sunedrio-syriza

 

Αν το σημαντικότερο πολιτικό φαινόμενο των τελευταίων χρόνων, αναμφισβήτητα, είναι η ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ σε βασικό πολιτικό εκφραστή των εργαζόμενων και της νεολαίας της χώρας, το πιο σημαντικό φαινόμενο των τελευταίων μηνών δεν είναι άλλο, από τη δεξιά στροφή της ηγεσίας του κόμματος.

Για όσους ακόμα αμφιβάλουν για την ύπαρξή της – και είναι πλέον όλο και πιο λίγοι – θα παραθέσουμε μια ακόμα φορά, μια σειρά συγκεκριμένων γεγονότων στα οποία εκφράστηκε η δεξιά στροφή της ηγεσίας. Επαναλαμβανόμενη ασάφεια για το τι θα πράξει στην κυβέρνηση με τα Μνημόνια. Αντικατάσταση ανάλογα με το ακροατήριο του συλλογικά διακηρυγμένου σκοπού της Κυβέρνησης της Αριστεράς από μια «Κυβέρνηση Λαϊκής Σωτηρίας». Πρόβες διαπραγμάτευσης με το ΔΝΤ «κεκλεισμένων των θυρών». Απόπειρα να εμφανιστεί η τρόικα από ταξικός εχθρός σε «εταίρος» του ελληνικού λαού. Άρνηση παροχής συγκεκριμένων δεσμεύσεων για αποκατάσταση του βιοτικού επιπέδου των εργαζόμενων και απόπειρα προσαρμογής των προσδοκιών του λαού μέσα στα υποτιθέμενα «όρια αντοχής της οικονομίας», δηλαδή μέσα στα ασφυκτικά όρια του καπιταλισμού που αποσυντίθεται. Δημιουργία δεσμών πολιτικής συνεργασίας με το αστικό, δεξιό κόμμα των ΑΝΕΛ. Καλλιέργεια σχέσεων «συνεννόησης» με τους βιομήχανους, τους εκδότες και τους εφοπλιστές και γενικότερα την «καπιταλιστική αγορά» με παροχή «διαπιστευτηρίων» σε συναντήσεις και ομιλίες σε εκδηλώσεις των ενώσεών τους.

Φυσικό συμπλήρωμα της δεξιάς στροφής αποτελούν η παθητική τακτική ουραγού στους μαζικούς ταξικούς αγώνες στο όνομα της «αυτονομίας των κινημάτων», η αποφυγή ευθυνών για την οργάνωση και ανάπτυξή τους με την υιοθέτηση της στάσης της «έξυπνης ατάκας» αντί για τη συστηματική ζύμωση επαναστατικών συνθημάτων στον εργαζόμενο λαό, η στροφή «στην αλληλεγγύη» χωρίς πολιτικό και ταξικό περιεχόμενο, με «γραμμή» για εκκλησιαστικού τύπου παρεμβάσεις φιλανθρωπίας από τις κατά τόπους οργανώσεις. Το αποκορύφωμα αυτής της επιζήμιας ηγετικής τακτικής ήταν οι αρχικές «αποστάσεις» από την μαζική διάθεση δεκάδων χιλιάδων καθηγητών να διεξάγουν έναν αγώνα που μπορούσε να έχει οδηγήσει την εύθραυστη συγκυβέρνηση στην κρίση και στο πολιτικό αδιέξοδο και αμέσως μετά, η ανοιχτή αθέτηση της απεργιακής εντολής της βάσης της ΟΛΜΕ από τα συνδικαλιστικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, ασφαλώς με την επιδοκιμασία της ηγεσίας.

Συμπερασματικά λοιπόν και για να προλάβουμε κακεντρεχή σχόλια από υπερασπιστές της πολιτικής της ηγεσίας, η δεξιά στροφή δεν αποτελεί εφεύρημα κακόβουλων εξωκομματικών της αντιπάλων. Συνιστά γεγονός που τεκμαίρεται από μια σειρά δημόσιων δηλώσεων, συναντήσεων, ομιλιών, πράξεων, παραλήψεων και πολιτικών παλινωδιών.

Οι αιτίες της δεξιάς στροφής

Ποια είναι όμως η αιτία που βρίσκεται πίσω από την δεξιά στροφή της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ; Είναι ένα κράμα πολιτικών αυταπατών για τον καπιταλισμό, υποχωρήσεων στις πιέσεις της άρχουσας τάξης και έλλειψης εμπιστοσύνης στις δυνατότητες της εργατικής τάξης να αλλάξει την κοινωνία και στις ίδιες τις ιδέες του επιστημονικού σοσιαλισμού.

