Θρησκεία

Ο πρωτόγονος χριστιανισμός

Την περίοδο της γέννησης της χριστιανικής θρησκείας, η ταξική πάλη στην Παλαιστίνη είναι πολύ έντονη. Το παλαιστινιακό προλεταριάτο είναι πολύ πιο επαναστατικό από αυτό της υπόλοιπης αυτοκρατορίας, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, υπήρχε έντονη εθνικιστική παράδοση, οι προφήτες διακήρυτταν τον ερχομό του Μεσσία, ο οποίος θα φέρει την παγκόσμια δικαιοσύνη, οι φόροι και η τοκογλυφία ήταν ανυπόφοροι, οι μικροϊδιοκτήτες ξέπεφταν μαζικά στο προλεταριάτο, οι κοινωνικές αντιθέσεις και αντιφάσεις ήταν τεράστιες. Οι ανταρσίες από τους Ζηλωτές και τους λήσταρχους, αρκετοί εκ των οποίων εντυπώνονται στη λαϊκή συνείδηση σχεδόν σαν ήρωες, είναι πολύ συχνό φαινόμενο. Οι ανταρσίες αυτές είχαν τρομοκρατικό και συνωμοτικό χαρακτήρα, αλλά δεν είχαν καλή οργάνωση. Ο ίδιος ο Ιησούς έτσι περιγράφεται στα Ευαγγέλια: ως δημεγέρτης, συνωμότης και τρομοκράτης. Όλοι αυτοί οι παράγοντες συνέθεταν ένα εκρηκτικό μείγμα και μια έντονη επαναστατική ψυχολογία στην Παλαιστίνη.

Η ιδέα ότι ο Μεσσίας έχει έρθει στη γη έχει αρχίσει να κερδίζει έδαφος. Ο πρωτόγονος χριστιανισμός προκύπτει ως σύνθεση της γραμμής των Εσσαίων, Ζηλωτών και Φαρισαίων – κατ’ αυτή τη σειρά ιεραρχικά. Άλλοι ενώνονται στα βουνά με τους ληστές, άλλοι οργανώνονται στους Ζηλωτές και άλλοι πάνε στην έρημο και οργανώνονται σε κοινόβια στα πρότυπα των Εσσαίων. Τη νέα θρησκεία ασπάζονται οι ασκητικές κομμούνες, οι φτωχοί των πόλεων και οι δούλοι. Κάνουν την εμφάνισή τους οι πρώτες κομμουνιστικές εκκλησίες, που παράλληλα υπηρετούν μια αναγκαιότητα για το προλεταριάτο και τα φτωχά λαϊκά στρώματα.

Η συμμετοχή στις κομμουνιστικές αυτές εκκλησίες είναι προαιρετική, ωστόσο την απόφαση της συμμετοχής συνοδεύουν πολλοί αυστηροί κανόνες, όπως ίσχυε και στους Εσσαίους. Παίζει σημαντικό ρόλο ο πρότερος βίος, τα υποψήφια μέλη πρέπει να περάσουν πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα ως δόκιμα μέλη, ενώ απαραίτητος όρος είναι η προσφορά ολόκληρης της ατομικής περιουσίας. Περιπτώσεις, που αποκαλυπτόταν ότι διατήρησαν μέρος της προσωπικής τους περιουσίας, εκτελούνταν για παραδειγματισμό.

Το ταξικό μίσος είναι πολύ έντονο και έκδηλο σε αυτό τον πρωτόγονο χριστιανισμό. Όταν έλθει η βασιλεία του Θεού, οι πλούσιοι θα περάσουν μια αιωνιότητα τιμωριών και βασάνων. Το ρωμαϊκό κράτος θορυβείται από την εξάπλωση των χριστιανικών εκκλησιών, τις κηρύσσει παράνομες και συνωμοτικές και τις καταδιώκει σκληρά. Αυτό, όμως, δεν πτοεί τους χριστιανούς, οι οποίοι πληθαίνουν, ενώ ο φανατισμός τους μεγαλώνει. Ο πρωτόγονος αυτός χριστιανισμός έχει έντονο εθνικιστικό και επαναστατικό χαρακτήρα.

