Μαρξισμός, φεμινισμός και «πολιτική των ταυτοτήτων» – Μέρος 2ο

Η στάση του μαρξισμού έναντι της γυναικείας καταπίεσης, του φεμινισμού και της μικροαστικής υστερίας της «πολιτικής των ταυτοτήτων».

Μαρξισμός φεμινισμός

Οι διασπαστικές αντιλήψεις

Δεν υπάρχει καμία απολύτως αμφιβολία ότι ο ρατσισμός είναι ένα σημαντικό ζήτημα στην καπιταλιστική κοινωνία. Χρησιμοποιούταν πάντα από την άρχουσα τάξη για να διαιρείται και να αποδυναμώνεται η εργατική τάξη, αντιπαραθέτοντας τη μια κοινωνική ομάδα ενάντια στην άλλη με βάση την εθνικότητα, το χρώμα, τη γλώσσα κ.λπ. Η πάλη κατά του ρατσισμού σε όλες του τις μορφές είναι, επομένως, προτεραιότητα για τους μαρξιστές, οι οποίοι πάντα θα παλεύουν να επιτύχουν τη μέγιστη δυνατή ενότητα της εργατικής τάξης στην πάλη της εναντίον του κεφαλαίου.

Σε καμία άλλη ανεπτυγμένη καπιταλιστική χώρα δεν έχει η πάλη κατά του ρατσισμού τόσο μεγάλη σημασία όσο στις ΗΠΑ. Η εμφάνιση του κινήματος «Black Lives Matter» είναι η έκφραση του πόθου εκατομμυρίων Αφρο-αμερικάνων να αντεπιτεθούν ενάντια στην αστυνομική βία, τις διακρίσεις και το ρατσισμό. Αυτό είναι απόλυτα προοδευτικό και πρέπει να υποστηριχτεί.

Ωστόσο, η προσπάθεια να «θεωρητικοποιηθεί» αυτό το φαινόμενο έχει οδηγήσει σε υπερβολές που μπορούν να έχουν αρνητικά αποτελέσματα, ειδικά για την πάλη των Αφρο-αμερικάνων για τα δικαιώματά τους. Οι μαρξιστές αποδέχονται με όλη τους την καρδιά την υποχρέωση να παλέψουν κατά του ρατσισμού και της αστυνομικής βίας, αλλά δεν είμαστε, παρόλα αυτά, υπόχρεοι να αποδεχτούμε μια μονόπλευρη και λανθασμένη ιδεολογία, που από τη μία πλευρά δεν κάνει τίποτα για να βοηθήσει αυτή την πάλη, και από την άλλη κάνει τα πάντα για να την εμποδίσει και να την αποδυναμώσει.

Η επονομαζόμενη διαθεματικότητα χωρίζει την καταπίεση σε μια πληθώρα διαφορετικών καταπιέσεων: «ρατσισμός», «σεξισμός», «ομοφοβία». Αυτές οι μορφές καταπίεσης αναμφισβήτητα υπάρχουν και πρέπει να τις καταπολεμήσουμε. Το πρόβλημα με τη «διαθεματικότητα» είναι ότι εστιάζει σε αυτά που μας χωρίζουν, αντί σε αυτά που μας ενώνουν, εστιάζοντας στους αμέτρητους συνδυασμούς καταπίεσης και στα λεγόμενα «προνόμια» που μπορεί να δέχεται κάποιο άτομο, συμπεραίνοντας ότι όλοι έχουμε διαφορετικά συμφέροντα. Αυτό οδηγεί τα διάφορα καταπιεσμένα στρώματα της εργατικής τάξης σε μεταξύ τους ανταγωνισμούς, αντί να προωθεί την αναγκαία συλλογική, μαχητική ταξική πάλη που απαιτείται για να πολεμήσουμε τη καταπίεση και να ξεμπερδέψουμε με την ταξική εκμετάλλευση.

Σύμφωνα με την εξέχουσα φεμινιστική προσωπικότητα Πατρίτσια Χιλ Κόλινς, «όλες οι ομάδες έχουν διαφορετικούς βαθμούς καταπίεσης και προνομίων» και «ανάλογα με το πλαίσιο, ένα άτομο μπορεί να είναι καταπιεστής, μέλος μιας καταπιεσμένης ομάδας ή ταυτόχρονα καταπιεστής και καταπιεσμένος». Χρησιμοποιεί το παράδειγμα των λευκών γυναικών που τιμωρούνται από το φύλο τους, αλλά έχουν προνόμια λόγω του χρώματος τους. Το πρόβλημα με αυτή την άποψη είναι ότι υποδηλώνει ότι αν ένα άτομο δεν βιώνει μια δεδομένη μορφή καταπίεσης, τότε είναι ένας καταπιεστής που ενδιαφέρεται να διατηρήσει αυτή τη μορφή καταπίεσης έναντι των άλλων. Αυτή η εστίαση στο άτομο ως πρωταρχικό υπεύθυνο της καταπίεσης χρησιμεύει μόνο για να εξατομικεύσει περαιτέρω τους αγώνες των καταπιεσμένων. Αλλά κανένα στρώμα της εργατικής τάξης δεν έχει συμφέρον για τη διατήρηση της καταπίεσης οποιουδήποτε άλλου. Ακριβώς το αντίθετο ισχύει.