Όταν η ηγεσία ισχυρίζεται ότι μπορεί με «μαχητικές» διαπραγματεύσεις και μεταρρυθμίσεις, χωρίς την αφαίρεση της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας από το κεφάλαιο, να εξασφαλιστούν ανθρώπινες συνθήκες ζωής για τους εργαζόμενους μέσα στην πιο βαθειά, ιστορική κρίση του καπιταλισμού, μας δίνει μια γλαφυρή εικόνα των αυταπατών της για το υφιστάμενο εκμεταλλευτικό κοινωνικοοικονομικό σύστημα. Όταν μετά τον πολύμηνο πόλεμο λάσπης και πολιτικής τρομοκρατίας από τα αστικά ΜΜΕ και τους αστούς πολιτικούς ενάντια στον ΣΥΡΙΖΑ, επιδίδεται σε μια συστηματική απόπειρα να δώσει διαπιστευτήρια «αγαθών», μη επαναστατικών προθέσεων στα συνέδρια, τα φόρουμ και τις τηλεοπτικές εκπομπές των αστών, μας δίνει μια εικόνα της ανεπαρκούς αντοχής της έναντι των πιέσεων της άρχουσας τάξης. Όταν θεωρεί χαμένη υπόθεση έναν αγώνα εργαζόμενων που αποφασίζουν να αψηφήσουν μαζικά τις απολύσεις και τις διώξεις όπως οι καθηγητές, τότε εκφράζει καθαρά την έλλειψη εμπιστοσύνης στην δυνατότητα της εργατικής τάξης να παίξει αποφασιστικό ρόλο στην υπόθεση της «δημοκρατικής ανατροπής» της συγκυβέρνησης και στην αλλαγή της κοινωνίας συνολικότερα. Όταν τέλος, θεωρεί ότι ο – κατά τα άλλα… «στρατηγικός» – σκοπός του σοσιαλισμού δεν είναι καθήκον της «παρούσης» και η υπόθεση της πραγματοποίησής του χάνεται στα βάθη ενός απροσδιορίστου μέλλοντος, τότε αποδέχεται στην πράξη την βάση των αντιλήψεων που οδήγησαν τη σοσιαλδημοκρατία σε απανωτές προδοσίες των εργαζόμενων στο όνομα του «εφικτού».

Είναι σωστό όμως να αποδίδουμε ένα μακρόπνοο σχέδιο δεξιάς στροφής στην ηγεσία; Η απάντηση είναι όχι. Η αιτία της δεξιάς στροφής της ηγεσίας είναι οι αυταπάτες για τον καπιταλισμό, η υποχωρητικότητα και η πολιτική ατολμία, σε καμία περίπτωση όμως ένα μακρόπνοο σχέδιο, γιατί απλά, η ηγεσία δεν έχει δείξει μέχρι αυτή τη στιγμή ότι είναι ικανή να διατυπώσει και να εφαρμόσει κανενός είδους μακρόπνοο σχέδιο. Η ύπαρξη ενός τέτοιου δεν συμβιβάζεται με το ευκαιριακό πνεύμα με το οποίο δυστυχώς, πολιτεύεται. Η στάση της έναντι των σοβαρών πολιτικών καθηκόντων που θέτει η περίοδος είναι υποταγμένη, όχι σε στέρεες πολιτικές, ταξικές και ιδεολογικές αρχές, αλλά σε κοντόθωρες επικοινωνιακές και εκλογικές σκοπιμότητες.

Αν τα γκάλοπ εμφανίσουν μια εφήμερη τάση αμέσως η ηγεσία θα επιχειρήσει να προσαρμόσει την ρητορική της σε αυτή. Αν ένα έκτακτο γεγονός φιλτραρισμένο μέσα από την αστική κοινή γνώμη δημιουργήσει στην κοινωνία συντηρητικές διαθέσεις, τότε η ηγεσία θα επιχειρήσει «στρογγυλέψει» τη θέση του κόμματος για να μην τεθεί εκτός συρμού. Μια τέτοια μέθοδος φυσικά, κάτω από την επίδραση μιας νέας ανόδου των ταξικών αγώνων μπορεί να οδηγήσει σε μια νέα ρητορική στροφή της ηγεσίας προς τ’ αριστερά. Αυτό όμως που χρειάζεται η εργατική τάξη σήμερα δεν είναι μια ηγεσία φτερό «στον άνεμο» των δημοσκοπήσεων και των κάθε είδους εφήμερων πιέσεων, αλλά μια ηγεσία που θα πολιτεύεται στηριγμένη πάνω σε ξεκάθαρες σοσιαλιστικές αρχές, υπηρετώντας ακλόνητα τα εργατικά συμφέροντα.

Οι συνέπειες της δεξιάς στροφής

Η δεξιά στροφή – σε πείσμα των απολογητών της ηγεσίας που κάνουν ότι δεν την βλέπουν – διαπιστώνεται και σχολιάζεται αρνητικά καθημερινά από τους απλούς εργαζόμενους στις γειτονιές και τους χώρους δουλειάς και σημειώνεται όπως είναι φυσικό, θετικά από τους απολογητές της άρχουσας τάξης και της τρόικας στα ΜΜΕ.