Η διάδοση του χριστιανισμού, ο παυλιανισμός και η απαλλοτρίωση της νέας θρησκείας από την άρχουσα τάξη

Οι πιστοί του χριστιανισμού, οι απόστολοι, ήταν οι πρώτοι οργανωμένοι οπαδοί της νέας θρησκείας: σιγά-σιγά σχηματίστηκε ένα «κόμμα» πολύ μικρό στην αρχή, όμως πολύ φανατισμένο και αποφασιστικό. Οι απόστολοι στέλνονταν στις άλλες μεσογειακές επαρχίες της αυτοκρατορίας, ιδιαίτερα τις γειτονικές στην Παλαιστίνη (όπως την Κύπρο και τη Συρία), καθώς η μετακίνηση ήταν σχετικά εύκολη, με σκοπό τη διάδοση της νέας θρησκείας. Αυτό γίνεται πραγματικότητα πολύ γρήγορα. Έτσι, η νέα θρησκεία έρχεται σε επαφή με τα λαϊκά στρώματα και των υπόλοιπων πόλεων της αυτοκρατορίας.

Όμως, το ρωμαϊκό προλεταριάτο δεν έχει τις ίδιες επαναστατικές παραδόσεις με το παλαιστινιακό. Στρέφεται με πολύ πιο ιδιοτελείς σκοπούς προς τις κομμουνιστικές εκκλησίες, με σκοπό την εξασφάλιση κυρίως της τροφής και των υπόλοιπων αναγκαίων αγαθών. Παράλληλα, ο χριστιανισμός αποκτά απήχηση και στα μικρομεσαία στρώματα. Ακόμα και ένα μέρος των κυρίαρχων τάξεων ασπάζεται τη νέα θρησκεία. Αναλύσαμε νωρίτερα την ηθική και πνευματική τους κατάσταση. Ένα μέρος των κυρίαρχων τάξεων μέσα σε αυτόν τον ξεπεσμό αποκτά έντονες θρησκευτικές ανησυχίες και αναζητεί ένα αποκούμπι. Αυτό το βρίσκει στο χριστιανισμό, καθώς ο έντονος φανατισμός και η αφοσίωση των χριστιανών τις γοητεύει.

Την εξάπλωση της επιρροής του χριστιανισμού στα λιγότερο λαϊκά στρώματα βοηθά η παυλιανίτικη εκδοχή του, δηλαδή η διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου. Ο ίδιος ο Παύλος ήταν ένας χειροτέχνης, ανήκε ο ίδιος, δηλαδή, στα μεσαία στρώματα. Αυτός έδωσε ένα άλλο περιεχόμενο στη χριστιανική διδασκαλία. Σε αντίθεση με το προλεταριάτο, που αποστρεφόταν τη δουλειά και μισούσε τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, εκείνος δίδασκε τη σκληρή εργασία, την εργατική πειθαρχία και την αφοσίωση στο ρωμαϊκό κράτος. Οι πρωτόγονοι χριστιανοί της Παλαιστίνης πίστευαν στη συντέλεια του κόσμου, στον ερχομό του βασιλείου του Θεού. Αυτό, όμως, δεν το μετέθεταν σε μια άλλη ζωή. Συντέλεια του κόσμου εννοούσαν την καταστροφή του κόσμου, όπως ήταν τότε γνωστός, δηλαδή καταστροφή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ουσιαστικά. Το βασίλειο του Θεού και η δικαιοσύνη θα ερχόταν στη γη και όχι στη μεταθανάτια ζωή. Στη διδασκαλία του Παύλου αυτά όλα μετατίθονταν μετά θάνατον.

Οι διδασκαλίες του Παύλου αρχίζουν να κυριαρχούν στις χριστιανικές εκκλησίες εκτός Παλαιστίνης. Ο κομμουνισμός σε αυτές τις εκκλησίες γίνεται προαιρετικός πλέον. Οι κυρίαρχες τάξεις αρχίζουν να μπαίνουν όλο και περισσότερο στις χριστιανικές εκκλησίες. Κάνουν σημαντικές φιλανθρωπίες, τις οποίες το ρωμαϊκό προλεταριάτο, το οποίο έχει μπει στις εκκλησίες πολύ πιο καιροσκοπικά από το παλαιστινιακό, βλέπει με καλό μάτι. Ο παυλιανίτικος χριστιανισμός είναι διεθνιστικός μεν, αντεπαναστατικός δε. Αφαιρεί όλο το επαναστατικό, ταξικό περιεχόμενο της διδασκαλίας του πρωτόγονου χριστιανισμού. Το παλαιστινιακό προλεταριάτο τα βλέπει όλα αυτά με μεγάλη απογοήτευση, πέφτει στην απόγνωση, πιστεύει ότι όλα αυτά δείχνουν ότι τελικά ο Μεσσίας δεν έχει έρθει ακόμα στη γη, στρέφεται στην παλιά του εβραϊκή θρησκεία και περιμένει από την αρχή την έλευση του Μεσσία στη γη.

