marx-young

Ο άνθρωπος που έδωσε για πρώτη φορά επιστημονική βάση στο σοσιαλισμό και επομένως σε όλο το εργατικό κίνημα της εποχής μας, ο Καρλ Μαρξ, γεννήθηκε στο Τρίερ το 1818. Σπούδασε στη Βόννη και στο Βερολίνο στην αρχή νομικές επιστήμες, αλλά αμέσως κατόπιν αφιερώθηκε αποκλειστικά στη μελέτη της ιστορίας και της Φιλοσοφίας και ετοιμαζόταν το 1842 να γίνει υφηγητής της φιλοσοφίας, όταν η πολιτική κίνηση που δημιουργήθηκε μετά το θάνατο του Φρειδερίκου Γουλιέλμου ΙΙΙ τον οδήγησε σε άλλη σταδιοδρομία. Οι αρχηγοί της φιλελεύθερης αστικής τάξης της Ρηνανίας, οι Καμπχάουζεν, Χάνσεμαν κλπ, ίδρυσαν με τη συνεργασία του στην Κολωνία την «Εφημερίδα του Ρήνου» και ο Μαρξ, που είχε κάνει πολύ μεγάλη εντύπωση με την κριτική του για τις συζητήσεις του επαρχιακού κοινοβουλίου της Ρηνανίας, κλήθηκε το φθινόπωρο του 1842 να αναλάβει τη διεύθυνση της εφημερίδας. Η «Εφημερίδα του Ρήνου» έβγαινε βέβαια κάτω από λογοκρισία. Η λογοκρισία όμως δεν κατάφερνε να τα βγάλει πέρα μαζί της (σ.σ: ο πρώτος λογοκριτής της «Εφημερίδας του Ρήνου» ήταν ο αστυνομικός σύμβουλος Ντόλεσαλ, ο ίδιος που άλλοτε έσβηνε από την «Εφημερίδα της Κολωνίας» την αγγελία της μετάφρασης της «Θείας Κωμωδίας» του Δάντη από τον Φιλαλήθη (τον κατοπινό βασιλιά Ιωάννη της Σαξονίας) με την παρατήρηση: Με θεία πράγματα δεν επιτρέπεται να παίζουμε κωμωδία). Η «Εφημερίδα του Ρήνου» δημοσίευε σχεδόν πάντα τα άρθρα που χρειάζονταν. Στην αρχή, πρόσφεραν στο λογοκριτή κατώτερης ποιότητας υλικό για να σβήνει, ώσπου υποχωρούσε είτε μόνος του, είτε αναγκάζονταν να υποχωρήσει εμπρός στην απειλή ότι δε θα έβγαινε η εφημερίδα την άλλη μέρα. Αν υπήρχαν δέκα εφημερίδες με το ίδιο θάρρος σαν την «Εφημερίδα του Ρήνου» και αν οι εκδότες τους θυσίαζαν μερικές εκατοντάδες τάλιρα παραπάνω για έξοδα εκτύπωσης, η λογοκρισία στη Γερμανία θα είχε κιόλας γίνει αδύνατη από το 1843. Όμως οι Γερμανοί ιδιοκτήτες εφημερίδων ήταν μικρόλογοι, δειλοί φιλισταίοι και η «Εφημερίδα του Ρήνου» έκανε τον αγώνα μόνη της. Έφθειρε τον ένα λογοκριτή ύστερα από τον άλλο. Τελικά, την περνούσαν από διπλή λογοκρισία. Ύστερα από την πρώτη λογοκρισία την έβλεπε άλλη μια φορά και τη λογόκρινε τελικά ο κυβερνητικός πρόεδρος (σ.σ: κυβερνητικούς προέδρους — Regierungspsasident — λέγανε στην Πρωσία τους εκπροσώπους της κεντρικής κυβέρνησης στους νομούς). Αλλά κι αυτό δεν ωφέλησε. Στις αρχές του 1843, η κυβέρνηση δήλωσε ότι δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα μ’ αυτή την εφημερίδα και την απαγόρευσε χωρίς άλλη διαδικασία.