Οι συνέπειές της είναι πολιτικά ολέθριες γιατί προκαλεί ανεπανόρθωτη ζημιά σε μια σειρά κρίσιμων πεδίων. Πολλαπλασιάζει την απογοήτευση των εργαζόμενων από τη μη νικηφόρα έκβαση των μαζικών ταξικών αγώνων των τελευταίων χρόνων. Ανακόπτει το δυναμικό ρεύμα υποστήριξης που αναπτύχθηκε στη βάση αριστερών και ριζοσπαστικών συνθημάτων για τον ΣΥΡΙΖΑ την προηγούμενη περίοδο. Προσδίδει στην υποστήριξη στον ΣΥΡΙΖΑ έναν «απονευρωμένο», εκλογικό χαρακτήρα, χωρίς ενθουσιασμό για τις θέσεις του και με δικαιολογημένο σκεπτικισμό για τις αληθινές προθέσεις της ηγεσίας. Με αυτό τον τρόπο δημιουργεί την αιτία για την εμφάνιση κρίσεων εσωστρέφειας και διασπάσεων στο άμεσο μέλλον. Πάνω από όλα όμως, η δεξιά στροφή προετοιμάζει το έδαφος για μεγάλες ήττες όταν οι «μετριοπαθείς» απόψεις που συγκροτούν τη δεξιά στροφή, θα επιχειρηθεί να εφαρμοστούν στην εξουσία από μια κυβέρνηση «λαϊκής σωτηρίας με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ».

Η απόπειρα για μια «μετριοπαθή» κυβερνητική πολιτική σε κλίμα «εταιρικής» συνεννόησης θα αποθρασύνει την τρόικα και τα εγχώρια αστικά επιτελεία και θα τους κάνει να επιδοθούν σε ασφυκτικές οικονομικές, πολιτικές, διπλωματικές πιέσεις και απειλές για να υποτάξουν πλήρως την ηγεσία και να εκθέσουν τον ΣΥΡΙΖΑ στα μάτια των εργαζόμενων. Έτσι η ηγεσία χωρίς ένα επεξεργασμένο επαναστατικό, σοσιαλιστικό πρόγραμμα, θα υποχρεωθεί να βρεθεί αντιμέτωπη με την ίδια την κοινωνική της βάση, την εργατική τάξη και τα φτωχότερα στρώματα του λαού, συμπαρασύροντας το κόμμα στο δικό της αδιέξοδο.

Αυτό λοιπόν που πρέπει να συνειδητοποιήσει κάθε αγωνιστής του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι, σε αντίθεση με την – συγχυσμένη, θολή και ανεπαρκή, αλλά σε κάθε περίπτωση διακριτή – αριστερή στροφή που συντελέστηκε στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας, δημιουργώντας προσδοκίες για έναν γνήσιο επαναστατικό προσανατολισμό του κόμματος και εκτοξεύοντας το κόμμα στο ιστορικό 27%, η σημερινή δεξιά στροφή απειλεί να γκρεμίσει μέσα σε λίγους μήνες όλα όσα κατακτήθηκαν τα προηγούμενα αρκετά χρόνια. Οι αριστεροί αγωνιστές του ΣΥΡΙΖΑ που έχτισαν τις δυνάμεις του στις γειτονιές και τους εργατικούς χώρους με την ενθουσιώδη συμμετοχή τους στα κινήματα της εργατικής τάξης και της νεολαίας, δεν πρέπει να επιτρέψουν να γκρεμιστούν όλα όσα οι ίδιοι δημιούργησαν, στο βωμό των αυταπατών για τον καπιταλισμό και της πολιτικής ατολμίας της ηγεσίας.

Η ανάγκη για συνεπή αριστερή αντιπολίτευση και η στάση της Αριστερής Πλατφόρμας

Ο «ΣΥΡΙΖΑ των μελών» αναμφίβολα είναι το αγαπημένο σύνθημα της ηγεσίας. Μόνο που αυτό το «ξεχνάει» σε αποφασιστικές στιγμές για την πορεία του κόμματος, όπως όταν είχε την έμπνευση να μετατρέψει την κατάργηση των Μνημονίων σε «αναστολή», όταν βάφτιζε την τρόικα από εχθρό του λαού σε «εταίρο» της χώρας, σε μιας σειρά δηλαδή περιπτώσεων που δημόσια παραβίαζε τις αποφάσεις των μελών επειδή ήταν «πολύ αριστερές». Αντίθετα, δείχνει να το θυμάται πολύ καλά όταν επιθυμεί να επιτεθεί στ’ αριστερά της. Ανεξάρτητα από το πως μεταχειρίζεται αυτό το σύνθημα η ηγεσία, είναι ακριβώς αυτός ο ΣΥΡΙΖΑ, ο ΣΥΡΙΖΑ των μελών που μπορεί να σώσει το κόμμα από το βασικό πρόβλημα που σήμερα αντιμετωπίζει. Κι αυτό δεν είναι ασφαλώς η ύπαρξη «κομμάτων μέσα στο κόμμα», αλλά η ίδια η δεξιά στροφή της ηγεσίας.