Αντί να ενώσουν όλους τους καταπιεσμένους σε μια κοινή πάλη κατά του καπιταλισμού και του αστικού κράτους, οι «διαθεματικοί» θέλουν να «σπάσουν» την πάλη στα μικρότερα συστατικά της μέρη: στρέφοντας τις μαύρες γυναίκες ενάντια στους μαύρους άντρες, τις μαύρες γυναίκες με ειδικές ανάγκες ενάντια στις σωματικά ικανές μαύρες γυναίκες κ.λπ. Σπάζοντας σε κομμάτια και διαχωρίζοντας τα πράγματα με αυτό τον τρόπο, διασπούν το κίνημα, εκτρέπουν την προσοχή από τα κύρια ζητήματα και στρέφουν την κάθε διαφορετική ομάδα καταπιεσμένων ενάντια στην άλλη.

Έτσι, κάθε ξεχωριστό τμήμα καλείται να διεκδικήσει τα δικαιώματά του έναντι των άλλων. Έτσι, το κίνημα σπάει σε όλο και μικρότερα κομμάτια. Στο μεταξύ, οι πραγματικοί καταπιεστές, οι τραπεζίτες και οι καπιταλιστές, οι βαρόνοι των εφημερίδων και οι αρχηγοί της αστυνομίας, οι αντιδραστικοί και οι ρατσιστές, τρίβουν τα χέρια τους και κοιτάζουν με ευχαρίστηση το κίνημα να σπαταλά την ενέργειά του σε μυριάδες ανούσιες φιλονικίες και συγκρούσεις.

Αυτό οδηγεί σε επιθέσεις ορισμένων αγωνιστών εναντίον άλλων αγωνιστών για τα υποτιθέμενα «προνόμιά» τους. Έτσι, οι μαύροι άντρες θεωρούνται «προνομιούχοι» σε σχέση με τις μαύρες γυναίκες, και πάει λέγοντας. Η λίστα είναι ατελείωτη και το αναπόφευκτο αποτέλεσμα είναι η διαίρεση του κινήματος σε χιλιάδες κομμάτια. Αντί να διεξάγεται πάλη κατά του κοινού εχθρού, κάθε τμήμα των καταπιεσμένων σπαταλά το χρόνο του να καταφέρεται εναντίον κάθε άλλου τμήματος των καταπιεσμένων.

Αντί για μαζική πάλη, κάθε μικρή ομάδα αγωνιστών ασχολείται με τη δικιά της απομονωμένη πάλη πάνω σε συγκεκριμένα ζητήματα. Αλλά το θέμα δεν τελειώνει εδώ. Φτάνοντας στο λογικό συμπέρασμα αυτού του τρόπου σκέψης, καμία οργάνωση δεν είναι δυνατή, καθώς, αναπόφευκτα, κάθε άτομο είναι μοναδικό και έχει τη δικιά του μοναδική εμπειρία στον καπιταλισμό. Η συζήτηση για «συμμάχους» και προσέγγιση είναι απλά το προκάλυμμα για τη διασπαστική προσέγγιση που υιοθετούν.

Ένα παράδειγμα των παράλογων ακροτήτων, στις οποίες μπορούν να οδηγήσουν τέτοιες ιδέες, είναι το πρόσφατο ντελίριο πάνω στο ζήτημα της τρανσφοβίας. Ριζοσπαστικές φεμινίστριες, όπως η Ζουλί Μπιντέλ, η Ζερμέν Γκριρ και άλλες έκαναν μια σειρά από εμπρηστικά σχόλια για τις τρανσέξουαλ, κατηγορώντας τες βασικά ότι «δεν είναι αληθινές γυναίκες». Αυτή είναι μια έκφραση της εμμονής των πολιτικών ταυτότητας με τον καθορισμό σε ποια κατηγορία ανήκει κανείς (άντρας ή γυναίκα). Επιπρόσθετα, αντί να απαντήσουν πολιτικά στις ιδέες με τις οποίες διαφωνούν και οι δύο ομάδες απάντησαν με μποϋκοταρίσματα, μην επιτρέποντας η μία στην άλλη να μιλήσει, με διαμαρτυρίες και χουλιγκανισμούς που ακυρώνουν συζητήσεις και αποτρέπουν τον διάλογο.

