Το Κράτος

Το κράτος είναι μια εξειδικευμένη κατασταλτική δύναμη που στέκεται πάνω από την κοινωνία και ολοένα αποξενώνεται από αυτήν. Η δύναμη αυτή έχει τις ρίζες της στο μακρινό παρελθόν. Η καταγωγή του κράτους, ωστόσο, ποικίλλει ανάλογα με τις συνθήκες. Ανάμεσα στους Γερμανούς και τους Ιθαγενείς Αμερικάνους προήλθε από το λόχο, που συγκεντρωνόταν γύρω από το πρόσωπο του πολέμαρχου. Έτσι συνέβη επίσης στους Έλληνες, όπως βλέπουμε στα επικά ποιήματα του Ομήρου.

Στην αρχή, οι αρχηγοί των φυλών απολάμβαναν κύρος λόγω της προσωπικής τους γενναιότητας, της σοφίας και άλλων προσωπικών αρετών. Σήμερα, η δύναμη της άρχουσας τάξης δεν έχει καμία σχέση με τις προσωπικές αρετές των ηγετών, όπως συνέβαινε την εποχή της βαρβαρότητας. Βασίζεται σε αντικειμενικές κοινωνικές και παραγωγικές σχέσεις, καθώς και στη δύναμη του χρήματος. Τα χαρακτηριστικά του κάθε ηγέτη μπορεί να είναι καλά, κακά ή αδιάφορα, αλλά αυτό δεν έχει τόση σημασία.

Ήδη στις πιο πρώιμες μορφές ταξικών κοινωνιών, το κράτος παρουσιάστηκε σαν ένα τέρας, που κατασπάραζε τεράστια αποθέματα εργασίας, καταπίεζε τις μάζες και τους στερούσε κάθε δικαίωμα. Ταυτόχρονα, αναπτύσσοντας τον καταμερισμό της εργασίας, οργανώνοντας την κοινωνία και χρησιμοποιώντας τη συνεργασία σε ανώτερο από κάθε άλλη φορά επίπεδο, το κράτος κατέστησε δυνατό να κινητοποιηθεί ένα τεράστιο κομμάτι εργατικής δύναμης και έτσι ανύψωσε την ανθρώπινη παραγωγική εργασία σε πρωτοφανή ύψη.

Στη βάση τους, όλα αυτά εξαρτώνταν από την εργασία των αγροτικών μαζών. Το κράτος χρειαζόταν μεγάλο αριθμό χωρικών που να πληρώνουν φόρους και να παρέχουν καταναγκαστική εργασία – οι δύο πυλώνες, πάνω στους οποίους βασιζόταν η κοινωνία. Όποιος ελέγχει αυτό το σύστημα παραγωγής, ελέγχει την εξουσία και το κράτος. Η καταγωγή της κρατικής εξουσίας έχει λοιπόν τις ρίζες της στις σχέσεις παραγωγής, όχι στις προσωπικές αρετές. Η κρατική εξουσία σε τέτοιες κοινωνίες ήταν αναγκαστικά συγκεντρωτική και γραφειοκρατική. Αρχικά, είχε θρησκευτικό χαρακτήρα και ήταν αναμιγμένη με την εξουσία της κάστας των ιερέων. Στην κορυφή του βρισκόταν ο Βασιλιάς-Θεός, και κάτω από αυτόν ένας στρατός αξιωματούχων, Μανδαρίνοι, γραφείς, επόπτες κλπ. Η ίδια η ικανότητα της γραφής προκαλούσε δέος σαν μια μυστηριώδη τέχνη, που μόνο αυτοί οι λίγοι κατείχαν.

