομικής ανάκαμψης. Βεβαίως, κάθε οικονομολόγος και πολιτικός είναι υπέρ μιας οικονομικής ανάπτυξης, κατά την οποία τα πράγματα είναι πολύ πιο εύκολα για την άρχουσα τάξη αφού η πίτα των κερδών αυξάνεται και ταυτόχρονα περισσεύουν κάποια ψίχουλα για τις μάζες. Το πρόβλημα, όμως είναι ότι στον καπιταλισμό η ανάπτυξη δεν μπορεί να προκύψει μέσα από  μαγικές λύσεις.

Για όλους αυτούς, η λύση στο οικονομικό πρόβλημα είναι απλή – πρέπει να «παρακινήσουμε» την ανάπτυξη. Νομίζουν ότι ο καπιταλισμός λειτουργεί με διακόπτη, τον οποίο όποτε θέλεις τον ανοίγεις και όποτε θέλεις τον κλείνεις. Αν πραγματικά λειτουργούσε έτσι το σύστημα, δε θα βρισκόμασταν ποτέ σε περιόδους ύφεσης!

Δείξτε μας τα λεφτά!

Ο Κεϋνς επανήλθε στην επικαιρότητα εξαιτίας της πρότασης που έκανε την περίοδο του προηγούμενου μεγάλου καπιταλιστικού κραχ και που θεωρητικά έβγαλε το σύστημα από τη μεγάλη ύφεση του 30′. Υποστήριξε τον κρατικό παρεμβατισμό ως απάντηση στην κρίση. Η πολιτική αυτή  εφαρμόστηκε από πολιτικούς όπως ο Ρούσβελτ με το «Νιου Ντιλ». Η ιδέα του ήταν απλή: αφού η ανεργία ήταν σε υψηλά επίπεδα, λειτουργούσε ως εμπόδιο για τη ζήτηση. Η “λύση” ήταν μια ένεση κυβερνητικού χρήματος στην οικονομία, με την έναρξη κατασκευής υποδομών μεγάλης κλίμακας και δημοσίων έργων, όπως το Χουβερ Νταμ. Η θεωρία έλεγε, ότι μειώνοντας την ανεργία, οι εργαζόμενοι θα ξόδευαν τους μισθούς τους, με αποτέλεσμα να αυξηθεί η ζήτηση. Η ανάγκη για πρώτες ύλες και εργαλεία σε αυτά τα δημόσια έργα αναζωπύρωσε τις παραγγελίες από πολλές ιδιωτικές επιχειρήσεις.

Η πραγματικότητα, όμως, είναι ότι το Νιου Ντιλ δεν έλυσε τίποτα. Η βαθιά ύφεση συνεχίστηκε μέχρι και την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Παρόλα αυτά, διάφοροι πολιτικοί και οικονομολόγοι ακόμα επιμένουν στην ιδέα για ένα νέο Νιου Ντιλ. Ωστόσο, σήμερα υπάρχει μία μεγάλη διαφορά. Καμία κυβέρνηση, σε κανένα μέρος τους κόσμου δεν έχει λεφτά για να ενισχύσει την οικονομία της. Όλα τα αποθέματά τους   έχουν ήδη δοθεί για τη σωτηρία των τραπεζών και έτσι όλες οι ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες πνίγονται από τα κρατικά χρέη.