Αν αληθεύει ότι κάθε τμήμα των καταπιεσμένων βιώνει την καταπίεση με διαφορετικό τρόπο, μπορεί με ισότιμη εγκυρότητα να υποστηριχτεί ότι κάθε ξεχωριστό άτομο, επίσης, βιώνει τα πράγματα διαφορετικά και, επομένως, κανείς άλλος δεν μπορεί να καταλάβει τα προβλήματά μου, τα οποία είναι η προσωπική μου ιδιοκτησία. Αυτό το επιχείρημα μας οδηγεί πίσω στο φιλοσοφικό βάλτο του υποκειμενικού ιδεαλισμού, που ο Λένιν κατέρριψε τόσο ολοκληρωτικά στο έργο του «Υλισμός και Εμπειριοκριτισμός». Ο υποκειμενικός ιδεαλισμός, ο οποίος είναι έμφυτος στην διαθεματικότητα, αποκαλύπτεται στο παρακάτω απόσπασμα της Πατρίτσια Χιλ Κόλινς: «Το σύμπλεγμα της κυριαρχίας στεγάζει πολλές ομάδες, κάθε μία με διαφορετικές εμπειρίες, προβλήματα και προνόμια που δημιουργούν διαφορετικές οπτικές γωνίες… Καμία ομάδα δεν έχει καθαρή οπτική γωνία. Καμία ομάδα δεν κατέχει μία θεωρία ή μεθοδολογία που της επιτρέπει να ανακαλύψει την απόλυτη “αλήθεια”».

Η ταξική σκοπιά εγκαταλείπεται

Σε κανένα από τα άρθρα και τους λόγους των «διαθεματικών» δε βρίσκει κανείς οποιαδήποτε αναφορά σε κάποια τάξη, πόσο μάλλον στην εργατική τάξη.

Σε αυτές τις σπάνιες στιγμές που κάποια τάξη αναφέρεται, δε χρησιμοποιείται ένας μαρξιστικός τρόπος έκφρασης, αλλά μια μορφή διάκρισης («ταξικισμός») – απλά μια από τις πολλές μορφές και σίγουρα όχι η σημαντικότερη. Η εργατική τάξη δεν είναι πια ο παραγωγός όλου του πλούτου, εκμεταλλευόμενη στην παραγωγική διαδικασία, αλλά ακόμα μια περίπτωση ανθρώπων, κατά των οποίων «γίνονται διακρίσεις»: ακόμα μια λυπηρή περίπτωση πρώην αριστερών, που έχουν εγκαταλείψει πλήρως την οπτική του κομμουνισμού και της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Αντί να βρουν τη ρίζα της καταπίεσης στην ταξική κοινωνία και τον καπιταλισμό, στην οικονομική κυριαρχία των τραπεζιτών και των καπιταλιστών, οι «διαθεματικοί» προσπαθούν να τη βρουν στην κοινωνική συμπεριφορά των ανθρώπων και της γλώσσας που χρησιμοποιούν. Η καταπίεση των γυναικών σήμερα δεν είναι το αποτέλεσμα της καπιταλιστικής σκλαβιάς, μα το αποτέλεσμα της χρήσης άδικης γλώσσας ή άδικων οργανωτικών δομών.

Από αυτή την οπτική γωνία, αυτό που χρειάζεται δεν είναι μια επανάσταση που να στοχεύει στη ριζική αναδιοργάνωση της κοινωνίας, αλλά η μεταρρύθμιση και η αλλαγή στην ιδιοσυγκρασία και στη συμπεριφορά των ανθρώπων. Ο στόχος δεν είναι η αλλαγή της κοινωνίας, αλλά ο αφηρημένος αγώνας για την ατομική αυτο-εκπλήρωση – άσχετα από το γεγονός του ότι όσο υπάρχει ο καπιταλισμός, τόσο θα υπάρχει και η εκμετάλλευση και η καταπίεση.

Το επαναστατικό κόμμα είναι ένα εργαλείο για την εργατική τάξη στον αγώνα της για την εξουσία. Δεν είναι μία μικρογραφία της νέας κοινωνίας, αλλά ο καταλύτης για τη δημιουργία της. Δε χρειάζεται βέβαια να αναφέρουμε το γεγονός ότι αγωνιζόμαστε ενάντια σε κάθε μορφή καταπίεσης στις γραμμές μας και στην πολιτική μας δράση. Ωστόσο, οι υπέρμαχοι της διαθεματικότητας φαντάζονται ότι μπορούν να χτίσουν μια αμόλυντη οργάνωση απαλλαγμένη από τέτοιες συμπεριφορές, ικανή να δημιουργήσει μία κοινωνία ελεύθερη από διακρίσεις. Δεν κατανοούν ότι κάθε οργάνωση βρίσκεται κάτω από την πίεση της κοινωνίας στην οποία βρίσκεται. Για παράδειγμα, η καταπίεση των γυναικών στον καπιταλισμό κάνει απίθανο να έχουμε ίση εκπροσώπηση αντρών και γυναικών στις περισσότερες οργανώσεις όσο υπάρχει ο καπιταλισμός. Πρέπει να αφαιρέσουμε όλα τα εμπόδια για τις γυναίκες και άλλες καταπιεσμένες ομάδες να συμμετάσχουν, αλλά δεν μπορούμε να αφαιρέσουμε τις πιέσεις της ταξικής κοινωνίας, όσο αυτή η κοινωνία συνεχίζει να υπάρχει.

