Κόκκινος Στρατός - εκκαθαρίσεις - Στάλιν και Σταλινισμός

Συνεχίζοντας τη σειρά δημοσιευμάτων σχετικά με τον αληθινό ρόλο του Στάλιν και του σταλινισμού κατά την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, δημοσιεύουμε ένα δεύτερο απόσπασμα από το βιβλίο του αείμνηστου επαναστάτη μαρξιστή Τεντ Γκραντ (1913-2006) με τίτλο «Ρωσία: από την επανάσταση στην αντεπανάσταση» (εκδόσεις Well red books, Λονδίνο 1997), στο οποίο αναλύεται η καταστροφική επίδραση που είχαν οι σταλινικές Εκκαθαρίσεις στον Κόκκινο Στρατό με τις γνωστές Δίκες – σκευωρίες, μετά τις οποίες εκτελέστηκαν ως προδότες, λαμπροί ήρωες όπως ο στρατηγός Τουχατσέφσκι και χιλιάδες άλλοι αθώοι. Η μετάφραση και η επιμέλεια έγινε από τον Σταμάτη Καραγιαννόπουλο.

Το 1941, η ΕΣΣΔ ήταν σε μια πολύ δυσχερή κατάσταση για έναν πόλεμο. Οι δίκες των Εκκαθαρίσεων είχαν εξολοθρεύσει το κύριο τμήμα του γενικού επιτελείου, συμπεριλαμβανομένων των πιο ταλαντούχων αξιωματικών. Αλλά η ζημιά που έκαναν οι εκκαθαρίσεις δεν περιορίστηκε στο στρατιωτικό δυναμικό της ΕΣΣΔ. Επέφεραν ένα τρομερό χτύπημα στην οικονομία επίσης. Αυτό πλέον, αναγνωρίζεται ακόμα και από αυτούς που χθες δικαιολογούσαν τις Εκκαθαρίσεις και κάθε τι άλλο που έκανε ο Στάλιν.

Σε μια μελέτη που δημοσιεύθηκε από το Πανεπιστήμιο του Γιέηλ για την ίδια περίοδο, η προσοχή επικεντρώθηκε στις επιζήμιες επιπτώσεις που είχαν οι Εκκαθαρίσεις στη σοβιετική οικονομία. Αυτό αναφέρθηκε χωρίς σχόλιο στην ημερήσια εφημερίδα του Κομμουνιστικού Κόμματος της Μεγάλης Βρετανίας, στις αρχές του της δεκαετίας του 1980: «Επιπρόσθετα, στις Εκκαθαρίσεις του 1937-38, πολύ από τους πιο ικανούς διευθυντές και επιστήμονες της χημικής βιομηχανίας φυλακίστηκαν ή είχαν εκτελεστεί» γράφει ο Ρόμπερτ Άμαν. «Σε όσους δεν υπέφεραν άμεσα από τις Εκκαθαρίσεις, υπήρξε μια παραλυτική επίδραση. Οι ποινές για αποτυχίες ήταν τόσο ακραίες που όλες οι αποφάσεις περιείχαν ρίσκο και κάθε καινοτόμα, προσωπική πρωτοβουλία αποφευγόταν με κάθε κόστος.

«Θα ήταν δύσκολο να υπερβάλει κανείς με την έκταση στην οποία αυτές οι παρατεταμένες ενέργειες έχουν ασκήσει επιζήμια επίδραση στη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη της χημικής βιομηχανίας και σε άλλους βιομηχανικούς τομείς. Δεν εξαιρέθηκε η αμυντική βιομηχανία. Από όλες τις πολιτικές του Στάλιν σχετικά με το σοβιετικό στρατό και τη βιομηχανία, οι Εκκαθαρίσεις και η καταστολή της δεκαετίας του 1930 αποδυνάμωσαν τρομερά τη Σοβιετική Ένωση και την ικανότητά της να υπερασπίσει τον εαυτό της.» (εφημερίδα «Morning Star», 5/8/82, η έμφαση δική μας).

