icelantis 275575

Δεν είναι λίγες οι φορές που έχουμε δει επιχειρήσεις να κλείνουν και τράπεζες να βρίσκονται στο χείλος της καταστροφής. Ωστόσο η χρεοκοπία μιας ολόκληρης χώρας, όπως στη περίπτωση της Ισλανδίας, δεν πρόκειται για καθημερινό φαινόμενο. Μέχρι το 2008, η Ισλανδία παρουσιαζόταν ως το ιδανικό μέρος για να μένει κανείς και σαν μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης και σταθερότητας που όφειλε να ακολουθήσει κάθε σύγχρονη οικονομία. Τελικά, ο παραδεισένιος κόσμος της πιο απομακρυσμένης περιοχής της ευρωπαϊκής ηπείρου έγινε θρύψαλα κάτω από το βάρος των τεράστιων χρεών στα οποία είχε βασιστεί.

Οι μετέπειτα εξελίξεις φαντάζουν κάθε άλλο παρά αναμενόμενες! Η λαϊκή οργή και το μέγεθος της χρεοκοπίας οδήγησε την κυβέρνηση της χώρας να αρνηθεί να αποπληρώσει το χρέος που δημιούργησαν οι τράπεζες της, να διαγράψει τα χρέη των νοικοκυριών, να στείλει στο εδώλιο τον πρώην πρωθυπουργό της, καθώς και τραπεζικά στελέχη και να βρίσκεται πάλι σε τροχιά ανάκαμψης αποπληρώνοντας πρόσφατα ένα μέρος του δανείου που έλαβε από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Έτσι, το «παράδειγμα της Ισλανδίας» αποτελεί σήμερα πόλο έλξης για μεγάλη μερίδα κόσμου που εισέρχεται στο πολιτικό σκηνικό, ενώ το τελευταίο διάστημα εμφανίζεται όλο και συχνότερα στον πολιτικό λόγο της Αριστεράς. Ωστόσο, για να μη βγάλουμε βεβιασμένα συμπεράσματα, απαιτείται να δούμε αναλυτικότερα τι συνέβη στην Ισλανδία.

Τα «χρυσά» χρόνια

Η Ισλανδική οικονομία στο παρελθόν ήταν βασισμένη στην αλιεία και στους φυσικούς της πόρους, ενώ τις τελευταίες δεκαετίες κυρίαρχο ρόλο διαδραμάτισαν η βιομηχανία αλουμινίου και σιδηροπυριτών, καθώς και ο τουρισμός. Επίσης, η Ισλανδία αποτελούσε, σε μικρή βέβαια κλίμακα, ένα κράτος «σκανδιναβικού» τύπου, δηλαδή ένα κράτος «πρόνοιας» με υψηλό βιοτικό επίπεδο. Τίποτα δε φαινόταν να μπορεί να διαταράξει την ηρεμία που επικρατούσε στο απομονωμένο νησί.

Τα πράγματα αλλάζουν όταν ανεβαίνει στην εξουσία ο David Oddsson. Το 1991 γίνεται πρωθυπουργός ως επικεφαλής μιας κυβέρνησης συνασπισμού με το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα και δεν αργεί να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα «απελευθέρωσης της αγοράς». Το 1994, εισάγει τη χώρα στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο με στόχο τη συμμετοχή στην ευρωπαϊκή αγορά, ενώ για να προσεγγίσει επενδύσεις από το εξωτερικό μειώνει τη φορολογία στα κέρδη και αρχίζει ένα κύκλο εκτεταμένων ιδιωτικοποιήσεων.

Στο κέντρο της νέας αυτής πολιτικής βρίσκεται ο χρηματοπιστωτικός τομέας. Μέχρι το 2000, οι κρατικά ελεγχόμενες τράπεζες ακολουθούν μια ιδιαίτερα συντηρητική πολιτική δανεισμού και πίστωσης, ωστόσο κάτω από τη πίεση των καπιταλιστών, που ζηλεύουν τα τεράστια κέρδη των τραπεζών του εξωτερικού, το τραπεζικό σύστημα της Ισλανδίας περνάει σε ιδιώτες. Τα κριτήρια δανεισμού χαλαρώνουν και ρίχνονται στην αγορά τεράστια χρηματικά ποσά που δεν αντικατοπτρίζουν πραγματικά αγαθά, ούτε την κεφαλαιακή δυνατότητα των τραπεζών. Η περιορισμένη εσωτερική αγορά, λόγω του μεγέθους της χώρας, κατακτιέται γρήγορα και γίνονται ανοίγματα προς άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η βασική ιδέα που ακολουθήθηκε είναι απλή: οι διάφοροι επενδυτές, όπως τράπεζες, επενδυτικοί όμιλοι, επιχειρήσεις και λοιποί διεθνείς τζογαδόροι, δανείζονται χρήματα από περιοχές με χαμηλό επιτόκιο, για παράδειγμα την Ευρωζώνη, τα μετατρέπουν σε ισλανδικές κορόνες και τα δανείζουν πάλι σε τράπεζες, εταιρίες και νοικοκυριά στην Ισλανδία με μεγαλύτερο επιτόκιο. Η διαφορά μεταξύ των επιτοκίων είναι το κέρδος που καρπώνονται. Ουσιαστικά, βγάζουν χρήμα από το τίποτα!