Οι διαθεματικοί καταλήγουν να επικεντρώνουν όλη τους την ενέργεια στο χτίσιμο αυτού του ουτοπικού πρωτοτύπου της μελλοντικής κοινωνίας μέσα στα όρια της παλιάς αντί να χτίσουν μία οργάνωση που μπορεί να δώσει ένα τέλος σε αυτή την κοινωνία και τις διακρίσεις συνολικά. Αυτή η ιδεαλιστική αντίληψη είναι μια πλήρης άρνηση της υλιστικής και διαλεκτικής αντίληψης της κοινωνίας. Αυτή η ιδεαλιστική αντίληψη βλέπει τη διέξοδο στους τύπους «μεταρρυθμίσεων», που κομμάτια του κινήματος θέτουν στο προσκήνιο: «γλώσσα φυλετικά ουδέτερη», «φυλετικά ουδέτερη ανατροφή των παιδιών» κ.λπ. Με τέτοια μέσα, οι «διαθεματικοί» ανόητα φαντάζονται ότι με κάποιον τρόπο η ρίζα της καταπίεσης βρίσκεται σε κακές ιδέες οι οποίες μπορούν να «εξαλειφτούν μέσω της μόρφωσης», μια απόλυτα ρεφορμιστική και ουτοπική αντίληψη.

«Διαφορετικές σχολές του φεμινισμού»;

Τα τελευταία χρόνια γίναμε μάρτυρες μαζικών κινημάτων ενάντια στη καταπίεση και τις διακρίσεις σε πολλές χώρες. Από το κίνημα «Black Lives Matter» ενάντια στις δολοφονίες νεαρών μαύρων από την αστυνομία, στο δημοψήφισμα για τους ομοφυλόφιλους στην Ιρλανδία, το κίνημα υπέρ του δικαιώματος της έκτρωσης στη Πολωνία και το κίνημα ενάντια στη βία κατά των γυναικών στην Αργεντινή, στο Μεξικό και σε άλλες χώρες. Τα κινήματα αυτά αντικατοπτρίζουν ένα προοδευτικό αίσθημα με το οποίο οφείλουμε να συνδεθούμε και εμπεριέχουν κι ένα στοιχείο αμφισβήτησης του συστήματος στο σύνολο του.
Στην Ισπανία, η απεργία στις 8 Μάρτη και το κίνημα ενάντια στη συμμορία βιαστών «La Manada» (αγέλη λύκων), στα οποία συμμετείχαν χιλιάδες έως εκατομμύρια κόσμου, έγιναν κάτω από τη ταμπέλα του φεμινισμού. Στα μάτια του κόσμου η λέξη αυτή έχει ταυτιστεί με «την πάλη για την ισότητα των γυναικών». Ωστόσο, οι ηγέτες των οργανώσεων που καλούσαν στη φεμινιστική απεργία της 8ης Μάρτη είναι φεμινιστές με την έννοια που αντιστοιχεί στη φεμινιστική θεωρία. Υποστηρίζουν ότι η πάλη για τη γυναικεία απελευθέρωση πρέπει να είναι «οριζόντια» (δηλαδή να διαπερνά ταξικές και πολιτικές γραμμές), ότι οι άντρες μπορούν στη καλύτερη περίπτωση να θεωρούνται «σύμμαχοι» και δε θα έπρεπε να συμμετέχουν στην απεργία, αλλά θα έπρεπε να αντικαταστήσουν τις γυναίκες (που απεργούσαν) στις δουλείες τους, και τέλος προωθούν την ιδέα ότι η γυναικεία εκμετάλλευση στον καπιταλισμό υφίσταται στην αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, οπότε θα πρέπει να παλέψουμε για «μισθούς για τις δουλειές σπιτιού». Καθώς το κίνημα απέκτησε μαζικά χαρακτηριστικά, πολλοί από τους συμμετέχοντες αγνοούσαν πολλές από αυτές τις ιδέες.
Με βάση τις συνθήκες αυτές κάποιοι υποστήριξαν ότι οι μαρξιστές θα μπορούσαν να υιοθετήσουν τη λέξη «φεμινιστής» και να περιγράφουμε και τους εαυτούς μας έτσι. Δε θεωρούμε ότι αυτό είναι σωστό, ούτε κι απαραίτητο. Προφανώς, θα ήταν σημαντικό πολιτικό λάθος ένας μαρξιστής να ξεκινά να επιχειρηματολογεί με μία πολεμική πάνω στη σημασία της λέξης «φεμινισμός». Αυτό που οφείλουμε να κάνουμε, όπως και σε κάθε παρέμβαση μας στο μαζικό κίνημα, είναι να προβάλουμε τα πιο προοδευτικά και επαναστατικά του στοιχεία και να προτείνουμε, με έναν θετικό-φιλικό τρόπο το δικό μας πρόγραμμα και στρατηγική. Χρειάζεται να επιχειρηματολογούμε, με συντροφικό τρόπο, ενάντια στις λανθασμένες κι αντιπαραγωγικές ιδέες που προωθούν οι ηγέτες του κινήματος, και την ίδια στιγμή να συνδεόμαστε με το επαναστατικό κλίμα που εμπνέει τις μάζες. Αυτό έχουμε κάνει μέχρι στιγμής, στο Μεξικό, στην Ιταλία (όπου υπήρξε ένα μαζικό κίνημα γύρω από την 8η Μαρτίου το 2017) και στην Ισπανία. Το γεγονός ότι δεν αποκαλούμε τους εαυτούς μας «φεμινιστές» δεν αποτέλεσε εμπόδιο στη παρέμβαση μας.