Το ιδρυτικό συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ δίνει μια θαυμάσια ευκαιρία στα μέλη του κόμματος να βάλουν φρένο στη δεξιά στροφή. Σε κάθε Τ.Ο και στο ίδιο το συνέδριο πρέπει να δοθεί η μάχη για έναν σταθερά και ουσιαστικά αριστερό ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό όμως μπορεί να συμβεί μόνο αν αγωνιστούμε για την επικράτηση των ιδεών και των προγραμματικών θέσεων του κομμουνισμού. Διότι συνεπές αριστερό, είναι σε τελική ανάλυση μόνο ένα αληθινά κομμουνιστικό κόμμα, δηλαδή ένα κόμμα εργατικό στον ταξικό του χαρακτήρα, επαναστατικό στους σκοπούς και τις μεθόδους του, σοσιαλιστικό στο πρόγραμμα του, δημοκρατικό στον τρόπο οργάνωσής του και διεθνιστικό στις αντιλήψεις του. Κάθε άλλη μορφή υπεράσπισης του αριστερού και ριζοσπαστικού χαρακτήρα του ΣΥΡΙΖΑ που χαρακτηρίζεται από την αντικατάσταση του σοσιαλιστικού προγραμματικού λόγου από «προοδευτικούς», «δημοκρατικούς» ή «λαϊκούς» δρόμους, από την υπεράσπιση της μιας ή της άλλης νομισματικής πολιτικής ή από πατριωτικά υποκατάστατα του προλεταριακού διεθνισμού, είναι ιδεολογικά ασυνεπής και κρύβει μέσα της τον «σπόρο» δεξιών αντιλήψεων.

Κάτω από αυτό το πρίσμα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ηγεσία των δυνάμεων της Αριστερής Πλατφόρμας (ΑΠ) με την έως σήμερα πολιτική της στάση, δείχνει πως δεν μπορεί να δώσει τις πολιτικές απαντήσεις που θα βάλουν το κόμμα στην αναγκαία, αληθινά αριστερή, μαρξιστική τροχιά. Παρά τις σωστές διακηρύξεις της για την ανάγκη στροφής στον επαναστατικό μαρξισμό πριν από 3 χρόνια, η ηγεσία του Αριστερού Ρεύματος του ΣΥΝ – της βασικής δύναμης της ΑΠ – στο διάστημα που ακολούθησε έκανε σημαία της όχι ένα επαναστατικό πρόγραμμα, αλλά την αναγκαιότητα εξόδου από την Ευρωζώνη και επιστροφής σε εθνικό νόμισμα. Η επικέντρωση σε αυτό το σύνθημα αντί για το ίδιο το πρόγραμμα του σοσιαλισμού, έδωσε χαρακτήρα εθνικού προστατευτισμού στην πολιτική της, αλλοίωσε και υπονόμευσε τις γενικές ταξικές και αριστερές της διακηρύξεις, την καθιέρωσε στη συνείδηση των μαζών – προς μεγάλη ικανοποίηση της άρχουσας τάξης που ευχαρίστως έσπευσε να αξιοποιήσει αυτή την πατριωτική απόκλιση – όχι σαν μια μαρξιστική, αλλά σαν μια «ευρω – σκεπτικιστική αντιπολίτευση».

Αυτή την αδιέξοδη στάση θα περίμενε κανείς να επιχειρήσει να τη διορθώσει με την κριτική της η ηγεσία των άλλων συνιστωσών (ΔΕΑ, «ΚΟΚΚΙΝΟ», ΑΠΟ), που παρά την αποκήρυξη θεμελιωδών απόψεων του Τρότσκι – όπως για παράδειγμα η ανάλυσή του για τον χαρακτήρα της Σοβιετικής Ένωσης – συνεχίζουν να επικαλούνται τη διεθνιστική, Τροτσκιστική παράδοση. Όμως – την ίδια ώρα που παθιασμένα μάχονται για την επιβίωση των μηχανισμών τους σαν ανεξάρτητων στο νέο κόμμα – οι σύντροφοι αυτοί, δεν έχουν κάνει ακόμα την παραμικρή σοβαρή απόπειρα μαρξιστική κριτικής στις νομισματοκεντρικές – πατριωτικές θέσεις που έχει καταφέρει να περάσει σαν άποψη της ΑΠ η ηγεσία του ΑΡ.

