Θρησκεία

Κοινωνικές συνθήκες και τάξεις στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία

Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν το μεγαλύτερο και ισχυρότερο κράτος του κόσμου, όταν εμφανίστηκε ο χριστιανισμός. Ωστόσο, πολύ σύντομα θα έμπαινε σε φάση αποσύνθεσης και θα κλονιζόταν. Κατ’ αρχάς, η Ρώμη καταπίεζε και εκμεταλλευόταν σκληρά τις επαρχίες, οι οποίες, σε αντίδραση, εξεγείρονταν εναντίον της. Παράλληλα, η υψηλή φορολογία και η τοκογλυφία «τσάκιζαν» τα λαϊκά στρώματα, ενώ ο κρατικός μηχανισμός ήταν βουτηγμένος στη διαφθορά μέχρι το μεδούλι. Παρ’ όλα αυτά, λόγω των πολλών και συνεχόμενων κατακτητικών πολέμων της Ρώμης, άρχιζαν να αίρονται οι τοπικές ιδιαιτερότητες και να διαμορφώνεται η ταυτότητα του Ρωμαίου πολίτη χωρίς πατρίδα, ο οποίος όμως δε διατηρούσε κάποιον ιδιαίτερο συνεκτικό δεσμό με τη Ρώμη, την οποία έβλεπε σαν καταπιεστή.

Οι μικροί αγρότες συνθλίβονταν ανάμεσα στη Σκύλλα της υψηλής φορολογίας και τη Χάρυβδη της τοκογλυφίας. Επίσης, οι πόλεμοι, που προαναφέρθηκαν, προμήθευαν τους τσιφλικάδες με πολυάριθμους και φτηνούς δούλους. Πολλοί από τους φτωχούς αγρότες δεν άντεχαν τον ανταγωνισμό και ξέπεφταν στο προλεταριάτο. Μαζί τους συμπαρέσυραν και τους τεχνίτες, καθώς το πελατολόγιό τους αποτελείτο, κατά κύριο λόγο, από αυτούς τους αγρότες.

Έτσι, αρχίζει να εμφανίζεται στις μεγάλες πόλεις της αυτοκρατορίας ένα πολυπληθές προλεταριάτο, το οποίο δεν μπορεί να βρει δουλειά. Αυτό ήταν επικίνδυνο για το καθεστώς, το οποίο, για να αποφύγει τα χειρότερα, έδινε μισθό και τρόφιμα στο προλεταριάτο, διοργάνωνε για χάρη του μαζικά, λαϊκά (και βάρβαρα) θεάματα, ενώ τα διάφορα πολιτικά κόμματα εξαγόραζαν την υποστήριξη και την ψήφο του.

Βέβαια, μιλώντας για το προλεταριάτο εκείνης της εποχής, δεν πρέπει να το συγχέουμε με το σύγχρονο προλεταριάτο, τη σύγχρονη εργατική τάξη. Το σύγχρονο προλεταριάτο είναι μια παραγωγική και, παράλληλα, επαναστατική τάξη. Το προλεταριάτο της εποχής εκείνης ήταν μια παρασιτική τάξη, που περισσότερο μοιάζει με το σύγχρονο λούμπεν προλεταριάτο.

Οι προλετάριοι της εποχής, λοιπόν, ζούσαν σαν κοινωνικά παράσιτα, είχαν αποκτήσει απέχθεια προς την εργασία και μια τεμπέλικη νοοτροπία. Αφού ο ρωμαϊκός στρατός αποτελείτο κατά κύριο λόγο από προλετάριους, σαν φυσική συνέπεια η στρατιωτική πειθαρχία αρχίζει να αποσυντίθεται. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, σταδιακά, χάνει τη στρατιωτική υπεροχή της. Δέχεται επιθέσεις από τα γειτονικά κράτη, ενώ η ίδια δεν μπορεί πλέον να συνεχίσει τους κατακτητικούς πολέμους. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να λιγοστεύουν οι δούλοι, άρα η παραγωγή αρχίζει να πέφτει, να υπάρχει μεταστροφή από τη γεωργική στην κτηνοτροφική οικονομία, η οποία έχει μικρότερη ανάγκη από δούλους, και εμφανίζεται η οικονομική κρίση.