Πολλοί νεαροί άνδρες και γυναίκες αυτοαποκαλούνται φεμινιστές και φεμινίστριες, χωρίς να είναι τέτοιοι από μία μαρξιστική σκοπιά. Αρχίζουν να διαπιστώνουν την ανισότητα στην κοινωνία και αυτό που προσπαθούν να πουν αυτοχαρακτιριζόμενοι φεμινιστές είναι ότι τάσσονται κατά της καταπίεσης των γυναικών και ότι είναι υπέρ της ισότητας. Αυτή μπορεί να είναι η αφετηρία για να κερδηθούν στις επαναστατικές ιδέες του μαρξισμού.

Οι φεμινιστές και οι φεμινίστριες συχνά κατηγορούν την «πατριαρχία» για τα περισσότερα προβλήματα της κοινωνίας. Είναι αλήθεια ότι η υποδούλωση των γυναικών είναι η αρχαιότερη μορφή σκλαβιάς και ταξικής κυριαρχίας και υπάρχει για χιλιάδες χρόνια. Όμως μόνο η θεμελιώδης αναδιοργάνωση της κοινωνίας μπορεί να τερματίσει μια για πάντα την απαίσια αυτή σκλαβιά. Και μια τέτοια θεμελιώδης αλλαγή μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μέσα από την ενιαία επαναστατική δράση της εργατικής τάξης. Αυτό προϋποθέτει την ενότητα στη δράση των ανδρών και γυναικών εργαζόμενων, που θα παλεύουν για τη χειραφέτηση τους σαν τάξη.

Οι φεμινιστές τείνουν να αντιμετωπίζουν την πατριαρχία σαν μια δομή ξεχωριστή από την ταξική κοινωνία. Αυτό τους οδηγεί αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι η πάλη για την χειραφέτηση των γυναικών είναι κάτι ξεχωριστό από την πάλη για την απελευθέρωση της εργατικής τάξης. Αυτή είναι μια αντιδραστική και διαιρετική ιδέα, που είναι υπαρκτή, αν και λιγότερο έντονα, ανάμεσα σε αυτούς που καλούν τους εαυτούς τους «μαρξιστές φεμινιστές» ή «σοσιαλιστές φεμινιστές».

Η πλήρης χειραφέτηση των γυναικών μπορεί να επιτευχθεί μόνο με μια κοινωνική επανάσταση, η οποία θα καταργήσει το έδαφος εκμετάλλευσης πάνω στο οποίο βασίζεται η καταπίεση των γυναικών. Μήπως αυτό σημαίνει ότι οι μαρξιστές αγνοούμε τον αγώνα για τη βελτίωση της θέσης των γυναικών μέσα στον καπιταλισμό; Φυσικά και όχι! Αγωνιζόμαστε ενάντια ακόμα και στη μικρότερη εκδήλωση διακρίσεων και καταπίεσης των γυναικών. Αυτή είναι η προϋπόθεση για την επίτευξη της μαχητικής ενότητας των ανδρών και των γυναικών εργαζομένων.