Ο Μαρξ, που στο μεταξύ είχε παντρευτεί την αδελφή του κατοπινού αντιδραστικού υπουργού φον Βέστφαλεν, εγκαταστάθηκε στο Παρίσι και έβγαλε εκεί μαζί με τον Α. Ρούγκε τα «Γερμανο-γαλλικά Χρονικά», όπου με την «Κριτική της χεγκελιανής φιλοσοφίας του δικαίου» άρχισε τη δημοσίευση της σειράς των σοσιαλιστικών του έργων. Δημοσίευσε ακόμα μαζί με τον Φ. Ένγκελς την «Αγία οικογένεια, Ενάντια στον Μπρούνο Μπάουερ και Σία». Το έργο αυτό ήταν μια σατιρική κριτική μιας από τις τελευταίες μορφές που είχε πάρει ο τότε γερμανικός φιλοσοφικός ιδεαλισμός.

Ο Μαρξ, δίπλα στη μελέτη της πολιτικής οικονομίας και της ιστορίας της μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης, έβρισκε πάντα καιρό για να χτυπάει σε κάθε ευκαιρία την πρωσική κυβέρνηση. Η πρωσική κυβέρνηση, για να εκδικηθεί, ενέργησε και πέτυχε την άνοιξη του 1845 από την κυβέρνηση Γκιζό την απέλαση του Μαρξ από τη Γαλλία. Φαίνεται ότι ο κύριος Αλέξανδρος φον Χούμπολντ έπαιξε εδώ το ρόλο του μεσολαβητή. Ο Μαρξ εγκαταστάθηκε στις Βρυξέλλες και δημοσίευσε εκεί, το 1848 (σ.σ: στο πρωτότυπο αναφέρεται λαθεμένα η χρονολογία 1846), στα γαλλικά το “Discours sur le libre ecange” («Διατριβή για την ελεύθερη ανταλλαγή») και το 1847 τη “Misere dela philosophie” («Φιλοσοφία της αθλιότητας») του Προυντόν. Ταυτόχρονα, βρήκε την ευκαιρία να ιδρύσει στις Βρυξέλλες ένα γερμανικό εργατικό σύλλογο και έτσι άρχισε την πρακτική ζύμωση. Αυτή η δουλειά απόκτησε γι’ αυτόν μεγαλύτερη σημασία, όταν το 1847 μαζί με τους πολιτικούς του φίλους μπήκε στη μυστική «Ένωση των Κομμουνιστών» που υπήρχε από κάμποσα χρόνια. Όλη αυτή η οργάνωση άλλαξε τώρα ριζικά. Από λίγο πολύ-συνωμοτική ένωση μετατράπηκε σε μια απλή, μόνο στην ανάγκη μυστική, οργάνωση κομμουνιστικής προπαγάνδας, στην πρώτη οργάνωση του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος. Η ένωση υπήρχε παντού, όπου υπήρχαν γερμανικοί εργατικοί σύλλογοι. Σχεδόν σ’ όλους αυτούς τους συλλόγους της Αγγλίας, του Βελγίου, της Γαλλίας, της Ελβετίας και σε πάρα πολλούς συλλόγους της Γερμανίας, στο αναπτυσσόμενο γερμανικό εργατικό κίνημα, ήταν πολύ σημαντική. Ταυτόχρονα, ήταν η ένωσή μας η πρώτη, που τόνισε και απόδειξε στην πράξη το διεθνιστικό χαρακτήρα όλου του εργατικού κινήματος, είχε μέλη Άγγλους, Βέλγους, Ούγγρους, Πολωνούς κλπ, και οργάνωνε, ιδίως στο Λονδίνο, διεθνείς εργατικές συγκεντρώσεις.

Η μετατροπή της ένωσης έγινε σε δύο συνέδρια που συνήλθαν το 1847. Στο δεύτερο, αποφασίστηκε η σύνταξη και η δημοσίευση των βασικών αρχών του κόμματος σ’ ένα μανιφέστο, που θα το συνέτασσαν οι Μαρξ και Ένγκελς. Έτσι γεννήθηκε το «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1848, λίγο πριν από την επανάσταση του Φλεβάρη, και που κατοπινά μεταφράστηκε σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές γλώσσες. Η συμμετοχή του Μαρξ στη «Γερμανική εφημερίδα των Βρυξελλών» (σ.σ:  «Γερμανική εφημερίδα των Βρυξελλών» ήταν όργανο των Γερμανών φυγάδων στις Βρυξέλλες. Κυκλοφορούσε από το 1847 μέχρι τον Φλεβάρη του 1848. Από τον Σεπτέμβρη του 1847 διεύθυναν την εφημερίδα ο Μαρξ και ο Ένγκελς), που ξεσκέπαζε αμείλικτα την αστυνομική μακαριότητα της πατρίδας του, έδωσε την αφορμή στην πρωσική κυβέρνηση να επιδιώξει ξανά — χωρίς όμως να το κατορθώσει — την απέλαση του Μαρξ. Όταν όμως η επανάσταση του Φλεβάρη ξεσήκωσε λαϊκά κινήματα και στις Βρυξέλλες και φαινόταν ότι και το Βέλγιο βρισκόταν στις παραμονές μιας ανατροπής, η βελγική κυβέρνηση συνέλαβε χωρίς προσχήματα τον Μαρξ και τον απέλασε. Στο μεταξύ, τον είχε προσκαλέσει η προσωρινή κυβέρνηση της Γαλλίας μέσω του Φλοκόν να πάει πάλι στο Παρίσι και ο Μαρξ δέχτηκε αυτή την πρόσκληση.