Επομένως, από πολύ νωρίς, τα γραφεία του κράτους μυθοποιούνται. Οι πραγματικές κοινωνικές σχέσεις παρουσιάζονται με μια αποξενωμένη μεταμφίεση. Αυτό συμβαίνει ακόμα. Στη Βρετανία, αυτή η παραπλάνηση καλλιεργείται συνειδητά μέσω των τελετών, της μεγαλοπρέπειας και της παράδοσης. Στις ΗΠΑ καλλιεργείται με άλλα μέσα: τη λατρεία του Προέδρου, που εκπροσωπεί την ενσάρκωση της κρατικής εξουσίας. Ωστόσο, ουσιαστικά, κάθε μορφή κρατικής εξουσίας αντιπροσωπεύει την κυριαρχία μιας τάξης πάνω στην υπόλοιπη κοινωνία. Ακόμα και στην πιο δημοκρατική της μορφή, αποτελεί τη δικτατορία μιας μόνο τάξης – της άρχουσας τάξης – της τάξης που έχει στην κατοχή και στον έλεγχό της τα μέσα παραγωγής.

Το σύγχρονο κράτος είναι ένα γραφειοκρατικό τέρας, που κατασπαράζει ένα τεράστιο κομμάτι του πλούτου που παράγεται από την εργατική τάξη. Οι μαρξιστές συμφωνούν με τους αναρχικούς πως το κράτος είναι ένα τερατώδες όργανο καταπίεσης που πρέπει να εξαλειφθεί. Το ερώτημα είναι: πώς, από ποιόν, τι θα το αντικαταστήσει. Αυτά είναι θεμελιώδη ερωτήματα για κάθε επανάσταση. Σε μια ομιλία πάνω στον αναρχισμό κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, που ακολούθησε τη Ρωσική Επανάσταση, ο Τρότσκι συνόψισε πολύ επιτυχημένα τη θέση των μαρξιστών για το κράτος:

«Η αστική τάξη λέει: μην αγγίζετε την εξουσία του κράτους, είναι το ιερό κληρονομικό προνόμιο των μορφωμένων τάξεων. Ενώ οι Αναρχικοί λένε: μην το αγγίζετε., είναι μια καταχθόνια εφεύρεση, μια διαβολική μηχανή, μην έχετε καμιά σχέση μαζί του. Οι αστοί λένε, μην το αγγίζετε, είναι ιερό. Οι αναρχικοί λένε, μην το αγγίζετε, γιατί είναι αμαρτωλό. Και οι δυο τους λένε: μην το αγγίζετε. Εμείς όμως λέμε: μην το αγγίζετε απλά, πάρτε το στα χέρια σας, βάλτε το να δουλεύει για τα δικά σας συμφέροντα, για την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και την απελευθέρωση της εργατικής τάξης.» (Leon Trotsky, How The Revolution Armed, Vol. 1, 1918)

Ο μαρξισμός εξηγεί ότι, σε τελική ανάλυση, το κράτος αποτελείται από ένοπλα σώματα ανδρών: τον στρατό, την αστυνομία, δικαστήρια και φυλακές. Ενάντια στις μπερδεμένες ιδέες των αναρχικών, ο Μαρξ υποστήριξε ότι οι εργάτες χρειάζονται ένα κράτος, για να ξεπεράσουν την αντίσταση των εκμεταλλευτικών τάξεων. Αλλά αυτό το επιχείρημα του Μαρξ έχει διαστρεβλωθεί τόσο από τους αστούς όσο και από τους αναρχικούς. Ο Μαρξ μίλησε για τη «δικτατορία του προλεταριάτου», που είναι απλώς ένας πιο ακριβής επιστημονικά όρος για την «πολιτική εξουσία της εργατικής τάξης».

Στις μέρες μας, η λέξη δικτατορία έχει συνεπαγόμενες έννοιες που ήταν άγνωστες στον Μαρξ. Σ’ αυτήν την εποχή που έχει γνωρίσει τα τρομερά εγκλήματα του Χίτλερ και του Στάλιν, ανασύρει τις εφιαλτικές εικόνες ενός ολοκληρωτικού τέρατος, στρατόπεδα συγκέντρωσης και μυστική αστυνομία. Αλλά αυτά τα πράγματα δεν υπήρχαν ούτε στη φαντασία στις μέρες του Μαρξ. Γι’ αυτόν, η λέξη δικτατορία προήλθε από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, όπου σήμαινε μια κατάσταση, στην οποία οι συνηθισμένοι κανόνες προσωρινά παραμερίζονταν σε καιρό πολέμου.