Μερικές φορές υποστηρίζεται ότι υπάρχουν διαφορετικές φεμινιστικές σχολές σκέψης, και αυτό είναι αναμφισβήτητα αληθές. Είναι επίσης γεγονός ότι υπάρχουν πολλά διαφορετικά είδη αναρχισμού, και ορισμένα είναι καλύτερα από τα άλλα. Αλλά αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι υπάρχει μια σαφής διαχωριστική γραμμή μεταξύ του μαρξισμού και του αναρχισμού.

Αν και υπάρχουν διαφορετικά είδη αναρχικών, όλοι έχουν το ίδιο είδος προκαταλήψεων, στον ένα ή τον άλλο βαθμό. Ο τρόπος για να κερδίσουμε τους αναρχικούς που είναι πιο κοντά στον κομμουνισμό δεν είναι να προσποιηθούμε ότι αυτές οι διαφορές δεν υφίστανται ή να πούμε στους αναρχικούς: «Βλέπετε! Όλοι αγωνιζόμαστε για το ίδιο πράγμα!» Αντίθετα, ο τρόπος για να διαλύσουμε τη σύγχυση ενός τίμιου αναρχικού είναι να εξηγήσουμε τη διαφορά ανάμεσα στις μπερδεμένες και μη επιστημονικές ιδέες του αναρχισμού και τις σαφείς επιστημονικές ιδέες του επαναστατικού μαρξισμού.

Την εποχή της ρωσικής επανάστασης ορισμένοι περιέγραφαν τους εαυτούς τους ως «κομμουνιστές αναρχικούς». Ως αποτέλεσμα της εμπειρίας της επανάστασης, τα καλύτερα προλεταριακά στοιχεία μεταξύ αυτών των αναρχικών κινήθηκαν πιο κοντά στον μπολσεβικισμό και πολέμησαν μαζί με τους Μπολσεβίκους στην επανάσταση και τον εμφύλιο πόλεμο. Πολλοί από αυτούς εντάχθηκαν στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Η τάση του «αναρχο-κομμουνισμού» αντιπροσώπευε ένα είδος πορείας ή μεταβατικού σταδίου στο κίνημα προς τον κομμουνισμό.

Κατά τον ίδιο τρόπο, ορισμένα είδη φεμινισμού είναι πιο προοδευτικά από άλλα. Οι μαρξιστές πρέπει να πολεμήσουν με κάθε μέσο που διαθέτουν για την πλήρη χειραφέτηση των γυναικών. Κάποιος μπορεί να ρωτήσει ποιός είναι ο ακριβής ορισμός του φεμινισμού. Αυτό είναι ένα ερώτημα που είναι αδύνατο να απαντηθεί με ένα ξεκάθαρο τρόπο. Είναι ένας όρος που χρησιμοποιούν οι συντηρητικοί και οι φιλελεύθεροι, οι προοδευτικοί και οι αριστεροί. Χρησιμοποιείται από τη μία πλευρά, ως δικαιολογία για την εισβολή στο Αφγανιστάν, υποτίθεται για την προστασία των δικαιωμάτων των γυναικών και την ίδια στιγμή χρησιμοποιείται από ανθρώπους που παλεύουν για την ισότητα και τη χειραφέτηση. Ακόμη και στην Ισπανία, το δεξιό κόμμα που βρισκόταν στην εξουσία χρησιμοποίησε επίσης μωβ κορδέλες στις 8 Μάρτη για να δείξει ότι αποτελείται επίσης από «φεμινιστές»! Το λεξικό του πανεπιστημίου της Οξφόρδης το προσδιορίζει ως: «Η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των γυναικών στη βάση της ισότητας των φύλων.» Αυτός ο ορισμός δείχνει το κεντρικό πρόβλημα του όρου: ότι δε λέει τίποτα ουσιαστικό από ταξική σκοπιά.

Ο φεμινισμός μπορεί καλύτερα να προσδιοριστεί από το τι δεν είναι: δε δίνει απαντήσεις στο πως γεννήθηκε η καταπίεση και στο πως μπορεί να καταπολεμηθεί και να εξαλειφθεί. Όλα τα διαφορετικά ήδη φεμινισμού έχουν τις δικές τους απαντήσεις, αν έχουν απαντήσεις. Ο φεμινισμός υπονοεί ότι μπορεί με κάποιο τρόπο να αποτιναχθεί η καταπίεση των γυναικών πριν αφαιρεθεί το βασικό αίτιο αυτής της καταπίεσης: η καπιταλιστική ταξική κοινωνία γενικά. Αντί να ξεκαθαρίζει, θολώνει τις ταξικές γραμμές. Όλα τα είδη φεμινισμού επικεντρώνονται στα συμπτώματα όχι στα αίτια. Ως μαρξιστές πρέπει να πούμε τα πράγματα με το όνομα τους. Χρειαζόμαστε μία ξεκάθαρη διαχωριστική γραμμή με το φεμινισμό. Αυτό δεν το κάνουμε γιατί δεν παλεύουμε υπέρ των «δικαιωμάτων των γυναικών στη βάση της ισότητας των φύλων», αλλά γιατί ακόμα και το «καλύτερο είδος» φεμινισμού προκαλεί σύγχυση και μία λανθασμένη αίσθηση δια-ταξικής ενότητας στη βάση του κοινού φύλου.