Στο Παρίσι, αντιτάχθηκε πριν απ’ όλα στα τυχοδιωκτικά σχέδια που είχαν επινοήσει οι εκεί Γερμανοί, που θέλανε να συγκροτήσουν τους Γερμανούς εργάτες στη Γαλλία σε ένοπλες λεγεώνες, για να εισαγάγουν έτσι την επανάσταση και τη δημοκρατία στη Γερμανία. Από τη μια μεριά, έπρεπε να κάνει η Γερμανία την επανάσταση μονάχη της και, από την άλλη, κάθε σχηματιζόμενη ξένη επαναστατική λεγεώνα στη Γαλλία την πρόδιδαν προκαταβολικά οι Λαμαρτίνοι της προσωρινής κυβέρνησης στην κυβέρνηση που επιδίωκαν να ανατρέψουν, όπως έγινε και στο Βέλγιο και στη Βάδη.

Ύστερα από την επανάσταση του Μάρτη, ο Μαρξ πήγε στην Κολωνία και ίδρυσε εκεί τη «Νέα Εφημερίδα του Ρήνου», που έβγαινε από την 1η του Ιούνη 1848 έως τις 19 του Μάη 1849. Ήταν η μόνη εφημερίδα που εκπροσωπούσε την προλεταριακή άποψη μέσα στο τότε δημοκρατικό κίνημα. Το γεγονός μάλιστα ότι πήρε ανεπιφύλακτα το μέρος των επαναστατών του Ιούνη του 1848 είχε σαν αποτέλεσμα να αποχωρήσουν όλοι οι μέτοχοι της εφημερίδας. Μάταια κατάγγελλε η «Κρόϋτς Τσάϊτουγκ» (σ.σ: «Κρόϋτς Τσάϊτουγκ», δηλαδή «Εφημερίδα του Σταυρού», έλεγαν τότε την αντιδραστική μοναρχική καθημερινή εφημερίδα «Νέα Πρωσική Εφημερίδα» που έβγαινε στο Βερολίνο από το 1848 και είχε στην προμετωπίδα ένα σταυρό) την αναίδεια Κιμποράσο (σ.σ: Κιμποράσο, μια από τις πιο ψηλές βουνοκορφές της Νότιας Αμερικής), με την οποία η «Νέα Εφημερίδα του Ρήνου» πρόσβαλε όλα τα άγια, από το βασιλιά και τον αντιπρόσωπο του Ράιχ μέχρι το χωροφύλακα και αυτό γινόταν μέσα σ’ ένα πρωσικό φρούριο που είχε τότε μια φρουρά από 800 άντρες. Μάταια αγανακτούσαν οι φιλελεύθεροι φιλισταίοι της Ρηνανίας που έγιναν απότομα αντιδραστικοί, μάταια με βάση την κατάσταση πολιορκίας στην Κολωνία το φθινόπωρο του 1848 έκλεισαν για πολύ καιρό την εφημερίδα, μάταια κατάγγελλε το αυτοκρατορικό υπουργείο δικαιοσύνης της Φρανκφούρτης στην εισαγγελία της Κολωνίας ένα προς ένα τα άρθρα για δικαστική δίωξη. Το φύλλο εξακολούθησε να συντάσσεται και να τυπώνεται ήσυχα εμπρός στα μάτια της αστυνομίας και όσο οξύνονταν οι επιθέσεις ενάντια στην κυβέρνηση και την αστική τάξη — τόσο μεγάλωνε η κυκλοφορία και η φήμη της εφημερίδας. Όταν, τον Νοέμβρη του 1848, έγινε το πραξικόπημα στην Πρωσία, η «Νέα Εφημερίδα του Ρήνου» έβαζε στην επικεφαλίδα κάθε φύλλου συνθήματα, καλώντας το λαό να αρνηθεί την πληρωμή των φόρων και να αντιμετωπίσει τη βία με τη βία. Γι’ αυτό, καθώς και για ένα άλλο άρθρο, παράπεμψαν τη «Νέα