Ο Ρωμαίος δικτάτορας («κάποιος που διατάζει») ήταν ένας έκτακτος δικαστής (magistratus extraordinarius) με την απόλυτη εξουσία να εκτελεί καθήκοντα πέρα από τα συνηθισμένα καθήκοντα ενός δικαστή. Το αξίωμα αρχικά ονομαζόταν Magister Populi (Λαϊκός Άρχοντας), δηλαδή Άρχοντας του Στρατού των Πολιτών. Με άλλα λόγια, επρόκειτο για ένα στρατιωτικό ρόλο που σχεδόν πάντα περιελάμβανε την καθοδήγηση ενός στρατού στο πεδίο. Όταν η καθορισμένη περίοδος έληγε, ο δικτάτορας αποσυρόταν. Η ιδέα μιας ολοκληρωτικής δικτατορίας, όπως η Ρωσία του Στάλιν, όπου το κράτος θα καταπίεζε την εργατική τάξη για χάρη των συμφερόντων μιας προνομιούχας κάστας γραφειοκρατών, θα είχε τρομοκρατήσει το Μαρξ.

Το δικό του μοντέλο δε θα μπορούσε να είναι περισσότερο διαφορετικό. Ο Μαρξ βάσισε την ιδέα της δικτατορίας του προλεταριάτου στην Παρισινή Κομμούνα του 1871. Εδώ για πρώτη φορά, οι λαϊκές μάζες, με τους εργάτες επικεφαλής, ανέτρεψαν το παλιό κράτος και ξεκίνησαν επιτέλους το έργο της κοινωνικής αλλαγής. Χωρίς κανένα ξεκάθαρο σχέδιο δράσης, ηγεσία ή οργάνωση, οι μάζες επέδειξαν εκπληκτικό βαθμό θάρρους, πρωτοβουλίας και δημιουργικότητας. Συνοψίζοντας την εμπειρία της Παρισινής Κομμούνας, ο Μαρξ και ο Ένγκελς εξήγησαν: «Ένα πράγμα ειδικά αποδείχτηκε από την Κομμούνα, ότι δηλαδή “η εργατική τάξη δεν μπορεί απλά να καταλάβει τον έτοιμο κρατικό μηχανισμό, και να τον βάλει σε κίνηση για τους δικούς της σκοπούς”…» (Πρόλογος στη Γερμανική Έκδοση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου του 1871).

Η μετάβαση στο σοσιαλισμό – μια ανώτερη μορφή κοινωνίας βασισμένη στη γνήσια δημοκρατία και την αφθονία για όλους- μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της ενεργούς συμμετοχής της εργατικής τάξης στη διοίκηση της κοινωνίας, της βιομηχανίας και του κράτους. Δεν είναι κάτι που θα παραχωρηθεί στους εργάτες από καλοσυνάτους καπιταλιστές ή γραφειοκράτες μανδαρίνους.

Την εποχή του Λένιν και του Τρότσκι, το σοβιετικό κράτος ήταν δομημένο με σκοπό να διευκολύνει τη συμμετοχή των εργατών στα καθήκοντα του ελέγχου και της λογιστικής, ώστε να εξασφαλιστεί αδιάκοπη πρόοδος στη μείωση των «ειδικών λειτουργιών» της γραφειοκρατίας και της εξουσίας του κράτους. Αυστηρά όρια περιόριζαν τους μισθούς, την εξουσία και τα προνόμια των αξιωματούχων, ώστε να αποφευχθεί η δημιουργία μιας προνομιούχας κάστας.