Ο κύριος παράγοντας που υπονόμευσε την ικανότητα του Κόκκινου Στρατού να παλέψει από την αρχή του πολέμου ήταν η εξόντωση των καλύτερων στρατηγών και αξιωματικών κατά τις Εκκαθαρίσεις. Η Οκτωβριανή επανάσταση ανέδειξε ένα ολόκληρο στρώμα ταλαντούχων νέων αξιωματικών, κάποιοι από αυτούς όπως ο Τουχατσέφσκι, ο Γιακίρ και ο Γκαμίρ ήταν λαμπροί εκπρόσωποι της στρατιωτικής σκέψης.

Είναι γενικά όχι γνωστό, ότι η θεωρία του Blitzkrieg («Κεραυνοβόλος Πόλεμος») δεν ήταν μια γερμανική ανακάλυψη. Η Βέρμαχτ το αντέγραψε από τους Ρώσους. Πολύ πριν τον πόλεμο, όταν οι επικεφαλής του Βρετανικού και του Γαλλικού στρατού ακόμα θεωρούσαν ότι ο επόμενος πόλεμος θα είναι ένας πόλεμος θέσεων όπως ο Πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος, η μεγαλοφυΐα του Τουχατσέφσκι, τον οδήγησε να συμπεράνει ότι ο Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος θα διεξαχθεί με τανκς και αεροπλάνα.

Όταν ο Τουχατσέφσκι και οι σύντροφοί του εκτελέστηκαν στις Εκκαθαρίσεις, στη θέση τους μπήκαν φίλοι του Στάλιν όπως ο Βοροσίλωφ, ο Τιμοσένκο και ο Μπούντγιονι, που πίστευαν ότι ο επερχόμενος πόλεμος θα διεξαχθεί με το ιππικό. Ο δευτεροκλασάτος και ανόητος Βοροσίλωφ, έγινε επικεφαλής του Επιτροπάτου της Άμυνας, περικυκλωμένος από άλλους του ίδιου είδους. Αυτά τα «δημιουργήματα» του Στάλιν, προωθηθήκαν σε θέσεις κλειδιά, όχι για τις προσωπικές ικανότητες, αλλά για τη δουλική πίστη τους στην άρχουσα κλίκα.

Ο πρώην στρατηγός Πέτρο Γκρικγορένκο, ο οποίος υπηρετούσε τότε σαν λέκτορας στην κεντρική Σοβιετική Στρατιωτική Ακαδημία, θυμάται την καταστροφική επίδραση που είχαν οι Εκκαθαρίσεις πάνω στην ποιότητα της στρατιωτικής εκπαίδευσης: «Όχι νωρίτερα από τότε που η Ακαδημία είχε κάνει τα πρώτα βήματά της, ξεκίνησαν και οι διεργασίες που οδήγησαν στην κατασκευασμένη δίκη των Τουχατσέφσκι, Ουμπόρεβιτς, Γιακίρ και άλλων. Ο Στάλιν είδε την ακαδημία ως «ένα αντισταλινικό στρατιωτικό κέντρο» και τα πογκρόμ ξεκίνησαν. Οι συλλήψεις άρχισαν τον Χειμώνα του 1936 και εντάθηκαν το 1937. Το ανώτερο ποιοτικά προσωπικό που είχε συγκεντρωθεί από τον Τουχατσέφσκι, εξολοθρεύτηκε σχεδόν ολοκληρωτικά.
Τις θέσεις τους πήραν ατάλαντοι και άπειροι άνθρωποι. Με τη σειρά τους, κάποιοι από τους νέους δασκάλους συνελήφθησαν, τρομάζοντας έτσι τους υπόλοιπους και αφήνοντάς τους χωρίς κανένα ενθουσιασμό στις νέες εργασίες τους. Κείμενα που είχαν γραφτεί από τους «εχθρούς του λαού», τους πρώτους δασκάλους, τώρα δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν. Οι νέου δάσκαλοι έγραψαν βιαστικές περιλήψεις των κειμένων αυτών, αλλά φοβούμενοι ότι θα μπορούσαν να κατηγορηθούν ότι διακινούσαν απόψεις εχθρικές στον Στάλιν, γέμισαν τις διαλέξεις τους με ιδιότροπα δόγματα». Και προσθέτει: «Η θεωρία της μάχης σε βάθος, που είχαν επεξεργαστεί οι Τουχατσέφσκι, Γιεγκόροφ, Ουμπόρεβιτς, παραμερίστηκε.» (Π. Γκριγκορένκο, «Αναμνήσεις», σελ. 91-92).