Η τόνωση της οικονομίας με κρατική παρέμβαση μπορεί να ακούγεται μια εύκολη και αποτελεσματική λύση, αλλά στην πραγματικότητα οι κυβερνήσεις δεν έχουν άλλα λεφτά να ξοδέψουν, γι’αυτό και παγκοσμίως έχουν στραφεί στη συνταγή των περικοπών. Σε τελική ανάλυση, μία κυβέρνηση μπορεί να βρει χρήματα με δύο τρόπους: με φορολόγηση ή με δανεισμό (παρουσιάζοντας όμως τότε μεγάλα ελλείμματα). Η φορολόγηση θα εστιάσει είτε στους εργαζόμενους είτε στις επιχειρήσεις, τα επιπλέον όμως βάρη στους εργαζόμενους θα επιφέρουν συρρίκνωση στη ζήτηση και άρα μεγαλύτερη ύφεση, ενώ υψηλότεροι φόροι σε επιχειρήσεις θα οδηγήσουν σε μείωση των κερδών τους, οδηγώντας σε ξεσηκωμό των καπιταλιστών, με οικονομικά σαμποτάζ (βλέπε Βενεζουέλα), αποδήμηση κεφαλαίου (βλέπε τα ήδη 600 δισ. στην Ελβετία) και πτώση στις επενδύσεις.

Επενδύσεις και Υπερπαραγωγή

Ο Μαρξ εξηγεί ότι ο κύριος μοχλός ανάπτυξης του καπιταλισμού είναι οι επενδύσεις των καπιταλιστών στη παραγωγή. Ο  διαρκής ανταγωνισμός μεταξύ τους, οδηγεί σε όλο και μεγαλύτερες επενδύσεις με σκοπό να αρπάξουν  όσο δυνατόν μεγαλύτερο κέρδος. Επενδύοντας σε καινούρια, τεχνολογικά ανώτερα μηχανήματα και πιο σύγχρονα μοντέλα παραγωγής, ο καπιταλιστής μπορεί να αυξήσει τη παραγωγικότητα της επιχείρησής του με αποτέλεσμα την παραγωγή όλο και μεγαλύτερης ποσότητας αγαθών με λιγότερους εργάτες. Το γεγονός αυτό, του επιτρέπει να μειώνει τα κόστη του και να προσφέρει τα προϊόντα του σε τιμές χαμηλότερες από τους ανταγωνιστές του. Με τον τρόπο αυτό, κερδίζει μεγαλύτερο μερίδιο στην αγορά και αποκτά υπερκέρδη, τα οποία στο μεγαλύτερο μέρος τους επανεπενδύονται στη παραγωγή, αυξάνοντας και πάλι την παραγωγικότητα της επιχείρησης.

Ωστόσο, ο Μαρξ εξηγεί επίσης, ότι στη διαδικασία αυτή υπεισέρχονται οι θεμελιώδεις αντιφάσεις του καπιταλιστικού συστήματος, που εν τέλει το οδηγούν στις κρίσεις. Από τη μία πλευρά, ο μισθός των εργαζόμενων αντιστοιχεί σε μέρος της πραγματικής αξίας του προϊόντος που παράγουν(δηλαδή για παράδειγμα ένας εργαζόμενος στις ώρες που δουλεύει μπορεί να παράγει προϊόντα αξίας 1200 ευρώ και αυτός να πληρώνεται με 800 ευρώ έτσι  τα υπόλοιπα αποτελούν κέρδη για τον εργοδότη), ενώ από την άλλη πλευρά, οι εργαζόμενοι με τους μισθούς τους είναι αυτοί που αγοράζουν αγαθά και «κινούν» την αγορά. Σύμφωνα με τα παραπάνω μπορούμε εύκολα να συνειδητοποιήσουμε, ότι κυκλοφορούν στο εμπόριο περισσότερα εμπορεύματα από την αγοραστική δύναμη της κοινωνίας, με αποτέλεσμα αρκετά να μένουν απούλητα και οι καπιταλιστές να μη μπορούν πλέον να βγάλουν κέρδος. Αυτό οδηγεί στις λεγόμενες «κρίσεις υπερπαραγωγής». Στο έδαφος του καπιταλισμού, όπου τα παραγωγικά μέσα δεσμεύονται από την ατομική ιδιοκτησία, η παραγωγή γίνεται για το κέρδος; οπότε, όταν δε μπορεί να δημιουργηθεί κέρδος, η παραγωγή σταματάει και χιλιάδες ανθρώπων  καταδικάζονται στην ανεργία.