Το εργατικό κράτος, που εγκαθιδρύθηκε από την Μπολσεβίκικη Επανάσταση το 1917, δεν ήταν ούτε γραφειοκρατικό ούτε ολοκληρωτικό. Αντίθετα, πριν η σταλινική γραφειοκρατία σφετεριστεί τον έλεγχο από τις μάζες, ήταν το πιο δημοκρατικό κράτος που υπήρξε ποτέ. Οι βασικές αρχές της σοβιετικής εξουσίας δεν εφευρέθηκαν από τον Μαρξ ή τον Λένιν. Βασίστηκαν στη συγκεκριμένη εμπειρία της Παρισινής Κομμούνας, τις οποίες επεξεργάστηκε αργότερα και ο Λένιν.

Ο Λένιν ήταν ο ορκισμένος εχθρός της γραφειοκρατίας. Πάντα τόνιζε ότι το μόνο κράτος που χρειάζεται το προλεταριάτο είναι «δομημένο με τέτοιο τρόπο, ώστε θα αρχίσει αμέσως να απονεκρώνεται και δε θα μπορεί παρά να απονεκρωθεί». Ένα γνήσιο εργατικό κράτος δεν έχει τίποτα κοινό με το γραφειοκρατικό τέρας που υπάρχει σήμερα, και ακόμα λιγότερο με αυτό που υπήρξε στη Σταλινική Ρωσία. Οι βασικές συνθήκες για την εργατική δημοκρατία διατυπώθηκαν σε ένα από τα πιο σημαντικά έργα του Λένιν, το «Κράτος και Επανάσταση»:

  • Ελεύθερες και δημοκρατικές εκλογές με το δικαίωμα της ανάκλησης όλων των αξιωματούχων.
  • Κανένας αξιωματούχος να μη λαμβάνει μισθό υψηλότερο από αυτόν ενός ειδικευμένου εργάτη.
  • Όχι μόνιμος στρατός ή αστυνομική δύναμη, αλλά ένοπλος λαός.
  • Σταδιακά, όλα τα διοικητικά καθήκοντα να εκτελούνται εκ περιστροφής από όλους. «Κάθε μάγειρας θα πρέπει να μπορεί να γίνει Πρωθυπουργός – όταν όλοι με τη σειρά είναι “γραφειοκράτες”, κανένας δεν μπορεί να είναι γραφειοκράτης.»

Αυτές ήταν οι συνθήκες που θέσπισε ο Λένιν, όχι για τον ολοκληρωμένο σοσιαλισμό ή κομμουνισμό, αλλά για την πολύ αρχική περίοδο ενός εργατικού κράτους – την περίοδο της μετάβασης από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό.

Τα Σοβιέτ των Εργατών και Στρατιωτών Αντιπροσώπων ήταν εκλεγμένα συμβούλια, που αποτελούνταν όχι από επαγγελματίες πολιτικούς και γραφειοκράτες αλλά από απλούς εργάτες, αγρότες και στρατιώτες. Δεν ήταν μια ξένη δύναμη που βρισκόταν πάνω από την κοινωνία, αλλά μια δύναμη που βασιζόταν στην άμεση πρωτοβουλία του λαού από κάτω. Οι νόμοι της δεν ήταν σαν τους νόμους που θεσπίζονται από μια καπιταλιστική κρατική εξουσία. Ήταν ένα εντελώς διαφορετικό είδος εξουσίας από αυτό που υπάρχει γενικά στις κοινοβουλευτικές αστικές δημοκρατίες του τύπου που ακόμα επικρατεί στις ανεπτυγμένες χώρες της Ευρώπης και της Αμερικής. Η εξουσία αυτή ήταν του ίδιου είδους με την Παρισινή Κομμούνα του 1871.