Εφημερίδα του Ρήνου» την άνοιξη του 1849 στο ορκωτό δικαστήριο, αλλά και τις δύο φορές αθωώθηκε. Τελικά, όταν καταπνίγηκαν οι εξεγέρσεις του Μάη του 1849 στη Δρέσδη και στην επαρχία του Ρήνου και όταν, ύστερα από συγκέντρωση και κινητοποίηση μεγάλων στρατιωτικών δυνάμεων, άρχισε η πρωσική εκστρατεία ενάντια στην εξέγερση της Βάδης και του Παλατινάτου, η κυβέρνηση νόμισε ότι ήταν αρκετά δυνατή, για να απαγορεύσει με τη βία τη «Νέα Εφημερίδα του Ρήνου». Το τελευταίο φύλλο — τυπωμένο με κόκκινη μελάνη — εκδόθηκε στις 19 του Μάη. Ο Μαρξ πήγε πάλι στο Παρίσι, λίγες όμως εβδομάδες αργότερα, ύστερα από τις διαδηλώσεις στις 13 του Ιούνη 1849, υποχρεώθηκε από τη γαλλική κυβέρνηση να διαλέξει: ή να πάει να εγκατασταθεί στη Βρετάνη ή να εγκαταλείψει τη Γαλλία. Προτίμησε το δεύτερο και πήγε και εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο, όπου μένει από τότε χωρίς διακοπή. Μπροστά στην αντίδραση που διαρκώς δυνάμωνε εγκαταλείφθηκε σε λίγο καιρό η προσπάθεια να επανεκδοθεί (το 1850) η «Νέα Εφημερίδα του Ρήνου» με τη μορφή επιθεώρησης (στο Αμβούργο). Αμέσως μετά το πραξικόπημα στη Γαλλία, τον Δεκέμβρη του 1851, ο Μαρξ δημοσίευσε τη «18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη» (Βοστόνη 1852, δεύτερη έκδοση, Αμβούργο 1869, λίγο πριν από τον πόλεμο). Το 1853, έγραψε τις «Αποκαλύψεις για τη δίκη των Κομμουνιστών στην Κολωνία» (που τυπώθηκε πρώτα στη Βασιλεία, αργότερα στη Βοστόνη, και τελευταία πάλι στη Λειψία).

Ύστερα από την καταδίκη των μελών της Ένωσης των Κομμουνιστών στην Κολωνία, ο Μαρξ αποτραβήχτηκε από την πολιτική ζύμωση και αφιερώθηκε, από τη μια, δέκα ολόκληρα χρόνια, στην έρευνα των πλούσιων θησαυρών που του πρόσφερε η βιβλιοθήκη του Βρετανικού Μουσείου στον τομέα της πολιτικής οικονομίας και, από την άλλη, στη συνεργασία του στο «Βήμα της Νέας Υόρκης», (“New York Daily Tribune” — δημοκρατική εφημερίδα που έβγαινε στη Νέα Υόρκη από το 1841 μέχρι το 1924. Ο Μαρξ συνεργάστηκε σ’ αυτήν από το 1851 μέχρι το 1862») όπου δημοσίευσε, μέχρι την έκρηξη του αμερικανικού εμφυλίου πολέμου, όχι μόνο ενυπόγραφες ανταποκρίσεις αλλά και πολλά κύρια άρθρα για ευρωπαϊκά και ασιατικά ζητήματα. Στο Λονδίνο ανατυπώθηκαν σε φυλλάδιο τα δριμύτατα άρθρα του ενάντια στο λόρδο Πάλμερστον που στηρίζονταν σε επισταμένη μελέτη των επίσημων αγγλικών ντοκουμέντων.

Το κείμενο γράφτηκε τον Ιούνιο του 1877.
Πηγή: Εκδόσεις «Γνώσεις»
Σύνταξη: Π. Βήχος και Πολιτικό Καφενείο