Γι’ αυτό δεν έχει κανένα νόημα να αποκαλούμαστε «μαρξιστές φεμινιστές». Για την ακρίβεια είναι αντιπαραγωγικό και δεν μας βοηθά να ξεκαθαρίσουμε το ζήτημα σε ειλικρινείς νέους αγωνιστές που αυτοαποκαλούνται φεμινιστές. Αντίθετα, πρέπει να εξηγήσουμε ανοιχτά γιατί δεν είμαστε φεμινιστές, ώστε να βοηθήσουμε αυτούς τους αγωνιστές στο δρόμο τους προ τον μαρξισμό και για να μη δημιουργήσουμε μία γέφυρα για το πέρασμα μικροαστικών, αταξικών ιδεών και του φιλοσοφικού ιδεαλισμού προς τις γραμμές των μαρξιστών.

Αν και δε μπορούμε να αυτοαποκαλούμαστε φεμινιστές, δε πρέπει με κανέναν τρόπο να δίνουμε την εντύπωση ότι είμαστε αδιάφοροι για τη βαθιά αγανάκτηση που νιώθουν οι μάζες των γυναικών εργατριών που υποφέρουν από μια διπλή καταπίεση. Και ούτε πρέπει να δίνουμε την αίσθηση ότι οι μαρξιστές υποτάσσουν τον αγώνα για γυναικεία απελευθέρωση σε ένα μακρινό σοσιαλιστικό μέλλον. Κάτω από τη ταμπέλα του φεμινισμού, παρά τις όποιες αντιφάσεις και περιορισμούς του, μια νέα γενιά γυναικών εισέρχεται στον αγώνα ενάντια στη υπάρχουσα κατάσταση. Ξεκινώντας από αυτή τη συγκεκριμένη πραγματικότητα και αναγνωρίζοντας το επαναστατικό της δυναμικό, οφείλουμε να βρούμε τον τρόπο να συνδέσουμε τη διαχρονική καταπίεση των γυναικών με τις συγκεκριμένες συνθήκες της εποχής της καπιταλιστικής αποσύνθεσης.
Με τον ίδιο τρόπο που σαν μαρξιστές δεν είμαστε απλώς συνδικαλιστές, αλλά κάνουμε επαναστατική δουλειά στα συνδικάτα και απαιτούμε ένα μαχητικό συνδικαλισμό, πρέπει να συμμετέχουμε σε κάθε μαζικό γυναικείο κίνημα, προσπαθώντας να του δώσουμε το πιο μαχητικό χαρακτήρα και συνδέοντας τα άμεσα αιτήματα με την ανάγκη μιας θεμελιώδους κοινωνικής αλλαγής. Είναι υποχρέωση μας να γεφυρώσουμε τις δημοκρατικές διεκδικήσεις των γυναικών και τη πάλη τους για ισότητα με την ιδέα ενός κοινού αγώνα όλων των εργαζόμενων ενάντια σε ένα καταπιεστικό σύστημα, εστιάζοντας στην ανάγκη της ενότητας για να πετύχουμε ένα αποφασιστικό τελειωτικό χτύπημα ενάντια στον καπιταλισμό, που συνεχώς προσπαθεί να διασπάσει την εκμεταλλευόμενη τάξη ώστε να διαιωνίσει τη κυριαρχία του.

Με το να λες ότι είσαι «μαρξιστής φεμινιστής» καταλήγεις να υπονοείς ότι ο μαρξισμός δεν περιλαμβάνει την πάλη για ισότητα. Είναι αλήθεια ότι ο σταλινισμός δεν το έκανε αυτό. Αλλά όπως δίνουμε μία μάχη ενάντια στο σταλινισμό για την αποκατάσταση της μαρξιστικής κληρονομιάς πρέπει να το κάνουμε και σε αυτό το πεδίο. Όπως επιχειρηματολογούμε ότι ο σταλινισμός δεν είναι μαρξισμός και ότι το καθεστώς της σταλινικής γραφειοκρατίας δεν ήταν σοσιαλισμός, κατά τον ίδιο τρόπο πρέπει να επιχειρηματολογήσουμε ότι η σταλινική οπτική απέναντι στις γυναίκες, την ομοφυλοφιλία κ.λπ. δεν έχει τίποτα κοινό με το μαρξισμό.