Η στάση της ηγεσίας της ΑΠ έναντι του συνεδρίου, αποτελεί τη συνέχεια της άτολμης και λαθεμένης στάσης που επέδειξε στη συνδιάσκεψη του περασμένου Δεκέμβρη. Αντί για την κατάθεση ενός εναλλακτικού μαρξιστικού πλαισίου θέσεων, αποδέχθηκε σαν κείμενο – βάση το κείμενο της ηγετικής πλειοψηφίας και περιορίζεται στην κατάθεση προσθηκών και τροποποιήσεων. Γενικότερα, στα πολιτικά ζητήματα εμφανίζεται πολύ πιο ήπια από ότι στα ζητήματα που αφορούν τον έλεγχο των οργάνων και του μηχανισμού. Ήταν χαρακτηριστική η ηπιότητα των αντιδράσεων της ηγεσίας της ΑΠ στο ζήτημα της προκλητικής εγκατάλειψης του αγώνα των καθηγητών από την ηγετική πλειοψηφία, σε αντιδιαστολή με την σφοδρή και παθιασμένη αντίδραση που επέδειξε στο ζήτημα της αυτοδιάλυσης των συνιστωσών.

Η ηγεσίας της ΑΠ, βάζει λοιπόν στην αντιπολιτευτική αυτή συσπείρωση τη σφραγίδα μιας πολιτικής που από μαρξιστική, κομμουνιστική σκοπιά χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις, λάθη και εσωτερική ασυνέπεια. Οι χιλιάδες σύντροφοι που είναι μέχρι σήμερα πολιτικά προσανατολισμένοι στην ΑΠ πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι η πιο συνεπής πολιτικά και προγραμματικά απάντηση στον δεξιό δρόμο που χαράζει η ηγετική ομάδα βρίσκεται στις θέσεις και τις ιδέες της νέας Τάσης που ίδρυσαν μέλη του ΣΥΡΙΖΑ από δεκάδες ΤΟ σε όλη τη χώρα, της Κομμουνιστικής Τάσης. Της τάσης που παλεύει αλληλέγγυα με τους αγωνιστές της ΑΠ και κάθε άλλης αριστερής αντιπολιτευτικής φωνής μέσα στο κόμμα ενάντια στην σοσιαλδημοκρατικοποίηση του κόμματος, αλλά που προτείνει όχι αφηρημένα «προοδευτικούς και σοσιαλιστικούς δρόμους», «φιλτραρισμένους» μέσα από τον παραμορφωτικό φακό του πατριωτισμού, αλλά μια κρυστάλλινη κομμουνιστική εναλλακτική πολιτική.

Στο στόχαστρο οι τάσεις και όχι οι θνησιγενείς συνιστώσες

Είναι γνωστό ότι ο πυρήνας της πρωτοβουλίας που ίδρυσε την Κομμουνιστική Τάση είμαστε σύντροφοι που από το 2005 εκδίδουμε την εφημερίδα (και νυν περιοδικό) Μαρξιστική Φωνή. Πριν από 5 χρόνια, η συντακτική ομάδα της ΜΦ, ήταν η μόνη πολιτική συλλογικότητα που τάχθηκε υπέρ της μετεξέλιξης του ΣΥΡΙΖΑ σε ενιαίο κόμμα με τάσεις. Ήμασταν οι μόνοι που υπομονετικά εξηγούσαμε ότι το μοντέλο της ομοσπονδίας με τα βέτο και τις ποσοστώσεις δεν έχει σχέση με την εσωκομματική δημοκρατία και πλήττει τα δικαιώματα των μελών του ΣΥΡΙΖΑ. Ένα ετερόκλητο μέτωπο σφοδρών πολέμιων αυτής της άποψης είχε σχηματιστεί τότε, αποτελούμενο από την Ανανεωτική Πτέρυγα (σημερινή ΔΗΜΑΡ), τη σημερινή ηγετική πλειοψηφία, το ΑΡ και όλες τις ηγεσίες των μικρών συνιστωσών, με τους μόνους που την έβρισκαν λογική και επιβεβλημένη να είναι οι αριστεροί αγωνιστές της βάσης των συνιστωσών και οι ανένταχτοι αγωνιστές που δεν μπορούσαν τότε να έχουν ούτε την ιδιότητα του μέλους.

Τώρα πλέον όλα έχουν αλλάξει. Ακόμα και οι ηγεσίες των μικρών συνιστωσών που διαφωνούν με την υποχρεωτική διάλυσή τους, δηλώνουν δημόσια ότι δεν επιμένουν να διατηρούν τα παλιά, αντιδημοκρατικά τους προνόμια έναντι της βάσης. Θα μας επιτρέψουν όμως όλοι οι σύντροφοι που τώρα εμφανίζονται υποστηρικτές του ενιαίου κόμματος, να υπενθυμίσουμε ότι η μόνη πολιτική τάση που τήρησε μια συνεπή στάση αρχών πάνω στο θέμα από την πρώτη στιγμή, είναι η δική μας.