Η κατάσταση αυτή συνεχίζεται όσο τα επιτόκια στην Ευρωζώνη είναι χαμηλά και υπάρχουν διαθέσιμα αποθέματα πίστωσης. Για δέκα χρόνια, οι πολιτικές της ελεύθερης αγοράς φέρνουν σχετική ευημερία. Από το 1995 έως το 2005 η ισλανδική οικονομία αναπτύσσεται με σταθερό ρυθμό, 5% το χρόνο. Χαρακτηριστική είναι και η 1η θέση που καταλαμβάνει η χώρα το 2007-2008 στην έκθεση του Ο.Η.Ε. για τον Δείκτη Ανθρώπινης Ανάπτυξης. Ωστόσο, η  μικρή χώρα της Βόρειας Ευρώπης μετατρέπεται σταδιακά σε ένα τεράστιο καζίνο, με όλο και περισσότερες επιχειρήσεις και τράπεζες να στρέφονται στον δανεισμό δημιουργώντας μια φούσκα που είναι έτοιμη να σκάσει. Τα στατιστικά μιλάνε από μόνα τους. Η εξάπλωση στην ευρωπαϊκή ήπειρο, ιδιαίτερα στη Βρετανία και την Ολλανδία, είχε σαν αποτέλεσμα ο αριθμός των πελατών να φτάνει τις 500.000, την ίδια στιγμή που ο πληθυσμός της χώρας μόλις ξεπερνούσε τις 300.000. Το χρέος εκτοξεύτηκε. Το καθαρό χρέος προς το εξωτερικό από 36% του Α.Ε.Π το 1980, μεγάλωσε σε 246% το 2007. Το χρέος των νοικοκυριών σε αναλογία με τους μισθούς από 21% το 1980, μεγάλωσε σε 227% το 2007. Το χρέος των επιχειρήσεων έφτανε το 300% του ΑΕΠ το 2007, ενώ την ίδια χρονιά οι τρεις μεγαλύτερες τράπεζες τις Ισλανδίας είχαν κεφάλαια που έφταναν 11 φορές το ΑΕΠ της χώρας και χρέος που άγγιζε τα 50 δις, όταν το ΑΕΠ έφτανε τα 9 δις.

Παρόλη τη διόγκωση των χρεών κανείς δε φαινόταν να ανησυχεί. Η κυβέρνηση το 2007 διοχετεύει 5 δις ευρώ για να καλύψει τη ζήτηση από το εξωτερικό. Οι παροδικές οπισθοχωρήσεις είναι αναιμικές και τρέφουν την απληστία των μεγάλων τραπεζών που συνεχίζουν ακάθεκτες να λεηλατούν ότι βρίσκεται στο δρόμο τους. Δεν αργούν να επεκταθούν και στις διαδικτυακές συναλλαγές, οι οποίες με τους πολύ ευνοϊκούς όρους, προσελκύουν ακόμα περισσότερους επενδυτές.

Η Κατάρρευση

Ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται ακάθεκτος, παρότι φαίνεται ότι ο παραμικρός άνεμος είναι ικανός να αποσταθεροποιήσει τη κατάσταση. Οι αρμόδιοι οργανισμοί, τυφλωμένοι από τα κέρδη της προηγούμενης περιόδου, αδυνατούν να δουν τη καταστροφή που έρχεται ακόμα και λίγο πριν τη κρίση. Το Μάιο του 2008, η Κεντρική Τράπεζα της Ισλανδίας δηλώνει ότι «η διόγκωση των τραπεζικών κεφαλαίων θα αποτελούσε πρόβλημα μόνο αν είχαμε μπροστά μας μια επικείμενη οικονομική κρίση, όμως κάτι τέτοιο είναι αδύνατο»! Τον Ιούλιο του 2008, το ΔΝΤ στην έκθεσή του υπογραμμίζει ότι η ισλανδική οικονομία είναι ευημερούσα και ευέλικτη, ενώ λίγες εβδομάδες πριν το τραπεζικό κραχ, τον Αύγουστο του 2008, ο Οργανισμός Τραπεζικής Εποπτείας μετά από ένα «στρες τεστ» στις τρεις μεγαλύτερες τράπεζες τονίζει ότι αυτές βρίσκονται σε στέρεη βάση και μπορούν να αντεπεξέλθουν σε ισχυρές δημοσιονομικές «δονήσεις».