Όλα αυτά, έγιναν παραδεκτά από τον Χρουστσώφ το 1956: «Πολύ θλιβερές συνέπειες, ιδιαίτερα αναφορικά με την αρχή του πολέμου, ακολούθησαν την εξόντωση πολλών στρατιωτικών επιτελών και αξιωματικών κατά τη διάρκεια της περιόδου 1937-1941 από τον Στάλιν, εξαιτίας της καχυποψίας του και των συκοφαντικών κατηγοριών που εκτόξευσε εναντίον τους. Κατά τη διάρκεια αυτών των χρόνων, ασκήθηκε καταπίεση ενάντια σε μεγάλα τμήματα στρατιωτικών στελεχών, ξεκινώντας από τους διοικητές των λόχων και των ταγμάτων και φτάνοντας μέχρι τα ανώτατα στρατιωτικά κέντρα. Σε αυτή την περίοδο, τα ηγετικά στελέχη που είχαν κερδίσει στρατιωτική εμπειρία στην Ισπανία και στην Άπω Ανατολή, σχεδόν ολοκληρωτικά εξολοθρεύτηκαν.

Η πολιτική της καταπίεσης μεγάλης κλίμακας ενάντια στα στρατιωτικά στελέχη, οδήγησε επίσης στην υπονόμευση της στρατιωτικής πειθαρχίας, επειδή για αρκετά χρόνια, αξιωματικοί όλων των βαθμίδων ακόμα και στρατιώτες, στο κόμμα και στους πυρήνες της Κομσομόλ διδάσκονταν να «ξεσκεπάζουν» τους ανωτέρους τους σαν «κρυφούς εχθρούς». Είναι φυσικό το ότι αυτά προκάλεσαν μια αρνητική επίδραση στην στρατιωτική πειθαρχία κατά την πρώτη περίοδο του πολέμου.

Και όπως ξέρετε, είχαμε πριν από τον πόλεμο εξαιρετικά στρατιωτικά στελέχη, τα οποία ήταν αδιαμφισβήτητα πιστά στο κόμμα και την Πατρίδα. Αρκεί να πούμε ότι όσοι από αυτούς κατάφεραν να επιζήσουν, παρά τα διάφορα βασανιστήρια τα οποία υπέστησαν στις φυλακές, είχαν δείξει από τις μέρες του πρώτου πολέμου ότι είναι αληθινοί πατριώτες και ότι πολέμησαν ηρωικά για τη δόξα της πατρίδας. Έχω στο μυαλό μου τέτοιους συντρόφους, όπως ο Ροκοσόφσκι (ο οποίος όπως ξέρετε έχει φυλακιστεί ), ο Γκορμπάτωφ, ο Μαρέτσκωφ (ο οποίος είναι αντιπρόσωπος στο παρόν συνέδριο), ο Πόντλας, (ήταν ένας εξαιρετικός αξιωματικός που εξοντώθηκε στο μέτωπο) και πολλοί, πολλοί άλλοι. Παρ’ όλα αυτά, πολύ τέτοιοι διοικητές εξοντώθηκαν στα στρατόπεδα και τις φυλακές και ο στρατός δεν τους ξαναείδε. Όλα αυτά προκάλεσαν την κατάσταση που υπήρξε στην αρχή του πολέμου και η οποία αντιπροσώπευε μια μεγάλη απειλή για την πατρίδα μας.» («Ειδική Έκθεση στο 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ από τον Ν.Σ. Χρουστσώφ», 24-25 Φεβρουαρίου 1956).