Οι κυρίαρχες τάξεις της Ρώμης, δηλαδή οι αυτοκράτορες, οι πατρίκιοι, οι στρατηγοί, οι ύπατοι, οι δήμαρχοι και οι έπαρχοι ήταν βουτηγμένοι στον ηθικό βούρκο. Τα υπερπολυτελή δείπνα και τα τρομερά σεξουαλικά όργια ήταν καθημερινό φαινόμενο. Θα αναφέρουμε ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα, που δείχνουν γλαφυρά την αμετροέπεια των κυρίαρχων τάξεων. Ο Ιούλιος Καίσαρας – όπως και πολλοί άλλοι αυτοκράτορες και ευγενείς – είχε το προσωπικό του χαρέμι από γυναίκες. Αυτό, όμως, δεν του ήταν αρκετό: ήθελε να περάσει νόμο που να του δίνει το δικαίωμα να «πλαγιάσει» με οποιαδήποτε γυναίκα του άρεσε.

Ο διαβόητος Λούκουλλος – προς τιμήν του οποίου αποδίδεται η έκφραση «λουκούλλειο γεύμα» – στους κήπους του είχε λίμνες γεμάτες με ψάρια, τα οποία τάιζε με δούλους, που συντηρούσε και στη συνέχεια έσφαζε μόνο για αυτό το σκοπό. Ακόμα, αντί για αγελάδες που συνηθιζόταν να προσφέρονται σαν θυσία προς τους Θεούς, πλέον θυσιάζονταν μαζικά δούλοι. Αυτή η κοινωνική σαπίλα της Ρώμης θα αποτελούσε στη συνέχεια το λίπασμα για τη διάδοση του χριστιανισμού στη ρωμαϊκή επικράτεια.

Οι δούλοι, από τη μεριά τους, δεν είχαν κανένα δικαίωμα. Παρότι ήταν η παραγωγική τάξη του δουλοκτητικού συστήματος, το γεγονός ότι τύχαιναν μεταχείρισης παρόμοιας με των ζώων – τους αντιμετώπιζαν σαν αντικείμενα με φωνή – και το πολύ χαμηλό πνευματικό τους επίπεδο είχαν σαν αποτέλεσμα να μην μπορούν να αναπτύξουν δική τους ιδεολογία. Επίσης, συνήθως δε συμμετείχαν ενεργά στην ταξική πάλη, με κάποιες λαμπρές εξαιρέσεις, όπως η μεγάλη εξέγερση του Σπάρτακου. Ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις, όμως, η πάλη τους ήταν αρκετά «άναρχη» και κακά οργανωμένη.

Η ταξική πάλη διεξαγόταν κατά κύριο λόγο ανάμεσα σε πατρίκιους και πληβείους. Αυτή η πάλη όμως δεν είχε επαναστατικό χαρακτήρα. Οι πληβείοι δε διεκδικούσαν την πολιτική εξουσία, ούτε στόχευαν στην ανατροπή των θεμελίων του δουλοκτητικού συστήματος, αλλά επιζητούσαν περισσότερα προνόμια στην εκμετάλλευση των δούλων. Αυτό εξηγεί γιατί η κατάρρευση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας δε συνέβη απότομα, παρά την τεράστια αποσύνθεσή της.

Από την άλλη πλευρά, τα οργανωτικά καθήκοντα των τσιφλικάδων λιγόστευαν. Ακόμα και ένα μέρος των καθηκόντων αυτών είχαν περάσει σε μια μερίδα δούλων. Η άρχουσα τάξη αποστασιοποιείται σιγά-σιγά από την ενεργή συμμετοχή στην παραγωγή, γίνεται όλο και πιο παρασιτική και ενδιαφέρεται μόνο για την καλοπέραση. Όμως, όλα αυτά την οδηγούν στην απόγνωση και την αποχαύνωση. Η ακραία πολυτέλεια, πλέον, δεν της προσφέρει καμία απόλαυση, έχει φτάσει στον απόλυτο κορεσμό. Αυτό το κενό που ένιωθαν οι κυρίαρχες τάξεις της Ρώμης προσπαθούσαν να καλύψουν δύο φιλοσοφικές σχολές.