Οι λαϊκές μάζες της Παλαιστίνης έφτιαξαν την επαναστατική τους θρησκεία, για να αντιπαλέψουν την αθλιότητα της ζωής τους. Η άρχουσα τάξη μπήκε μέσα στις εκκλησίες τους και, σταδιακά, τις απαλλοτρίωσε και τις μετέτρεψε από εργαλείο του προλεταριάτου στην προσπάθεια του να ξεφύγει από τη μιζέρια του σε όπλο καταπίεσης εναντίον του. Ο χριστιανισμός πια καλούσε το προλεταριάτο να «υπομένει» καρτερικά και να περιμένει την απονομή της δικαιοσύνης και μια καλύτερη ζωή μόνο μετά το θάνατο. Η απαλλοτρίωση του χριστιανισμού από την άρχουσα τάξη ολοκληρώνεται οριστικά και αμετάκλητα με την υιοθέτησή του ως επίσημη θρησκεία του κράτους της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Ιησούς: ιστορικό ή μυθικό πρόσωπο

Έχουμε ήδη πει ότι ο χριστιανισμός γεννιέται μέσα από την εβραϊκή θρησκεία. Θα ήταν πιο ακριβές, ωστόσο, να πούμε ότι γεννιέται σαν «αίρεση» της εβραϊκής θρησκείας. Σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη και όλη την εβραϊκή παράδοση ο Μεσσίας, που αναμενόταν, δε θα ήταν Θεάνθρωπος. Θα ήταν είτε βασιλιάς είτε αγγελιοφόρος, μα σε κάθε περίπτωση άνθρωπος. Σε κάθε περίπτωση, θα ήταν καλό, σε αυτό το σημείο, να προσπαθήσουμε να απαντήσουμε στο ερώτημα στο αν ο Ιησούς υπήρξε σαν ιστορικό πρόσωπο.

Ο Ιησούς, με τη δράση, τα κηρύγματα και το θάνατό του, όπως περιγράφονται από τη χριστιανική παράδοση, θα ήταν μία αναμφισβήτητα πολύ σημαντική προσωπικότητα της εποχής του. Παρ’ όλα αυτά, δε βρίσκουμε καμία αναφορά από σύγχρονό του στα ιστορικά βιβλία της εποχής.

Ο Ιώσηπος Φλάβιος ήταν Φαρισαίος, λόγιος Εβραίος της εποχής, ο οποίος γεννήθηκε λίγο μετά το θάνατο του Ιησού και έγραψε το βιβλίο «Ιουδαϊκές Αρχαιότητες», στο οποίο περιγράφει την ιστορία των Ιουδαίων. Παρότι αναφέρει στο βιβλίο ακόμα και μία σειρά από ασήμαντες λεπτομέρειες, δεν αναφέρεται στον Ιησού. Για να είμαστε πιο ακριβείς, υπάρχει ένα χωρίο στο βιβλίο, το οποίο αναφέρεται στον Ιησού. Μα το χωρίο αυτό έχει αποδειχτεί επιστημονικά ότι δεν ανήκει στον Ιώσηπο. Το χωρίο αυτό προστέθηκε αργότερα από κάποιο χριστιανό μελετητή του έργου, ο οποίος προσπάθησε να αποδείξει την ιστορική ύπαρξη του Ιησού, μα με τη λαθροχειρία του μάλλον μας αποδεικνύει το αντίθετο.