Υπάρχουν πολλές διαστρεβλώσεις για τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, ιδιαίτερα σχετικά με τον ρόλο του Στάλιν. Ο Άλεκ Νοβ (συνήθως αρκετά έξυπνος σχολιαστής σχετικά με τη Ρωσία) έγραψε: «Η κολοσσιαία δύναμη της Γερμανίας ήταν πολύ μεγαλύτερη από αυτή της Ρωσίας και είχε στη διάθεσή της, τις βιομηχανίες της κατειλημμένης Ευρώπης. Οι στρατιές της ήταν καλά εξοπλισμένες και ο εξοπλισμός της δοκιμάστηκε στο πεδίο της μάχης. Παρά τις πολύ μεγάλες προσπάθειες και θυσίες κατά την προηγούμενη δεκαετία, η Σοβιετική Ένωση είδε τον εαυτό της οικονομικά αλλά και στρατιωτικά σε μειονεκτική της θέση». (Αλ. Νοβ, «Η Οικονομική Ιστορία της ΕΣΣΔ», σελ. 273).

Στην πραγματικότητα, την ώρα της επίθεσης των Ναζί στη Σοβιετική Ένωση, η συνδυασμένη δύναμη πυρός του Κόκκινου Στρατού ήταν μεγαλύτερη από εκείνη της Βέρμαχτ. Αλλά οι Σοβιετικές δυνάμεις περικυκλώθηκαν γρήγορα και αποδεκατίστηκαν. Η δίχως προηγούμενο καταστροφή δεν ήταν το αποτέλεσμα της αντικειμενικής αδυναμίας, αλλά της κακής ηγεσίας. Έχοντας εξοντώσει τα καλύτερα στελέχη του Κόκκινου Στρατού, ο Στάλιν έδειξε τόσο τυφλή εμπιστοσύνη στον «έξυπνο» ελιγμό του έναντι του Χίτλερ (σ.τ.μ: Σύμφωνο «Μολότωφ- Ρίμπεντροπ») που αγνόησε πολυάριθμες αναφορές που έλεγαν ότι οι Γερμανοί ετοιμάζονται να επιτεθούν. Η οχυρωματική γραμμή του Μινσκ, μια ισχυρή αμυντική γραμμή, η οποία χτίστηκε στα δυτικά σύνορα της ΕΣΣΔ εν αναμονή μιας Γερμανικής επίθεσης, στην πραγματικότητα κατεδαφίστηκε με διαταγές του Στάλιν, πιθανά ως μια κίνηση καλής θέλησης προς το Βερολίνο.

Ο Γκριγκορένκο, ο οποίος είχε δουλέψει πριν τον πόλεμο σε αυτές τις οχυρώσεις, περιέγραψε τα αισθήματα της αγανάκτησης που ένιωσε όταν κατεδαφίστηκαν: «Αυτές οι οχυρώσεις υπήρχαν για να θωρακίζουν από την ανάπτυξη επιτιθέμενων ομάδων και για να αποτρέψουν κάθε απόπειρα από τον εχθρό να σπάσει την γραμμή άμυνας. Αν ο στρατός επετίθετο, οι οχυρωματικές γραμμές θα έπρεπε να υποστηρίξουν τα στρατεύματα με δύναμη πυρός. Αντιθέτως, τα δυτικά μας οχυρά δεν εκπλήρωσαν κανένα από αυτά τα καθήκοντα. Ανατινάχτηκαν χωρίς να έχουν πυροβολήσει ούτε μια φορά σε εχθρό.

Δεν ξέρω πως οι ιστορικοί του μέλλοντος θα εξηγήσουν αυτό το έγκλημα ενάντια στο λαό μας. Οι σύγχρονοι ιστορικοί το αγνοούν. Δεν μπορώ να παράσχω κάποια εξήγηση από μόνος μου. Η Σοβιετική κυβέρνηση απομύζησε δισεκατομμύρια ρούβλια (με τους υπολογισμούς μου όχι λιγότερο από 120 δισ) από το λαό για να κατασκευαστούν απόρθητα οχυρά κατά μήκος ολόκληρης της δυτικής συνοριογραμμής, από τη Βαλτική μέχρι τη Μαύρη θάλασσα. Τότε, αμέσως πριν τον πόλεμο την Άνοιξη του 1941, ισχυρές εκρήξεις έγιναν σε ολόκληρα τα 1.200 χιλιόμετρα που ήταν το μήκος αυτών των οχυρώσεων. Με προσωπικές διαταγές του Στάλιν, χτισμένες με σκυρόδεμα οχυρώσεις, με ένα, δύο ή τρεις πολεμίστρες, επιτελικές θέσεις, παρατηρητήρια – δεκάδες χιλιάδες μόνιμες οχυρώσεις –τινάχτηκαν στον αέρα. Κανένα καλύτερο δώρο δεν θα μπορούσε να δοθεί στο σχέδιο «Μπαρμπαρόσα» του Χίτλερ». (Γκριγορένκο, στο προαναφερόμενο έργο, σελ. 46-47, οι εμφάσεις από το πρωτότυπο).