Από τη μία πλευρά, μία εκχυδαϊσμένη μορφή της υλιστικής, επικουρικής σχολής. Η σχολή αυτή είχε έναν αθεϊστικό χαρακτήρα και δίδασκε ότι οι άνθρωποι έχουν μόνο μία ζωή και πρέπει σε αυτήν να περάσουν όσο καλύτερα γίνεται. Από την άλλη, όμως, κυρίαρχη ήταν η πανθεϊστική, στωική σχολή σκέψης. Ήταν το καλύτερο αντίδοτο για την απόγνωση: δίδασκε την «αταραξία», μία κατάσταση, στην οποία όλα αντιμετωπίζονται με αδιαφορία και κυνισμό. Οι στωικοί πίστευαν στη μεταθανάτια ζωή. Αυτή η πεσιμιστική αντίληψη, ότι στην πραγματική ζωή τίποτα δε δίνει ευχαρίστηση, ήταν και η βάση που η πίστη στη μεταθανάτια ζωή ήταν τόσο δημοφιλής στον αρχαίο κόσμο.

Η ηθική των κυρίαρχων τάξεων κατρακυλούσε στο βούρκο και μαζί της ξέπεφτε συνολικά η ηθική και πνευματική ζωή στην επικράτεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Αναπόφευκτα, ξέπεφτε και η θρησκεία. Η άρχουσα τάξη δεν πίστευε πια στη θρησκεία. Μπορεί επισήμως να δήλωναν την πίστη τους στους Θεούς, αλλά στις ιδιωτικές τους συζητήσεις χλεύαζαν τη θρησκεία. Οι αντιθρησκευτικές αντιλήψεις μεταδίδονταν στα λαϊκά στρώματα, το θρησκευτικό συναίσθημα χαλάρωνε ακόμα και για το προλεταριάτο. Αν και οι ιθύνουσες τάξεις της Ρώμης δεν πίστευαν, αναγνώριζαν ότι η αντιθρησκευτική κίνηση των λαϊκών στρωμάτων ήταν ενάντια στο συμφέρον τους και μπορεί να υποσκάψει το καθεστώς τους. Έτσι, ξεκινάει μία περίοδος έντονης θρησκευτικής αντίδρασης, κατά την οποία απαγορεύεται κάθε αντιθρησκευτική εκδήλωση.

Κάθε επαρχία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας είχε τους δικούς της τοπικούς Θεούς και η άσκηση των τοπικών θρησκειών ήταν νομικά κατοχυρωμένη. Η θρησκεία της Ρώμης δεν ήταν κάτι περισσότερο από τη θρησκεία της περιοχής, που αποτελεί τη σημερινή Ιταλία. Όμως, όπως αναφέραμε και νωρίτερα, άρχιζε να αναπτύσσεται εντός της αυτοκρατορίας η ταυτότητα του Ρωμαίου πολίτη και ο διεθνισμός. Το θρησκευτικό μίσος άρχιζε να εξαφανίζεται. Επομένως, αναπτύσσονταν οι όροι για την υιοθέτηση μιας κοινής θρησκείας στην επικράτεια της αυτοκρατορίας, κάτι που ήταν προς το συμφέρον και της ρωμαϊκής άρχουσας τάξης και που συνέβαλε, σε κάποιο βαθμό, στην ανακήρυξη του χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας της αυτοκρατορίας στη συνέχεια.

Οι Εβραίοι

Οι Εβραίοι ήταν ένας νομαδικός λαός, που μετανάστευσε από την Ανατολική Αίγυπτο και τη Βόρεια Αραβία στη γης της Χαναάν. Η μόνιμη, πλέον, εγκατάσταση στην περιοχή της Παλαιστίνης, το τέλος της νομαδικής ζωής και η αρχή της αγροτικής ζωής, που επιφέρει, οδηγούν στην εμφάνιση ταξικών διαφορών. Δημιουργείται, επομένως, η ανάγκη για υιοθέτηση ενός μοναρχικού συστήματος με βασιλιά. Η παλιά εβραϊκή θρησκεία δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκης της νέας άρχουσας τάξης, η οποία υιοθετεί στοιχεία των θρησκειών των γειτονικών κρατών (των Φοινίκων, των Σύριων κ.α.), οι οποίες επιτρέπουν τον πλούτο και τις απολαύσεις.

Η φτωχολογιά των Εβραίων ήταν ένας νομαδικός, πολεμικός λαός, που μόλις πριν από λίγο είχε πολεμήσει και καταφέρει να κατακτήσει τη Χαναάν. Δεν μπορούσε να ανεχτεί αυτές τις νέες αντιλήψεις και αντιστεκόταν. Μέχρι πρότινος, οι Εβραίοι είχαν ανάγκη από λαϊκό στρατό, στελεχωμένο από τους φτωχούς αγρότες. Έτσι, ήταν αναγκαίες οι παραχωρήσεις προς τους φτωχούς. Ο Ιεχωβάς ή Γιαχβέ, ο Θεός των Εβραίων, ήταν από την αρχή σύμμαχος των λαϊκών στρωμάτων. Στο πνεύμα αυτό, της προστασίας των μικροϊδιοκτητών και της εναντίωσης στη μεγάλη ιδιοκτησία, ήταν γραμμένος και ο Νόμος του Μωυσή.