Ακόμα και οι χριστιανικές πηγές κάθε άλλο παρά βοηθάνε στην απόδειξη της ιστορικότητας του Ιησού. Τα πρώτα από τα Ευαγγέλια είναι γραμμένα, στην καλύτερη των περιπτώσεων, μισό αιώνα μετά το θάνατο του Ιησού. Όσο τα διάφορα Ευαγγέλια απομακρύνονται χρονικά από την περίοδο που έζησε ο Ιησούς, τόσο πιο σπουδαία αλλά και περισσότερα γίνονται τα θαύματά του. Μα και ανεξάρτητα από τα θαύματα που περιγράφουν, οι Ευαγγελιστές ήταν αμόρφωτοι άνθρωποι και πολλές από τις διηγήσεις τους είναι αδύνατο να είναι αληθείς.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η δίκη του Ιησού από τον Πόντιο Πιλάτο, η οποία δεν ανταποκρίνεται ούτε στο ρωμαϊκό ούτε στο ιουδαϊκό δίκαιο της εποχής. Εκτός αυτού, με τα μέσα της εποχής δεν υπήρχε η δυνατότητα τόσο ακριβής καταγραφής των λόγων του Ιησού, που υπάρχουν στα Ευαγγέλια, αλλά ακόμα και των λόγων των Αποστόλων. Ακόμα και λαμβάνοντας υπόψιν τα διάφορα Ευαγγέλια, εντοπίζονται πολλές αντιφάσεις μεταξύ τους, όσον αφορά τη ζωή και το έργο του Ιησού. Άρα, αυτοί οι λόγοι μάλλον αντανακλούν αυτά που θέλουν να μεταφέρουν οι ίδιοι οι Ευαγγελιστές, παρά είναι πραγματικοί λόγοι του «Μεσσία».

Κάνοντας όλες αυτές τις διαπιστώσεις, οφείλουμε να καταλήξουμε σε κάποιο συγκεκριμένο συμπέρασμα. Είδαμε ότι η ταξική πάλη την περίοδο, που υποτίθεται πως έζησε ο Ιησούς, αλλά και τους επόμενους λίγους αιώνες ήταν πολύ έντονη στην περιοχή της Παλαιστίνης. Το ένα επαναστατικό κίνημα διαδεχόταν το άλλο. Το κάθε ένα από αυτά είχε και τον επίδοξο «Μεσσία» του. Αρκετά ονόματα των αρχηγών αυτών των εξεγέρσεων έμειναν γνωστά στην ιστορία και κανείς από αυτούς δεν ονομαζόταν Ιησούς.

Όμως, ακόμα κι έτσι, δεν αποκλείεται να υπήρξε κάποιος αρχηγός ενός τέτοιου κινήματος με το όνομα του Ιησού, το οποίο ήταν πολύ κοινό στους Ιουδαίους. Μα, κι αυτό το ενδεχόμενο δεν αλλάζει τη γενική εικόνα. Η υιοθέτηση από τη χριστιανική θρησκεία της πίστης της έλευσης του Μεσσία, του Ιησού, στη γη εξυπηρετούσε την υλική αναγκαιότητα, της συσπείρωσης όλων αυτών των επαναστατικών κινημάτων γύρω από ένα πρόσωπο, ως σημείο αναφοράς. Η διδασκαλία δε του Ιησού δεν είναι τίποτα άλλο, στην πραγματικότητα, παρά μια σύνθεση των διδασκαλιών των διάφορων «Μεσσίων», που εμφανίστηκαν σε όλη αυτή την περίοδο. Μια σύνθεση, βέβαια, όχι απόλυτη: υπήρχαν διάφορες τάσεις εντός της χριστιανικής θρησκείας. Υιοθετούνταν ή απορρίπτονταν κομμάτια από τις διδασκαλίες αυτές ως διδασκαλίες του Ιησού ανάλογα με τις ιδέες των κυρίαρχων τάσεων. Ο Ιησούς της χριστιανικής θρησκείας, συμπερασματικά, είτε δεν υπήρξε ποτέ είτε υπήρξε ως ένας ηγέτης κάποιου επαναστατικού κινήματος στην Παλαιστίνη, μα σίγουρα όχι σαν ο «Μεσσίας».