Η ηγετική πλειοψηφία μετακινήθηκε προς την υπεράσπιση του ενιαίου κόμματος για να απαλλαγεί από τον «βραχνά» των βέτο των μικρών αριστερών οργανώσεων και να στρέψει το κόμμα δεξιότερα. Αν επιθυμούσε αυθεντικά την εσωκομματική δημοκρατία, δεν θα συναινούσε όλα αυτά τα χρόνια στην αντιδημοκρατική λειτουργία του ΣΥΡΙΖΑ. Μια προσεκτική ανάγνωση ή ακρόαση των τελευταίων δημόσιων δηλώσεών της, φτάνει για να κατανοήσει κανείς ότι στην πραγματικότητα στοχοποιεί τις τάσεις και όχι τις συνιστώσες, των οποίων έτσι κι αλλιώς η ανεξάρτητη ύπαρξη έχει τερματιστεί ουσιαστικά από τη στιγμή που λήφθηκε η κοινή απόφαση ο ΣΥΡΙΖΑ να μετεξελιχθεί από συμμαχία σε κόμμα. Αυτό το νόημα έχουν οι «προειδοποιητικές βολές» του σ. προέδρου για μη ανοχή «στα κόμματα μέσα στο κόμμα», πριν ακόμα επίσημα ιδρυθεί το ενιαίο κόμμα.

Η αναγνώριση και λειτουργία των τάσεων στον ΣΥΝ από τις αρχές της δεκ. 1990 ήταν αναμφισβήτητα ένα κεκτημένο για το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα, που προέκυψε όχι σαν αποτέλεσμα της δημοκρατικής νοοτροπίας των ηγεσιών του, αλλά από την βαθειά αμφισβήτηση που δημιουργήθηκε στην Αριστερά για τον σταλινισμό και τις γραφειοκρατικές του παραδόσεις μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ. Η κατοχύρωση της λειτουργίας τάσεων, όχι μόνο δεν έκανε κανένα κακό στον ΣΥΝ, αλλά έδωσε τη δυνατότητα στο κόμμα να αναπροσανατολιστεί συντεταγμένα προς τ’ αριστερά, με αποτέλεσμα ο αριστερός ΣΥΝ και ο ΣΥΡΙΖΑ από δεκανίκι της σοσιαλδημοκρατίας να εμφανιστεί στα μάτια των μαζών σαν μια αριστερή εναλλακτική λύση, αποσπώντας το ιστορικό 27%.

Ακόμα μεγαλύτερη σπουδαιότητα έχει η κατοχύρωση των τάσεων στο νέο μαζικό ΣΥΡΙΖΑ, γιατί μια ελεύθερη και δημοκρατική εσωκομματική ζωή αποτελεί βασική προϋπόθεση για να ανακοπεί με δημοκρατικές διαδικασίες η δεξιά στροφή και να κερδίσει προοπτικά έδαφος στο εσωτερικό του η Τάση που υπερασπίζει τις γνήσιες ιδέες του Μαρξισμού, η Κομμουνιστική Τάση. Όσοι λοιπόν μέσα στο κόμμα και έξω από αυτό, έχουν συμφέρον να καταστείλουν προληπτικά την απόπειρα για έναν ΣΥΡΙΖΑ αληθινά επαναστατικό και σοσιαλιστικό θα πρέπει αναγκαστικά να επιτεθούν στις τάσεις και να προσπαθήσουν να στρέψουν τη βάση – εκμεταλλευόμενοι τον κομματικό της πατριωτισμό – ενάντια στην υποτιθέμενη ζημιά που προκαλούν στην εικόνα του κόμματος. Δύο κατηγορίες ενδιαφερομένων έχουν συμφέρον από μια στοχοποίηση των τάσεων: η άρχουσα τάξη που το τελευταίο διάστημα βλέπει με ικανοποίηση της δεξιά στροφή της ηγεσίας και θα επιθυμούσε την ισχυροποίησή της και η ίδια η ηγετική πλειοψηφία, που καταλαβαίνει ότι για να σύρει κι άλλο προς τα δεξιά το κόμμα, θα πρέπει να περιορίσει κάθε αντιπολίτευση.

Τα μέλη του κόμματος δεν πρέπει να παρασυρθούν από τους ισχυρισμούς της ηγετικής πλειοψηφίας. Πρέπει να κατανοήσουν το αληθινό πολιτικό περιεχόμενο της συζήτησης που ανοίγει γύρω από τις τάσεις και τις συνιστώσες. Πίσω από τη ρητορική για τον «ΣΥΡΙΖΑ των μελών» κρύβεται η υποχωρητικότητα στις πιέσεις της άρχουσας τάξης, που θέλει έναν ΣΥΡΙΖΑ γραφειοκρατικό και μονολιθικό, για να μπορεί να τον επηρεάζει ευκολότερα.