Ο εβραϊκός λαός προσέφερε αιματηρές θυσίες στον Ιεχωβά, για τη σύναψη συμμαχίας μαζί του. Οι θυσίες αυτές αρχικά περιελάμβαναν τη θυσία των πρωτότοκων παιδιών, μοσχαριών και αρνιών. Αργότερα,, υιοθετείται η λιγότερο «βάρβαρη», ωστόσο αιματηρή «θυσία» της περιτομής. Ο Ιεχωβάς, σε αντάλλαγμα, υπερασπίζεται τον εβραϊκό λαό – ο οποίος είναι ο εκλεκτός λαός – από τους εχθρικούς λαούς.

Τώρα, όμως, με τις νέες της ανάγκες η άρχουσα τάξη των Εβραίων χρειάζεται ένα μισθοφορικό στρατό. Το χάσμα μεταξύ των τάξεων ολοένα και διογκώνεται, οι κοινωνικές αδικίες γίνονται ανυπόφορες. Έτσι, αρχίζουν να εμφανίζονται οι «προφήτες», οι οποίοι επιτίθενται στους ευγενείς και τους βασιλιάδες και υπερασπίζονται τους φτωχούς, την ισότητα και τη δικαιοσύνη. Σημαντικός προφήτης ήταν ο αρχιερέας Χελκίας, ο οποίος υποτίθεται ότι ανακάλυψε το Δευτερονόμιο, ένα δεύτερο βιβλίο του Μωυσή, στο οποίο συνεχιζόταν η νομοθεσία.

Στην πραγματικότητα, το Δευτερονόμιο γράφτηκε από τον ίδιο το Χελκία, ήταν ένα μισο-σοσιαλιστικό βιβλίο και έμοιαζε αρκετά με τη νομοθεσία του Σόλωνα. Τις μεταρρυθμίσεις του Χελκία εφάρμοσε ο Ιεχωβιστής βασιλιάς, Ιεζεκίας. Εκείνη την περίοδο, επικεφαλής των προφητών ήταν ο Ησαΐας, ο σημαντικότερος ίσως από όλους τους προφήτες. Ήταν, επίσης, ο μόνος προφήτης που συνδέθηκε με την κυβέρνηση, καθώς λειτουργούσε σαν άτυπος υπουργός Εξωτερικών. Ήταν, θα μπορούσαμε να πούμε, αντι-ιμπεριαλιστής και αντιτασσόταν στην επιδίωξη της εβραϊκής άρχουσας τάξης που επεδίωκε το συνασπισμό με άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις (μία μερίδα ήθελε συμμαχία με τους Αιγύπτιους, ενώ μια άλλη με τους Ασσύριους).

Διάδοχος του Ησαΐα είναι ο μαθητής του Ιερεμίας. Και εκείνος επικρίνει τους πλούσιους για την απληστία τους, για το ότι έχουν απομακρυνθεί από τον Ιεχωβά, ωστόσο είναι ηττοπαθής, τάσσεται εναντίον της υπεράσπισης της Ιερουσαλήμ, καθώς θεωρεί ότι η μοίρα της θα κριθεί από τη «θέληση του Θεού». Τελικά, η Ιερουσαλήμ κατακτάται και οι Εβραίοι καταλήγουν στη Βαβυλώνα και σε πολύ άσχημη θέση. Οι προφήτες και τα λαϊκά στρώματα ρίχνουν το φταίξιμο για την αιχμαλωσία στην απληστία των πλουσίων.