Ωστόσο, το Σεπτέμβριο του 2008 η παγκόσμια κρίση κάνει την εμφάνισή της με τη πτώχευση της «Lehman Brothers», μιας από τις μεγαλύτερες επενδυτικές τράπεζες παγκοσμίως. Ο φόβος εξάπλωσης λόγω της αλληλεξάρτησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος παγκοσμίως φέρνει το χάος, ιδιαίτερα στους «επενδυτικούς οργανισμούς». Οι ισλανδικές τράπεζες που έχουν στενές σχέσεις με αυτούς σύντομα καταρρέουν.

Οι αρχές της χώρας παντελώς απροετοίμαστες μπροστά σε μια τέτοια κρίση σπεύδουν σε κινήσεις πανικού! Η ισλανδική κορόνα καταρρέει, ενώ η προσπάθεια περιορισμού της ζημιάς με το κλείσιμο του χρηματιστηρίου αποδεικνύεται άκαρπη. Η Κεντρική τράπεζα επεμβαίνει ενεργά περιορίζοντας τις συναλλαγές με τα ξένα νομίσματα, ενώ αυξάνει τα επιτόκια για να εμποδίσει τη φυγή των επενδυτών. Αντιμέτωποι με τα νέα δεδομένα οι παλιοί φίλοι και σύμμαχοι γυρίζουν τη πλάτη στην καταρρέουσα ισλανδική οικονομία. Η Μ. Βρετανία δεσμεύει τα περιουσιακά στοιχεία των ισλανδικών τραπεζών με τη βοήθεια ενός αντιτρομοκρατικού νόμου, με δικαιολογία τη προστασία των καταθέσεων. Στην πραγματικότητα, αυτός είναι ο τρόπος που οι καπιταλιστές και οι πολιτικοί τους εκπρόσωποι συμπεριφέρονται ο ένας στον άλλο. Η βρετανική κυβέρνηση, όπως και η ισλανδική δεν ενδιαφέρονται για τις τύχες των εργαζόμενων, αλλά για τα κέρδη μιας χούφτας παρασίτων και γίνεται ξεκάθαρο ότι θα κάνουν οτιδήποτε χρειαστεί για να τα διαφυλάξουν.

 Τελικά, η ισλανδική κυβέρνηση λαμβάνει δάνειο 6,4 δις ευρώ από το ΔΝΤ με τη σύμπραξη αρκετών ευρωπαϊκών κρατών κι ενώ τα τελευταία 20 χρόνια εξήρε τα πλεονεκτήματα της ελεύθερης οικονομίας περνάει σε έναν ασφυκτικό έλεγχο των οικονομικών της χώρας, σαν να βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση.

Πολιτική Κρίση και συνέπειες

Σχεδόν αμέσως το οικονομικό χάος εκφράζεται και στο πολιτικό πεδίο. Ο πρωθυπουργός της χώρας Haarde αναγκάζεται να παραιτηθεί κάτω από τη λαϊκή οργή. Το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα διασπάται από τις πιέσεις της βάσης και σταματάει τη συνεργασία με τα αστικά κόμματα. Μία εβδομάδα μετά τη πτώση του Haarde, αναλαμβάνει η πρώτη αριστερή κυβέρνηση. Απολύει αμέσως τον Oddsson, που τότε βρισκόταν στη διεύθυνση της Κεντρικής τράπεζας, αλλά πέρα από αυτό η σοσιαλδημοκρατία είναι ανίκανη να προτείνει κάποια εναλλακτική λύση. Δοκίμασε να περάσει αρκετές φορές μέτρα που να διασφαλίζουν τη πληρωμή των δανείων στη Βρετανία και την Ολλανδία, ενώ πρότεινε και την είσοδο της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι Ισλανδοί ωστόσο είχαν άλλοι γνώμη. Αρνήθηκαν να πληρώσουν αυτοί τα χρέη των τραπεζών δίνοντας βροντερή απάντηση μέσω δύο δημοψηφισμάτων και παραμένουν σκεπτικοί μέχρι σήμερα για την ένταξη της χώρας στην Ε.Ε.