Οι συνιστώσες θα πρέπει να εξαντληθεί κάθε προσπάθεια να πεισθούν να ενσωματωθούν εθελοντικά στο νέο ενιαίο κόμμα και να έχουν το δικαίωμα αν το επιθυμούν, να συγκροτήσουν τάσεις. Γενικότερα, το δικαίωμα της συγκρότησης τάσεων γύρω από μια πολιτική πλατφόρμα πρέπει να είναι εγγυημένο. Αντίθετα αυτό που θα πρέπει να τιμωρείται με διαγραφή είναι η δημιουργία κλικών καριεριστών, ομάδων δηλαδή, χωρίς σημεία αναφοράς σε κείμενα ή έντυπα, αλλά σε πρόσωπα – πολιτικούς «παράγοντες». Οι τάσεις σε ένα μαζικό κόμμα όπως ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να έχουν εξασφαλισμένο ένα μίνιμουμ συμμετοχής στα ηγετικά όργανα και διασφαλισμένο το δικαίωμα να μπορούν να πείθουν για τις απόψεις τους τα μέλη και τους υποστηρικτές του κόμματος, φυσικά με προαπαιτούμενο ότι θα σέβονται και θα εφαρμόζουν τις αποφάσεις της πλειοψηφίας, χωρίς όμως να εξαναγκάζονται να αποκηρύξουν τις διαφωνίες τους.

Η πιο επικίνδυνη συνιστώσα είναι η γραφειοκρατία

Η Κομμουνιστική Τάση συνεπής στις αρχές της, εναντιώνεται στο παρασιτικό καθεστώς των χωριστών συνιστωσών με τα βέτο, τις ποσοστώσεις και τις παχυλές κρατικές επιδοτήσεις σε μικρές οργανώσεις ή οργανώσεις – «σφραγίδα» παραγόντων. Ακόμα περισσότερο όμως, εναντιώνεται στη λειτουργία του σημερινού γραφειοκρατικού μηχανισμού του ΣΥΡΙΖΑ, επανδρωμένου κύρια από την επαγγελματική στελέχωση του ΣΥΝ και της Νεολαίας ΣΥΝ, που στην πραγματικότητα δεν ελέγχεται από τη βάση του κόμματος, είναι προσαρμοσμένος στην κοινοβουλευτική ρουτίνα, αποδεικνύεται οργανικά ανίκανος να εκπαιδεύσει και να κινητοποιήσει ουσιαστικά το κόμμα και εμφανίζει τραγική αδυναμία να χτίσει το κόμμα σε χώρους προνομιακούς, όπως τα συνδικάτα και το φοιτητικό κίνημα. Από αυτόν το μηχανισμό κινδυνεύουν τα δημοκρατικά δικαιώματα των μελών, απείρως περισσότερο από όσο κινδυνεύουν από την λειτουργία των θνησιγενών ως ανεξάρτητοι μηχανισμοί, μικρών συνιστωσών.

Η πιο αντιδημοκρατική και επικίνδυνη συνιστώσα του ΣΥΡΙΖΑ είναι η γραφειοκρατία, που θα γίνεται όλο και ισχυρότερη, καθώς πλησιάζοντας προς την εξουσία, ένα σωρό καριερίστικα στοιχεία – κύρια προερχόμενα από το ΠΑΣΟΚ – θα συρρέουν για να συμμετάσχουν στη νομή της εξουσίας. Ανάμεσα σε αυτούς, η ηγεσία θα βρίσκει τους πιο παθιασμένους πολέμιους των τάσεων. Αυτοί είναι που θα «αφρίζουν» ενάντια στην «πολυφωνία», με σύνθημα τάχα, τον ΣΥΡΙΖΑ των μελών.

Καλούμε τους αγωνιστές της βάσης του ΣΥΡΙΖΑ να παλέψουν μαζί μας, πρώτα και κύρια για την πολιτική περιθωριοποίηση κάθε καριερίστικου και καιροσκοπικού στοιχείου. Για έναν ΣΥΡΙΖΑ χωρίς γραφειοκράτες, με επαγγελματικό μηχανισμό που θα απαρτίζεται από στελέχη που θα επιλέγονται με κριτήρια την διάθεση προσφοράς στο κίνημα, τις αποδεδειγμένες οργανωτικές ικανότητες και το υψηλό επίπεδο μαρξιστικής θεωρητικής κατάρτισης και θα λογοδοτούν τακτικά στη βάση που τους εξέλεξε.

Στηρίξτε την Κομμουνιστική Πλατφόρμα!

Η σημερινή ηγεσία με τη ραγδαία δεξιά της στροφή, έχει ήδη ανακόψει τη δυναμική του ΣΥΡΙΖΑ στην κοινωνία. Το κείμενο που ενέκρινε στην ΚΕ για το συνέδριο, δείχνει ότι επιθυμεί να προχωρήσει στην ίδια λαθεμένη πορεία και να μην αλλάξει πολιτική, αναζητώντας ανύπαρκτες «προοδευτικές» χίμαιρες πάνω στο έδαφος του καπιταλισμού. Η ηγεσία της αριστεράς του κόμματος με επίκεντρο την ΑΠ, θα έπρεπε ήδη να έχει αμφισβητήσει το σύνολο της πολιτικής της ηγεσίας, να προβάλει μια πλήρη πολιτική και προγραμματική αντιπρόταση και πάνω σε αυτή τη βάση, να διεκδικήσει την πλειοψηφία της ΚΕ, αλλά και τη θέση του προέδρου. Το ζήτημα αυτό είναι βαθύτατα πολιτικό και όχι προσωπικό.