Οι Εβραίοι αναγνωρίζουν ότι με τις δικές τους δυνάμεις δεν μπορούν να απελευθερωθούν και πέφτουν σε απόγνωση. Αυτή η υλική συνθήκη παράγει δύο πολύ συγκεκριμένα αποτελέσματα. Το ένα είναι η διαμόρφωση του Ιεχωβά σε φιλειρηνικό Θεό και οι αντίστοιχες πασιφιστικές διακηρύξεις των Εβραίων προφητών. Αυτά δεν είναι αποτελέσματα μιας αφηρημένης, «ιδεολογικής» προτίμησης. Η ιδέα της παγκόσμιας ειρήνης αντανακλά τα υλικά συμφέροντα του εβραϊκού λαού, που μόνο έτσι βλέπει την απελευθέρωσή του. Το δεύτερο αποτέλεσμα είναι η γέννηση της ιδέας του Μεσσία, ο οποίος θα έρθει στη γη, για να οδηγήσει τους Εβραίους πίσω στη «Γη της Επαγγελίας».

Όμως, υπάρχουν δύο είδη Μεσσία. Υπάρχει ένας ισχυρός, πρίγκιπας Μεσσίας. Αυτός είναι ο Μεσσίας των πλούσιων Εβραίων, των αριστοκρατών Σαδδουκαίων. Υπάρχει, όμως, και ο Μεσσίας των φτωχών, ένας παθητικός Μεσσίας. Ο Μεσσίας αυτός θα είναι ένας φτωχός που θα υποφέρει, αλλά θα φέρει το βασίλειο της αγάπης και της ειρήνης στη γη. Γίνονται μισο-σοσιαλιστικά κηρύγματα για χάρη αυτού του Μεσσία, ο οποίος θα φέρει ειρήνη μεταξύ των λαών, τέλος των πολέμων και εργασία 100 φορές πιο αποδοτική και με σκοπό το κοινό όφελος.

Εντός των Εβραίων διαμορφώνονται 4 αιρέσεις. Η πρώτη είναι αυτή των Σαδδουκαίων, της άρχουσας τάξης. Οι Σαδδουκαίοι δεν πιστεύουν στη μοίρα, πιστεύουν ότι ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του, ότι οι ψυχές δεν είναι αθάνατες και ότι δεν υπάρχει ούτε αμοιβή ούτε τιμωρία μετά το θάνατο. Οι Σαδδουκαίοι είναι αυστηροί ακόμα και μεταξύ τους, ενώ είναι σκληροί τόσο με τους ξένους όσο και με τους συμπατριώτες τους. Είναι ελευθερόφρονες και έχουν χαλαρή στάση απέναντι στο Μωυσιακό Νόμο. Παράλληλα, θεωρούν «αναγκαίο κακό» την κατάκτηση από τους Ρωμαίους, τα συμφέροντά τους είναι υπέρ του συμβιβασμού με τη Ρώμη και κατά του σοβινιστικού φανατισμού. Αυτό τους κάνει ιδιαίτερα μισητούς ανάμεσα στα λαϊκά στρώματα.

Οι Φαρισαίοι, οι οποίοι αρχικά έχουν κυρίαρχη επιρροή στις λαϊκές μάζες, αποτελούνται από το παλιό ιερατείο της Ιουδαίας. Είναι εθνικόφρονες, συντηρητικοί, φανατικοί υποστηρικτές και αυστηροί ερμηνευτές του Νόμου του Μωυσή. Πιστεύουν στην αθανασία της ψυχής, ενώ διακήρυτταν τη βίαιη αποτίναξη του ρωμαϊκού ζυγού και ανέμεναν τον ερχομό του Μεσσία. Η κυρίαρχη ομάδα μεταξύ των Φαρισαίων ήταν οι Γραμματείς, οι οποίοι είχαν μελετήσει τις γραφές.

Η τρίτη αίρεση είναι οι Ζηλωτές, οι οποίοι παίρνουν το όνομά τους από τον υπέρμετρο ζήλο τους, το φανατισμό τους. Ονομάζονται αλλιώς και Ναζωραίοι ή Χριστοί – από αυτούς παίρνει και ο Μεσσίας το όνομα Χριστός. Το εβραϊκό προλεταριάτο είναι αρκετά ανομοιογενές. Επίσης, είναι πολύ λιγότερο παρασιτικό και πολύ πιο δραστήριο και επαναστατικό από το προλεταριάτο της Ρώμης και των υπόλοιπων επαρχιών της αυτοκρατορίας. Την κοινωνική βάση των Ζηλωτών αποτελούν το πιο αγωνιστικό τμήμα του προλεταριάτου των Ιεροσολύμων και οι λήσταρχοι της Γαλιλαίας, χωρικοί που είχαν ξεζουμιστεί από τη φορολογία και είτε είχαν απαλλοτριωθεί είτε είχαν μετατραπεί σε δούλους.