Οι συνέπειες της τραπεζικής φούσκας άφησαν τα σημάδια τους στην ισλανδική οικονομία. Το χρηματιστήριο κατέρρευσε, οι αξίες των σπιτιών έπεσαν, η ανεργία ανέβηκε στο 8% για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες, οι εργαζόμενοι αναγκάστηκαν να δεχτούν μειώσεις μισθών και η πτώση της κορόνας εκτόξευσε τις τιμές των αγαθών στα ύψη. Επιπλέον, η κρίση προκάλεσε το μεγαλύτερο κύμα μετανάστευσης που είχε γνωρίσει ποτέ η χώρα! Σήμερα, γίνεται προσπάθεια να σταθεί ξανά στα πόδια της με τη «βοήθεια» πάντα του ΔΝΤ. Οι τράπεζες που αναδύθηκαν από τις στάχτες των παλιών αρχίζουν να πραγματοποιούν ξανά μεγάλα κέρδη και μόνο κάτω από τους λαϊκούς αγώνες έχουν πιεστεί να διαγράψουν χρέη νοικοκυριών που ακόμα υφίστανται τα δεινά μιας καταστροφής για την οποία δεν είχαν καμία ευθύνη.

Το «παράδειγμα» της Ισλανδίας

Ποιά είναι τελικά τα συμπεράσματα που βγάζουμε από το ισλανδικό παράδειγμα; Μπορούν να εφαρμοστούν στην Ελλάδα και να αποτελέσουν αξιόπιστη λύση; Μια διαγραφή του χρέους φαντάζει εύκολη υπόθεση, παρόλα αυτά, ενώ η πρόθεση είναι τίμια, οι αναλογίες δεν είναι οι ίδιες. Αρχικά, στην Ισλανδία κατάφεραν να μη πληρώσουν το χρέος των τραπεζών (και όχι το δημόσιο χρέος) για δύο βασικούς λόγους: α) Το μικρό απόλυτο μέγεθος του χρέους, το καθιστούσε απλώς μια σταγόνα στον ωκεανό της παγκόσμιας οικονομίας, ενώ ήταν κυριολεκτικά αδύνατο να πληρώσει μία χώρα χρέη που ήταν σχεδόν 11 φορές μεγαλύτερα από το ΑΕΠ της. β) Τα χρέη των ισλανδικών τραπεζών, αν και δε πληρώθηκαν από τους εργαζόμενους της χώρας, πέρασαν στο κράτος, όπως σε κάθε καπιταλιστική χώρα σήμερα, από την Αμερική έως την Ευρώπη και από εκεί, ο λογαριασμός στάλθηκε στους ευρωπαίους φορολογούμενους με τα δάνεια που σύναψε η νέα κυβέρνηση. Επιπλέον, αυτή τη στιγμή, το ισλανδικό χρέος είναι στα επίπεδα των μεσογειακών χωρών και η οικονομική συνταγή είναι πλέον γνωστή… Φαίνεται λοιπόν ξεκάθαρα πως μια διαγραφή του χρέους από μόνη της, μπορεί να δώσει μια παροδική ανάσα, αλλά δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση οριστική λύση.

Το σημαντικότερο μάθημα από το παράδειγμα του ισλανδικού λαού είναι ότι τίποτα δεν κατακτιέται χωρίς αγώνες. Μόνο μέσα από τις κινητοποιήσεις διαρκείας οι Ισλανδοί εργαζόμενοι και η νεολαία κατάφεραν να επηρεάσουν τα γεγονότα. Κι αν όλα αυτά συνέβησαν σε ένα μικρό νησί, είναι φανερό πως σε χώρες όπως η Ελλάδα, όπου το ντόπιο και ξένο κεφάλαιο δεν είναι καθόλου διατεθειμένα να χάσουν τα κέρδη τους, απαιτείται αγώνας οργανωμένος, συντονισμένος και διαρκής. Άρα γίνεται φανερό πως για να προστατευτούν οι εργαζόμενοι και τα φτωχά λαϊκά στρώματα από τις κρίσεις, που δεν αποτελούν αποτέλεσμα κάποιων «λαθεμένων» επιλογών, αλλά είναι αναπόσπαστα δεμένες με ένα σύστημα που θυσιάζει τα πάντα στο βωμό του κέρδους, απαιτείται ο αγώνας αυτός να οδηγεί στον δημοκρατικό σχεδιασμό της οικονομίας από τους ίδιους και να συνδεθεί με τον αγώνα όλων των εργαζόμενων της ηπείρου για μία διεθνιστική σοσιαλιστική λύση!