Είναι αλήθεια ότι σε συνθήκες αποκρουστικής καθυστέρησης, φτώχειας και αναλφαβητισμού, η ρωσική εργατική τάξη δεν μπόρεσε να κρατήσει την εξουσία που είχε κατακτήσει. Η επανάσταση υπέστη μια διαδικασία γραφειοκρατικού εκφυλισμού, που οδήγησε στην εδραίωση του σταλινισμού. Σε αντίθεση με τα ψέμματα των αστών ιστορικών, ο σταλινισμός δεν ήταν το προϊόν του μπολσεβικισμού αλλά ο χειρότερος εχθρός του. Ο Στάλιν έχει περίπου την ίδια σχέση με τον Μαρξ και τον Λένιν, όσο ο Ναπολέων με τους Γιακοβίνους ή ο Πάπας με τους πρώτους χριστιανούς.

Η νεαρή Σοβιετική Ένωση δεν ήταν στην πραγματικότητα καθόλου ένα κράτος με την έννοια που συνήθως καταλαβαίνουμε, παρά μόνο η οργανωμένη έκφραση της επαναστατικής δύναμης του εργαζόμενου λαού. Για να χρησιμοποιήσουμε τη φράση του Μαρξ, ήταν ένα «ημι-κράτος», ένα κράτος σχεδιασμένο, έτσι ώστε τελικά να απονεκρωθεί και να διαλυθεί μέσα στην κοινωνία, ανοίγοντας το δρόμο για τη συλλογική διοίκηση της κοινωνίας για το συμφέρων όλων, χωρίς βία ή καταναγκασμό. Αυτή, και μόνο αυτή, είναι η γνήσια μαρξιστική αντίληψη ενός εργατικού κράτους.

Η άνοδος της αστικής τάξης

Ο Τρότσκι επισήμανε ότι η επανάσταση είναι η κινητήρια δύναμη της ιστορίας. Δεν είναι τυχαίο ότι η άνοδος της αστικής τάξης στην Ιταλία, την Ολλανδία, την Αγγλία και αργότερα στη Γαλλία, συνοδεύτηκε από μια εξαιρετική άνθηση του πολιτισμού, της τέχνης και της επιστήμης. Στις χώρες, όπου η αστική επανάσταση θριάμβευσε στο 17ο και 18ο αιώνα, η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και της τεχνολογίας συμπληρώθηκε με παράλληλη ανάπτυξη της επιστήμης και της φιλοσοφίας, η οποία υπονόμευσε την ιδεολογική κυριαρχία της Εκκλησίας για πάντα.

Αντίθετα, στις χώρες, όπου οι δυνάμεις της φεουδαρχικής-καθολικής αντίδρασης στραγγάλισαν το έμβρυο της νέας κοινωνίας στη μήτρα, ήταν καταδικασμένες να υποφέρουν τον εφιάλτη μιας μακράς και άδοξης περιόδου εκφυλισμού, παρακμής και αποσύνθεσης. Το παράδειγμα της Ισπανίας είναι ίσως το πιο αντιπροσωπευτικό.

Στην εποχή της ανόδου του καπιταλισμού, όταν ακόμα αντιπροσώπευε μια προοδευτική δύναμη στην ιστορία, οι πρώτοι ιδεολόγοι της αστικής τάξης είχαν να διεξάγουν έναν σκληρό αγώνα κατά των ιδεολογικών προμαχώνων της φεουδαρχίας, αρχής γενομένης με την Καθολική Εκκλησία. Πολύ πριν από την ανατροπή της δύναμης των φεουδαρχών, η αστική τάξη, με τη μορφή των πιο συνειδητών και επαναστατικών εκπροσώπων της, αναγκάστηκε να σπάσει τις ιδεολογικές άμυνες του: το φιλοσοφικό και θρησκευτικό πλαίσιο που είχε αναπτυχθεί γύρω από την Εκκλησία, και το μαχητικό χέρι του, την Ιερά Εξέταση.