Εξ ορισμού, η κατηγορία «γυναίκες» περιλαμβάνει γυναίκες από όλες τις τάξεις- τάξεις με αντιτιθέμενα συμφέροντα. Καθώς θολώνει αυτές τις αποφασιστικές ταξικές αντιθέσεις ο φεμινισμός δεν μπορεί να συμφιλιωθεί με το μαρξισμό, ο οποίος ξεκινά με τη μαρξιστική ανάλυση. Αν θέλουμε να κερδίσουμε στις τάξεις μας τους φεμινιστές και τις φεμινίστριες που κινούνται προς το μαρξισμό, αυτό μπορεί να γίνει μόνο με την απόλυτη σταθερότητα των αρχών μας. Πρέπει να τονίζουμε επανειλημμένα ότι η πλήρης χειραφέτηση των γυναικών μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της ταξικής ενότητας. Ταυτόχρονα, πρέπει να είμαστε στην πρώτη γραμμή όλων των αγώνων κατά των διακρίσεων και της ανισότητας, αγωνιζόμενοι για ακόμη και το μικρότερο αίτημα που τείνει να προάγει την ισότητα και αντιτίθεται σε οποιαδήποτε μορφή καταπίεσης ή διάκρισης, όπως:

α) Ίση αμοιβή για εργασία ίσης αξίας.
β) Ο τερματισμός της λιτότητας (που πλήττει δυσανάλογα τις γυναίκες, μειώνοντας τους μισθούς τους και αναγκάζοντάς τους να κάνουν περισσότερη οικιακή εργασία, φροντίζοντας τους νέους και τους ηλικιωμένους, ώστε να αντισταθμίσουν την έλλειψη κοινωνικών υπηρεσιών)
γ) Δικαίωμα στην άμβλωση
δ) Δωρεάν υγειονομική περίθαλψη για όλους, που περιλαμβάνει κέντρα κατά της οικογενειακής βίας και κέντρα αμβλώσεων
ε) Πλήρως αμειβόμενη άδεια μητρότητας
στ) Μεγάλο πρόγραμμα κοινωνικής οικοδόμησης κατοικιών
ζ) Ένα εκτεταμένο δίκτυο δωρεάν και υψηλής ποιότητας παιδικών σταθμών, που καλύπτει τις πραγματικές ώρες εργασίας των μητέρων
η) Δωρεάν και υψηλής ποιότητας φροντίδα ηλικιωμένων, στο σπίτι τους ή και εκτός
θ) Η παροχή δωρεάν υπηρεσιών εστίασης και πλυντηρίου
ι) Δωρεάν, υψηλής ποιότητας, εστιατόρια στο χώρο εργασίας και στα σχολεία

Ωστόσο, η προϋπόθεση για μια επιτυχή πάλη στο χώρο εργασίας είναι η ενότητα ανδρών και γυναικών εργαζομένων ως εργαζομένων. Η θεμελιώδης γραμμή οριοθέτησης των ιδεολογιών είναι ότι ο μαρξισμός εξηγεί την κοινωνία σύμφωνα με τις κοινωνικές τάξεις και όχι από την σκοπιά του φύλου. Η πιο θεμελιώδης διαίρεση στην κοινωνία είναι αυτή μεταξύ εργατών και καπιταλιστών, εκμεταλλευομένων και εκμεταλλευτών. Υπάρχουν φυσικά και άλλα είδη καταπίεσης. Αλλά σε τελευταία ανάλυση, κανένα από αυτά δεν μπορεί να ξεριζωθεί στη βάση του καπιταλισμού.

Όπως και για κάθε άλλο θέμα (μισθοί, συντάξεις, στέγαση, υγεία, συνθήκες εργασίας), η καθημερινή προσπάθεια για πρόοδο υπό τον καπιταλισμό είναι ο μόνος τρόπος να κινητοποιηθεί και να οργανωθεί η εργατική τάξη για την προετοιμασία της ανατροπής του καπιταλισμού και σε αυτή την προσπάθεια, οι εργαζόμενες γυναίκες θα παίξουν έναν απολύτως ζωτικό ρόλο.

Φυσικά χαιρετίζουμε το γεγονός ότι υπάρχουν φεμινίστριες που έχουν αρχίσει να κατανοούν τους περιορισμούς του φεμινισμού. Αλλά αυτή η θετική τάση μπορεί να έχει σημασία μόνο ως ένα μεταβατικό στάδιο που τελικά οδηγεί στην υιοθέτηση μιας σταθερά επαναστατικής και ταξικής άποψης. Η πλήρης χειραφέτηση των γυναικών θα επιτευχθεί μέσω της επικράτησης της σοσιαλιστικής επανάστασης ή δεν θα επιτευχθεί καθόλου.

Συνεχίζεται

Απόσπασμα από κείμενο της Διεθνούς Μαρξιστικής Τάσης (IMT) με τίτλο «Μαρξισμός εναντίον Διαθεματικότητας».