Μαρξιστές και χριστιανοί: ομοιότητες και διαφορές

Φτάνοντας προς το τέλος της ομιλίας, οφείλουμε να δούμε και τη σχέση μαρξιστών και χριστιανών, τις ομοιότητες και τις διαφορές τους. Κατά καιρούς, ισχυρίζονται διάφοροι ότι ο μαρξισμός είναι σαν θρησκεία ή ότι η διδασκαλία χριστιανισμού είναι σχεδόν κομμουνιστική σε αρκετά σημεία. Κατά πόσο είναι σωστοί ή λανθασμένοι αυτοί οι ισχυρισμοί; Είδαμε ότι η κοινωνική βάση των πρώτων χριστιανικών εκκλησιών ήταν προλεταριακή και ότι οι εκκλησίες αυτές είχαν κομμουνιστικό χαρακτήρα. Από την άλλη πλευρά, μπορούμε να βρούμε μεγάλη ομοιότητα στην πίστη των μαρξιστών στις ιδέες τους – μια πίστη όμως που δεν έχει θρησκευτικό, αλλά επιστημονικό χαρακτήρα – με την αντίστοιχη πίστη των πρωτόγονων χριστιανών. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν ιστορικά οι Ρώσοι μπολσεβίκοι, που ήταν πολύ αφοσιωμένοι στο σκοπό τους και διατεθειμένοι να κάνουν πολύ μεγάλες αυτοθυσίες για το σκοπό αυτό. Ο ζήλος τους αυτός μοιάζει πολύ με το ζήλο των πρωτόγονων χριστιανών.

Ένας άλλος ιστορικός παραλληλισμός, που μπορεί να γίνει, είναι η προσπάθεια των κυρίαρχων τάξεων να διαφθείρουν ή και να απαλλοτριώσουν την ιδεολογία των λαϊκών τάξεων. Οι κυρίαρχες τάξεις της Ρώμης μπήκαν σταδιακά στις χριστιανικές εκκλησίες, αλλοίωσαν το χαρακτήρα τους, μέχρι που τις έκαναν «δικές τους». Το ίδιο επιδιώκει συστηματικά να κάνει και η σύγχρονη αστική τάξη, προσπαθώντας να επιβάλλει την ιδεολογία της μέσα στις πολιτικές και συνδικαλιστικές οργανώσεις της εργατικής τάξης. Ιστορική αναλογία μπορούμε να βρούμε ανάμεσα στο χριστιανισμό και τη σοσιαλδημοκρατία. Η σοσιαλδημοκρατία και η Δεύτερη Διεθνής, η διεθνής οργάνωση των σοσιαλδημοκρατών, στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα μιλούσαν στο όνομα του μαρξισμού και της εργατικής τάξης. Υπό την πίεση, όμως, της αστικής τάξης και των ιδεών της, η σοσιαλδημοκρατία γίνεται οπορτουνιστική, μέχρι που μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο περνάει πια οριστικά και αμετάκλητα στο πολιτικό στρατόπεδο της αστικής τάξης.

Ωστόσο, όπως είδαμε, το προλεταριάτο της εποχής, που γεννήθηκε ο χριστιανισμός, δεν έχει κάποια ιδιαίτερη σχέση με το σύγχρονο προλεταριάτο, με εξαίρεση ότι και στις δύο περιπτώσεις μιλάμε για δύο τάξεις χωρίς ατομική ιδιοκτησία. Οι αρχαίοι προλετάριοι ζούσαν σαν κοινωνικά παράσιτα, που τρέφονταν από το κράτος, ενώ οι σύγχρονοι αποτελούν την πιο παραγωγική – και ταυτόχρονα την πιο σκληρά εκμεταλλευόμενη – κοινωνική τάξη.

Ο διαφορετικός τους χαρακτήρας είχε αντίκτυπο και στον κομμουνισμό τους. Ο κομμουνισμός των αρχαίων προλετάριων, που εκδηλώθηκε αρχικά με τους Εσσαίους και στη συνέχεια με τις πρώτες χριστιανικές εκκλησίες, ήταν μια ένωση με καταναλωτικό χαρακτήρα κατά κύριο λόγο. Ο κομμουνισμός τους δεν είχε σκοπό την κοινή οργάνωση της παραγωγής, ούτε την επέκταση και ανάπτυξή της και την κοινωνική πρόοδο, ούτε στόχευε στο να αντικαταστήσει συνολικά το κοινωνικο-οικονομικό σύστημα της δουλοκτησίας. Ίσα-ίσα, ήταν προς το συμφέρον του προλεταριάτου η διατήρηση της δουλοκτησίας. Καθώς οι δούλοι ήταν η βασική παραγωγική τάξη της εποχής, η διατήρησή τους σαν τάξη και η εκμετάλλευσή τους, ήταν απαραίτητος όρος για τη συνέχιση της παρασιτικής ζωής των προλετάριων, οι οποίοι καρπώνονταν ένα μέρος της παραγόμενης υπεραξίας των δούλων μέσω των «ευεργεσιών» του κράτους.