Αυτή ήταν η κατάσταση που αντιμετώπιζε ο κόσμος στην προηγούμενη μεγάλη κρίση του 1929 και η κατάσταση που βρισκόμαστε σήμερα. Το πρόβλημα τότε δεν ξεπεράστηκε ούτε από το Νιου Ντιλ, ούτε από κανένα άλλο κεϋνσιανό μέτρο, αλλά από τον καταστροφικό Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την εξάπλωση της παγκόσμιας αγοράς μετά από αυτόν. Τα γεγονότα αυτά οδήγησαν στην “Χρυσή Περίοδο” της ανάπτυξης του παγκόσμιου καπιταλισμού, τις δεκαετίας του 50′ και του 60′. Ο μαρξιστής συγγραφέας Τεντ Γκραντ εξηγεί τους βασικούς παράγοντες ανάπτυξης μετά τον πόλεμο στην μπροσούρα «Θα υπάρξει ύφεση;».

«Ποιοι είναι οι βασικοί παράγοντες της μεταπολεμικής ανάπτυξης;»

Η πολιτική αποτυχία των σταλινικών και των σοσιαλδημοκρατών δημιούργησε το πολιτικό κλίμα για την ανάρρωση του καπιταλισμού.

Τα αποτελέσματα του πολέμου, με καταστροφή αγαθών και θάνατο εκατομμυρίων ανθρώπων, δημιούργησαν μια νέα, μεγαλύτερη αγορά.

Το σχέδιο Μάρσαλ και λοιπές οικονομικές ενισχύσεις βοήθησαν την ανασυγκρότηση της Δυτικής Ευρώπης.

Τεράστιες επενδύσεις στη βιομηχανία.

Ανάπτυξη νέων βιομηχανικών τομέων – πλαστικό, αλουμίνιο, πύραυλοι, ηλεκτρονικά κλπ.

Η αυξανόμενη παραγωγή των νέων βιομηχανιών.

Τεράστια ποσά πλασματικού κεφαλαίου εξαιτίας των εξοπλιστικών δαπανών.

Νέες αγορές σε όλο το κόσμο με την αποδυνάμωση του ιμπεριαλισμού στις υποανάπτυκτες χώρες. Ισχυροποίηση της ντόπιας μπουρζουαζίας που ενίσχυσε τη παραγωγή.

Αλληλοσύνδεση όλων των παραπάνω παραγόντων. Η ανάγκη για πρώτες ύλες, μέσω της ανάπτυξης της βιομηχανίας στις μητροπόλεις, αλληλεπιδρά με τις υποανάπτυκτες χώρες και αντίστροφα.

Ώθηση από το αυξημένο παγκόσμιο εμπόριο μεταξύ των καπιταλιστικών χωρών.

Ο ρόλος της κρατικής παρέμβασης στην τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας.

«Όλοι αυτοί οι παράγοντες εξηγούν την ανάπτυξη της παραγωγής μετά τον πόλεμο. Αλλά ο αποφασιστικός παράγοντας είναι η αυξημένη έκταση κεφαλαιακών επενδύσεων, που είναι η βάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης» (Τεντ Γκραντ, 1960).

Επιπλέον, η παγκόσμια οικονομία συνέχισε να βρίσκεται σε ρυθμούς ανάπτυξης το 80′ και το 90′ εξαιτίας του συνδυασμού κάποιων άλλων παραγόντων: επέκταση της αγοράς στη Ρωσία, στην Ανατολική Ευρώπη και στην Κίνα, το φτηνό εργατικό δυναμικό σε αυτές τις χώρες, η υπερεκμετάλλευση της εργατικής τάξης στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες μετά από τις ήττες των εργατικών κινημάτων και τη διάσπαση των συνδικάτων και τέλος, η χρήση της πίστωσης για μία τεχνητή επέκταση της αγοράς.