Αν δεν υπήρχαν αυτές οι εγκληματικές πράξεις από τον Στάλιν, η ΕΣΣΔ δεν θα είχε πιαστεί στον ύπνο από τη Γερμανική επίθεση, όπως εξήγησε ο Χρουστσώφ: «Είχαμε χρόνο και δυνατότητες για τέτοιες προετοιμασίες; Ναι είχαμε και χρόνο και δυνατότητες. Η βιομηχανία μας ήταν ήδη τόσο αναπτυγμένη που ήταν ικανή να προμηθεύσει πλήρως το Σοβιετικό στρατό με ό,τι χρειαζόταν. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός πως – παρότι κατά τα διάρκεια του πολέμου χάσαμε τη μισή μας βιομηχανία και σημαντικές βιομηχανικές περιοχές και τις περιοχές με σημαντική παραγωγή τροφίμων σαν αποτέλεσμα της κατοχής από τον εχθρό στην Ουκρανία, τον Βόρειο Καύκασο και άλλα δυτικά τμήματα της χώρας – το Σοβιετικό έθνος ήταν ακόμα ικανό να οργανώσει το στρατιωτικό εφοδιασμό στα ανατολικά τμήματα της χώρας, να εγκαταστήσει εκεί τον εξοπλισμό που μεταφέρθηκε από τις δυτικές βιομηχανικές περιοχές και να προμηθεύσει τις ένοπλες δυνάμεις μας με οτιδήποτε ήταν αναγκαίο για να καταστραφεί ο εχθρός.

Αν η βιομηχανία μας είχε κινητοποιηθεί σωστά και στην ώρα της, με το αναγκαίο υλικό, οι απώλειές μας στον πόλεμο θα ήταν αποφασιστικά μικρότερες. Τέτοια κινητοποίηση δεν είχε γίνει παρ’ όλα αυτά. Και ήδη τις πρώτες μέρες του πολέμου, έγινε εμφανές ότι ο στρατός μας ήταν άσχημα εξοπλισμένος, ότι δεν είχαμε επαρκή αριθμό από πυροβόλα, τανκς και αεροπλάνα για να κάνουν τον εχθρό να υποχωρήσει.

Η Σοβιετική επιστήμη και τεχνολογία παρήγαγε εξαιρετικά μοντέλα από τανκς και πυροβόλα πριν τον πόλεμο. Αλλά η μαζική παραγωγή όλων αυτών δεν ήταν οργανωμένη και ως αποτέλεσμα αυτού, αρχίσαμε να εκσυγχρονίζουμε τον στρατιωτικό μας εξοπλισμό μόνο την παραμονή του πολέμου. Έτσι, τη στιγμή της εισβολής του εχθρού στη σοβιετική γη, δεν είχαμε επαρκείς ποσότητες παλιών ή νέων μηχανών για την παραγωγή εξοπλισμού.

Η κατάσταση με τα αντιαεροπορικά πυροβόλα ήταν ιδιαίτερα κακή. Δεν είχαμε οργανώσει την παραγωγή των αντιαρματικών πυροβόλων. Πολλές οχυρωμένες περιφέρειες αποδείχθηκαν ότι είναι ανυπεράσπιστες, επειδή τα παλιά όπλα είχαν αποσυρθεί και τα νέα δεν ήταν διαθέσιμα εκεί. Αυτό αφορούσε, δυστυχώς, όχι μόνο τα τανκς, τα πυροβόλα και τα αεροπλάνα. Κατά το ξέσπασμα του πολέμου δεν είχαμε επίσης, έναν επαρκή αριθμό τουφεκιών για να εξοπλίσουμε τις κινητοποιούμενες δυνάμεις.