Η άνοδος του καπιταλισμού ξεκίνησε από την Ολλανδία και τις πόλεις της Βόρειας Ιταλίας. Συνοδευόταν από νέες αντιλήψεις, οι οποίες σταδιακά αποκρυσταλλώθηκαν σε μια νέα ηθική και νέες θρησκευτικές πεποιθήσεις. Κατά με τη φεουδαρχία, η οικονομική δύναμη εκφραζόταν με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της γης. Τα χρήματα έπαιζαν δευτερεύοντα ρόλο. Όμως, η αύξηση του εμπορίου και της βιοτεχνίας και οι αναδυόμενες σχέσεις αγοράς που τη συνόδευαν έδωσαν στα χρήματα ακόμα μεγαλύτερη δύναμη. Ξεπρόβαλαν μεγάλες τραπεζικές οικογένειες, όπως οι «Fuggers», που αμφισβήτησαν την ισχύ των βασιλιάδων.

Οι αιματηροί θρησκευτικοί πόλεμοι κατά τον 16ο και τον 17ο αιώνα ήταν απλώς η εξωτερική έκφραση των βαθύτερων ταξικών συγκρούσεων. Το μόνο δυνατό αποτέλεσμα αυτών των αγώνων ήταν η άνοδος της αστικής τάξης στην εξουσία και οι νέες (καπιταλιστικές) σχέσεις παραγωγής. Αλλά οι ηγέτες αυτών των αγώνων δεν είχαν καμία εκ των προτέρων συνείδηση αυτού του γεγονότος.

Η αγγλική επανάσταση του 1640 – 1660 ήταν ένας μεγάλος κοινωνικός μετασχηματισμός. Το παλιό φεουδαρχικό καθεστώς καταστράφηκε και αντικαταστάθηκε με μια νέα καπιταλιστική κοινωνική τάξη. Ο Εμφύλιος Πόλεμος ήταν ένα ταξικός πόλεμος που ανέτρεψε τον δεσποτισμό του Καρόλου Α’ και την αντιδραστική φεουδαρχική τάξη που βρισκόταν πίσω του. Το κοινοβούλιο εκπροσωπούσε τις νέες ανερχόμενες μεσαίες τάξεις της πόλης και της υπαίθρου οι οποίες αμφισβήτησαν και νίκησαν το παλαιό καθεστώς, κόβοντας το κεφάλι του βασιλιά και καταργώντας την Βουλή των Λόρδων στην πορεία.

Αντικειμενικά, ο Όλιβερ Κρόμγουελ έθετε τις βάσεις για την κυριαρχία της αστικής τάξης στην Αγγλία. Αλλά για να γίνει αυτό, για να φύγουν από τη μέση όλα τα φεουδαρχικά-μοναρχικά σκουπίδια, έπρεπε πρώτα να παραμερίσει τη δειλή αστική τάξη, να διαλύσει το κοινοβούλιο της και να βασιστεί στη μικρή μπουρζουαζία, τους μικρούς αγρότες της Ανατολικής Αγγλίας, την τάξη που και ο ίδιος ανήκε, αλλά και στις πληβειακές και ημι-προλεταριακές μαζές της πόλης και της υπαίθρου.

Τοποθετώντας τον εαυτό του επικεφαλής του επαναστατικού στρατού, ο Κρόμγουελ ερέθισε το μαχητικό πνεύμα των μαζών με αναφορές στην Βίβλο, τους Αγίους και το Βασίλειο του Θεού πάνω στη Γη. Οι στρατιώτες του δεν πήγαιναν στη μάχη κάτω από τη σημαία του ενοικίου, των τόκων και των κερδών, αλλά τραγουδώντας θρησκευτικούς ύμνους. Αυτό το ευαγγελικό πνεύμα, το οποίο πήρε σύντομα ένα επαναστατικό (και μερικές φορές ακόμη και κομμουνιστικό) περιεχόμενο, ήταν αυτό που ενέπνευσε τις μάζες να αγωνιστούν με τεράστιο θάρρος και ενθουσιασμό ενάντια στους «άπιστους».