Ο σ. Τσίπρας συνέβαλε αναμφισβήτητα με την παρουσία του στην ραγδαία άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ από τη θέση του προέδρου. Σήμερα όμως, γίνεται ο εκφραστής της δεξιάς στροφής. Κανένα πρόσωπο δεν μπορεί να τίθεται πάνω από το κόμμα. Μαζί με την πολιτική του, δεν μπορεί παρά να πρέπει να αμφισβητηθεί και ο ίδιος σαν πρόεδρος. Όμως η ηγεσία της ΑΠ, στο πλαίσιο μιας συνολικά άτολμης τακτικής, δεν φαίνεται διατεθειμένη ούτε την πολιτική του να αμφισβητήσει ριζικά, ούτε και τον ίδιο σαν πρόεδρο.

Η Κομμουνιστική Τάση του ΣΥΡΙΖΑ είναι μια πολύ νέα τάση στο κόμμα και αυτή τη στιγμή, αντικειμενικά δεν έχει τη δύναμη να αλλάξει ριζικά, ούτε την πολιτική και το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε τους συσχετισμούς στην ηγεσία, ούτε φυσικά τον πρόεδρο. Όμως μπορεί να κάνει κάτι εξίσου σημαντικό, από την άποψη των προοπτικών του κόμματος. Να χτίσει γερά θεμέλια, ώστε η ζωτική υπόθεση του γνήσιου κομμουνιστικού προσανατολισμού του ΣΥΡΙΖΑ και της Αριστεράς συνολικότερα, να γίνει πραγματικότητα το συντομότερο δυνατό.

Με την έναρξη της προσυνεδριακής περιόδου, η Κομμουνιστική Τάση ξεκινά ένα αγώνα ιδεολογικό και πολιτικό. Στις γραμμές της δεν πρόκειται να βρει κανείς καριερίστες και «παράγοντες», παρά μόνο αγωνιστές που μάχονται για τον επαναστατικό προσανατολισμό του κόμματος. Οι αγωνιστές αυτοί, θεωρούν ότι το κρίσιμο ζήτημα που πρέπει να απαντήσει το ιδρυτικό συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ είναι η υιοθέτηση εκείνου του πολιτικού προγράμματος που μπορεί σήμερα να αλλάξει τη μοίρα των εργαζόμενων. Απαντώντας με αίσθημα ευθύνης στο ερώτημα για το είδος του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ, η Κομμουνιστική Τάση έχει επεξεργαστεί και προτείνει για ψήφιση στις Τ.Ο του κόμματος και στο συνέδριο την Κομμουνιστική Πλατφόρμα, ένα αναλυτικό πρόγραμμα εξουσίας, επαναστατικό και σοσιαλιστικό. Ένα πρόγραμμα που γεφυρώνει τις σημερινές διεκδικήσεις των εργαζόμενων με τον σκοπό του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού και το οποίο αν εφαρμοστεί, θα οδηγήσει στην εγκαθίδρυση μιας κοινωνικοποιημένης, δημοκρατικά σχεδιασμένης οικονομίας και μιας αληθινά δημοκρατικής εξουσίας που θα αντικαταστήσει τον αντιδραστικό καπιταλισμό και το παρασιτικό του κράτος.

Καλούμε κάθε αγωνιστή του ΣΥΡΙΖΑ να στηρίξει την Κομμουνιστική Πλατφόρμα, υπερασπίζοντάς την στις προσυνεδριακές συνελεύσεις, ψηφίζοντάς την στις σχετικές ψηφοφορίες και εκλέγοντας συνέδρους που θα την υποστηρίξουν στο συνέδριο. Στις Τ.Ο που έως σήμερα δεν υπάρχουν μέλη της Τάσης καλούμε αριστερούς αγωνιστές της βάσης να επιδιώξουν να εκλεγούν σύνεδροι υπερασπίζοντας την Κομμουνιστική Πλατφόρμα.

Κάθε στήριξη και ψήφος στην Κομμουνιστική Πλατφόρμα ισοδυναμεί με ένα αποφασιστικό «όχι» στη δεξιά στροφή της ηγεσίας και ταυτόχρονα, με μια έμπρακτη υποστήριξη στον σκοπό του σοσιαλισμού και στις επαναστατικές ιδέες του Μαρξ και του Λένιν, που επιχειρείται να θαφτούν κάτω από τις χρεοκοπημένες, παλιές συνταγές της σοσιαλδημοκρατίας.

Σταμάτης Καραγιαννόπουλος