Θυμάμαι ότι εκείνες τις μέρες τηλεφώνησα στον σύντροφο Μαλένκωφ από το Κίεβο και του είπα: «Εθελοντές έχουν τεθεί στη διάθεση του νέου στρατού και ζητούν όπλα. Πρέπει να μας στείλετε όπλα». Ο Μαλένκωφ μου απάντησε: «Δεν μπορούμε να σας στείλουμε όπλα. Στέλνουμε όλα μας τα όπλα στο Λένινγκραντ, εσείς θα πρέπει μόνοι σας να εξοπλίσετε τους εαυτούς σας». Αυτή ήταν η κατάσταση του εξοπλισμού» («Ειδική Έκθεση στο 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ από τον Ν.Σ. Χρουστσώφ», σελ. 24-25 Φεβρουάριος 1956.)

Παρά το γεγονός ότι η συνδυασμένη δύναμη πυρός του Κόκκινου Στρατού ήταν μεγαλύτερη από αυτή των Γερμανών, οι Εκκαθαρίσεις τον είχαν πλήξει αποτελεσματικά. Αυτό ήταν το αποφασιστικό στοιχείο που έπεισε τον Χίτλερ να επιτεθεί το 1941. Στις Δίκες της Νυρεμβέργης, ο στρατηγός Κάιτελ κατέθεσε ότι πολλοί Γερμανοί στρατηγοί είχαν προειδοποιήσει τον Χίτλερ να μην επιτεθεί στη Ρωσία, υποστηρίζοντας ότι ο Κόκκινος Στρατός ήτανε ένας καταπληκτικός αντίπαλος. Απορρίπτοντας αυτές τις προειδοποιήσεις, ο Χίτλερ ανέφερε στον Κάιτελ την αιτιολόγηση της θέσης του: «Οι πρώτης σειράς ανώτατοι αξιωματικοί εξοντώθηκαν από τον Στάλιν το 1937 και η νέα γενιά δεν μπορεί να παράσχει τα μυαλά που χρειάζονται». Στις 9 Ιανουαρίου 1941, ο Χίτλερ ανέφερε σε μια συνάντηση στρατηγών για το σχεδιασμό της επίθεσης στη Ρωσία: «Δεν έχουν καλούς στρατηγούς». (Μαντβέντεφ: «Ας κρίνει η Ιστορία», σελ. 214).

«Η αρχική μας ήττα», γράφει ο Γκριγκορένκο, «προκλήθηκε από αυτούς που βρίσκονταν στις πολύ υψηλές θέσεις. Χιλιάδες ικανοί επιτελείς του στρατού εκκαθαρίστηκαν, οι συνοριακοί μας αεροδιάδρομοι ήταν φτωχά αναπτυγμένοι, είχαμε ανεπαρκή αντι-αεροπορική άμυνα, οι μονάδες τεθωρακισμένων και η αντι-αρματική άμυνα είχαν μειωθεί έντονα (σύμφωνα με την ιδιοτροπία του Στάλιν) αμέσως πριν τον πόλεμο, οι οχυρώσεις μας είχαν ανατιναχτεί και τα στρατεύματά μας είχαν εκπαιδευτεί στη λογική της ύπαρξης ειρήνης. Δεν ήμασταν προετοιμασμένοι. Πληρώσαμε γι’ αυτή την εγκληματική έλλειψη προετοιμασίας, τόσο κατά τη διάρκεια του πολέμου, όσο και μετά από αυτόν. Σημείωσα ήδη τον Στάλιν ως κύριο ένοχο, αλλά επίσης θα πρέπει να αναφέρουμε και τον Βοροσίλωφ, τον Τιμοσένκο, τον Γκολόκωφ και τον Ζούκωφ. Οι αποτυχίες μας δεν θα πρέπει να αποδοθούν στους φασίστες, αλλά σε εμάς.» (Γκριγκορένκο, στο προαναφερόμενο, σελ. 332).

Κοινοποιήστε