Από την άλλη πλευρά, ο κομμουνισμός, που είναι η ιστορική αποστολή του σύγχρονου προλεταριάτου, στοχεύει συνολικά στην κοινωνική απελευθέρωση και την κοινωνική πρόοδο. Όπως αναφέρουν οι Μαρξ και Ένγκελς στο Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, το προλεταριάτο απελευθερώνοντας τον εαυτό του, απελευθερώνει και τα υπόλοιπα καταπιεζόμενα κοινωνικά στρώματα, αλλά και συνολικά όλη την κοινωνία. Η σύγχρονη αστική τάξη έχει γίνει πλέον μια τάξη αντιδραστική και αντεπαναστατική. Τα συμφέροντά της έρχονται σε ευθεία αντίθεση με την κοινωνική ευημερία και την κοινωνική πρόοδο.

Το βλέπουμε αυτό στη σημερινή εποχή με τον ξεπεσμό που υπάρχει γύρω μας σε οικονομικό, κοινωνικό, ηθικό και πνευματικό επίπεδο. Έχουμε στον ένα πόλο της κοινωνίας ακραία συσσώρευση πλούτου και στον άλλο πόλο ακραία συσσώρευση φτώχειας και βασάνων. Η επιστημονική έρευνα προσανατολίζεται, σύμφωνα με τις ανάγκες των καπιταλιστών, σε όλο και πιο παρασιτικές κατευθύνσεις, ενώ και τα οφέλη της επιστημονικής και τεχνολογικής προόδου δε συνεπάγονται τη συνολική πρόοδο της ανθρώπινης κοινωνίας, γιατί δεν τίθενται στην υπηρεσία της. Η σύγχρονη εργατική τάξη, συντρίβοντας την οικονομική και πολιτική εξουσία της αστικής τάξης, θα απελευθερώσει τις τεράστιες παραγωγικές δυνατότητες του σημερινού ανθρώπου, που σήμερα είναι εγκλωβισμένες από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.

Ο κομμουνισμός του πρωτόγονου χριστιανισμού είναι ένας ουτοπικός κομμουνισμός. Δεν υπήρχαν ακόμα, έτσι κι αλλιώς, οι υλικοί όροι για την εμφάνιση του επιστημονικού σοσιαλισμού. Το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων δεν επέτρεπε ακόμα στα λαϊκά στρώματα να αναλάβουν τα ίδια τη διεύθυνση και την οργάνωση της παραγωγής. Ο χριστιανισμός καλεί τους ανθρώπους των λαϊκών στρωμάτων να παραμένουν «ταπεινοί» και να «υπομένουν» καρτερικά τα βάσανά τους, ο μαρξισμός τους καλεί σε ενεργό δράση, για να πάρουν αυτό που δικαιωματικά τους αξίζει.

Ο κομμουνισμός του μαρξισμού είναι επιστημονικός. Οι χριστιανοί περίμεναν και περιμένουν τη δικαιοσύνη να έρθει μετά θάνατον και να επιβληθεί από το Θεό. Οι μαρξιστές, κάνοντας μια επιστημονική ανάλυση τόσο της σημερινής ανθρώπινης κοινωνίας όσο και της ιστορικής εξέλιξης της ανθρωπότητας, προσπαθούν να καθοδηγήσουν το προλεταριάτο, το οποίο πρέπει και μπορεί να φέρει την κοινωνική δικαιοσύνη και την κοινωνική αρμονία στην πραγματική ζωή, όχι σε μια «φαντασιακή» ζωή σε έναν άλλο κόσμο. Αυτός ο σκοπός είναι ο πιο ευγενής σκοπός για τον οποίο αξίζει κανείς να αγωνιστεί σήμερα. Για αυτό το σκοπό προσπαθούμε να αγωνιστούμε και καλούμε σε αυτή την προσπάθεια και κάθε αγωνιστή του εργατικού και του φοιτητικού κινήματος.

Πηγές
1) Εισαγωγή στην ιστορία των θρησκευμάτων – Η καταγωγή των θρησκειών (Ανατόλ Λουνατσάρσκι, Εκδόσεις «Αλφειός»)
2) Αρχαίες θρησκείες και χριστιανισμός (Γιάννης Κορδάτος, Εκδόσεις «Συλλογή»)
3) Η καταγωγή του χριστιανισμού (Καρλ Κάουτσκι, Εκδόσεις «Αναγνωστίδη»)