Το βάθος της κρίσης

Το βάθεμα της κρίσης φαίνεται ξεκάθαρα από τη παντελή έλλειψη επενδύσεων από τους καπιταλιστές στη πραγματική οικονομία, δηλαδή στη παραγωγή, παρ’ όλο που την ίδια στιγμή έχουν τα υψηλότερα κέρδη της 50ετίας (The Economist, 15 Οκτωβρίου 2011). Ο λόγος βρίσκεται ακριβώς στην υπερπαραγωγή που πνίγει το υπάρχον σύστημα. Γιατί να επενδύσει κάποιος στη παραγωγή όταν υπάρχουν τόσα απούλητα προϊόντα;

Στην πραγματικότητα, υπάρχουν πάρα πολλά χρήματα στον κόσμο, αλλά είναι συγκεντρωμένα στα χέρια λίγων, οι οποίοι δεν θέλουν και είναι ανίκανοι να επενδύσουν στην παραγωγή. Απεναντίας, προτιμούν να τζογάρουν σε κερδοσκοπικά παιχνίδια(ποντάρουν σε ασφάλιστρα κρατών, σε πολύτιμα μέταλλα όπως ο χρυσός, σε νομίσματα). Οι προοπτικές μπροστά τους ανοίγονται δυσοίωνες. Οι αστοί, διεθνώς, βρίσκονται σε αδιέξοδο. Σε μία κίνηση απελπισίας, οι κυβερνήσεις πιέζονται να τυπώσουν χρήμα και να το ρίξουν στη αγορά, μέσω της τακτικής της “ποσοτικής διευκόλυνσης”. Μοιράζουν απλόχερα χρήμα στους καπιταλιστές, παρακαλώντας τους να επενδύσουν στην παραγωγή, να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας, να επαναφέρουν τη ρευστότητα στην αγορά ώστε να κινηθεί πάλι η οικονομία. Ωστόσο, είναι αδύνατο να υποχρεώσεις τους καπιταλιστές να επενδύσουν. Μία τέτοια σκέψη είναι καθαρά ουτοπική, αφού στα πλαίσια του υπάρχοντος συστήματος όλα γίνονται στο βωμό του κέρδους.

Η αναγκαιότητα του σοσιαλισμού!

Το σάπισμα του καπιταλισμού και ο οργανικός χαρακτήρας της κρίσης – κρίση υπερπαραγωγής – φαίνονται, όπως αναφέραμε και προηγουμένως, από την έλλειψη επενδύσεων στην πραγματική οικονομία. Στις τωρινές συνθήκες, είναι ξεκάθαρη για τον καθένα η αναγκαιότητα η παραγωγή να οργανωθεί προς όφελος των κοινωνικών αναγκών και όχι για το κέρδος, δηλαδή είναι αναγκαίος ο σοσιαλιστικός σχεδιασμός της οικονομίας.

Αντί λοιπόν να κοιτάει προς διάφορες κεϋνσιανές λύσεις για την δήθεν τόνωση της οικονομίας, η ηγεσία του ΣΥΝ και των συνδικάτων πρέπει να στραφεί στο Μαρξισμό θέτοντας ως πρωταρχικό  στόχο τον έλεγχο των βασικών τομέων της οικονομίας. Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Συνοπτικά, απαιτείται η κοινωνικοποίηση των τραπεζών και των βασικών μονάδων παραγωγής – χωρίς καμία αποζημίωση στους κλέφτες καπιταλιστές – και  η επένδυση στις κοινωνικές ανάγκες, με βάση τη δημοκρατική διαχείριση της κοινωνίας.

Στον καπιταλισμό, οι πραγματικές δυνατότητες της κοινωνίας ασφυκτιούν από δύο ισχυρά δεσμά: την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και τα στενά όρια του έθνους-κράτους.

Κάτω από το μανδύα του σοσιαλισμού, το μόνο όριο είναι ο ουρανός!