Οι Ζηλωτές ήταν μια καθαρά εβραϊκή αίρεση ήταν εναντίον κάθε ξένου πολιτισμού, και ιδιαίτερα του ελληνικού. Ήταν υπέρ του ασκητισμού, της νηστείας και της ζωής στις ερήμους, όπως των προγόνων του εβραϊκού λαού. Όσο εντεινόταν η καταπίεση του ρωμαϊκού ζυγού, αποκαλυπτόταν η ασυνέπεια λόγων και έργων των Φαρισαίων. Οι εβραϊκές μάζες απογοητεύονταν από αυτή την κατάσταση και μεταστρέφονταν όλο και περισσότερο από τους Φαρισαίους στους Ζηλωτές. Ωστόσο, οι Ζηλωτές, δε διέφεραν με τους Φαρισαίους στο σκοπό, διέφεραν μόνο στα μέσα, στη σκληρότητα και τη χρήση βίας. Δε στόχευαν στην ανάπτυξη ενός δικού τους κοινωνικού συστήματος.

Αυτό το επεδίωκαν οι Εσσαίοι, η τέταρτη και τελευταία αίρεση. Αυτοί είχαν, επίσης, προλεταριακή βάση, όμως αφενός δεν ήθελαν να περιμένουν μέχρι την έλευση του Μεσσία, για να επέλθει η δικαιοσύνη και αφετέρου δεν ήταν καθαρά εβραϊκή αίρεση, είχαν έντονες επιρροές από τον ελληνικό και τον ινδικό μυστικισμό. Οι Εσσαίοι είχαν την άποψη ότι οι λαϊκές μάζες είχαν αποτύχει οριστικά να φέρουν την ευτυχία πάνω στη γη. Αυτό τους οδήγησε στην περιφρόνηση των σωματικών απολαύσεων, οι οποίες έπρεπε να «χτυπηθούν», τους έστρεψε στην ασκητική ζωή στις ερήμους, τη νηστεία, τις προσευχές την εγκράτεια και την αυστηρή ηθική. Ήταν οργανωμένοι σε κλειστές μισο-σοσιαλιστικές κομμούνες.

Υπήρχαν αυστηροί όροι, για να μπει κάποιος σε αυτές τις κομμούνες, όπως ο καλός πρότερος βίος. Η ατομική ιδιοκτησία, όπως και οι αγοραπωλησίες μεταξύ των μελών των κομμούνων απαγορεύονταν και, μάλιστα, θεωρούνταν ύψιστο αμάρτημα. Αμοιβή για αυτούς θα ήταν η αιώνια ζωή μετά θάνατον. Ωστόσο, η οργάνωση των Εσσαίων έμοιαζε περισσότερο με καταναλωτικό συνεταιρισμό, παρά με παραγωγική ένωση. Σκοπός τους δεν ήταν μια νέα πολιτική εξουσία, ούτε η κοινή οργάνωση της παραγωγής, μα μόνο η κοινή κατανάλωση, όπως τα κοινά δείπνα, που διοργάνωναν τακτικά.

Στη συνέχεια, συντελέστηκε η αποκαλούμενη «Διασπορά», δηλαδή ο διασκορπισμός των Εβραίων στις διάφορες επαρχίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Οι συνοικίες των Εβραίων ήταν οι πιο φτωχές και βρώμικες. Οι ίδιοι και η θρησκεία τους αντιμετωπίζονταν πολύ υποτιμητικά από τους ντόπιους πληθυσμούς. Ωστόσο, κατάφεραν να κάνουν γνωστή τη θρησκεία τους έξω από τα όρια της Παλαιστίνης. Αυτό, με τη σειρά του, ωφέλησε στη συνέχεια τη διάδοση του χριστιανισμού, καθώς ήταν πιο εύκολο για τους απόστολους του πρωτόγονου χριστιανισμού να κηρύξουν τη νέα θρησκεία έξω από τα σύνορα της Παλαιστίνης.

Πηγές
1) Εισαγωγή στην ιστορία των θρησκευμάτων – Η καταγωγή των θρησκειών (Ανατόλ Λουνατσάρσκι, Εκδόσεις «Αλφειός»)
2) Αρχαίες θρησκείες και χριστιανισμός (Γιάννης Κορδάτος, Εκδόσεις «Συλλογή»)
3) Η καταγωγή του χριστιανισμού (Καρλ Κάουτσκι, Εκδόσεις «Αναγνωστίδη»)

Συνεχίζεται