Ωστόσο, όταν ανέλαβε την εξουσία, ο Κρόμογουελ δεν μπορούσε να πάει πέρα από τα όρια που καθορίζονταν από την Ιστορία και τα αντικειμενικά όρια των παραγωγικών δυνάμεων της εποχής. Έτσι, αναγκάστηκε να στραφεί εναντίον της Αριστερής πτέρυγας, καταστέλλοντας τους Levellers με τη βία, και να ακολουθήσει μια πολιτική που ευνοούσε την αστική τάξη και την ενίσχυση των καπιταλιστικών σχέσεων ιδιοκτησίας στην Αγγλία. Στο τέλος, ο Κρόμγουελ κατάργησε το κοινοβούλιο και κυβέρνησε ως δικτάτορας μέχρι το θάνατό του, όταν η αγγλική αστική τάξη, φοβούμενη ότι η επανάσταση είχε πάει πολύ μακριά και θα μπορούσε να αποτελέσει απειλή για την ιδιοκτησία, επανέφερε τους Στιούαρτς στο θρόνο.

Η Γαλλική Επανάσταση του 1789-1793 βρισκόταν σε ένα ποιοτικά ανώτερο επίπεδο. Αντί της θρησκείας,οι Γιακωβίνοι προέταξαν την Λογική. Πάλεψαν κάτω από τη σημαία της Ελευθερίας, της Ισότητας και της Αδελφότητας, για να ξεσηκώσουν τις πληβειακές και ημι-προλεταριακές μάζες ενάντια στη φεουδαρχική αριστοκρατία και τη μοναρχία.

Πολύ πριν ρίξει τα τρομερά τείχη της Βαστίλλης, είχε ανατρέψει τα αόρατα, αλλά όχι λιγότερο τρομερά, τείχη της Εκκλησίας και της θρησκείας. Αλλά όταν η γαλλική αστική τάξη έγινε η άρχουσα τάξη, αντιμέτωπη με την νέα επαναστατική τάξη, το προλεταριάτο, ξέχασε γρήγορα την ορθολογιστική και αθεϊστική μέθη της νεολαίας της.

Μετά την πτώση του Ροβεσπιέρου, οι νικητές υποστηρικτές της ιδιοκτησίας, λαχταρούσαν τη σταθερότητα. Αναζητώντας τις φόρμουλες της σταθερότητας και μια συντηρητική ιδεολογία που θα δικαιολογούσε τα προνόμιά τους, γρήγορα ανακάλυψαν ξανά τη γοητεία της Αγίας Μητέρας Εκκλησίας. Η τελευταία, με την εξαιρετική ικανότητά της να προσαρμόζεται, έχει καταφέρει να επιβιώσει για δύο χιλιετίες, παρ ‘όλες τις κοινωνικές αλλαγές που έχουν πραγματοποιηθεί. Η Καθολική Εκκλησία σύντομα χαιρέτισε τον νέο κύριο και προστάτη της και καθαγίασε το Μεγάλο Κεφάλαιο, με τον ίδιο τρόπο που το είχε κάνει για την εξουσία φεουδαρχών μοναρχών και των δουλοκτητών της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Μια καρικατούρα του μαρξισμού

Στο κλασικό έργο του, Τι είναι η Ιστορία; ο άγγλος ιστορικός Ε.Η. Carr, υποστήριξε ότι τα ιστορικά γεγονότα «πάντα διαθλώνται μέσα από το μυαλό του ιστορικού» και ότι θα πρέπει κανείς να «μελετήσει τον ιστορικό πριν ξεκινήσει να μελετά τα γεγονότα». Με αυτό εννοούσε ότι η αφήγηση της ιστορίας δεν μπορεί να διαχωριστεί από την άποψη, πολιτική ή άλλη, τόσο του συγγραφέα και του αναγνώστη όσο και της εποχής που ζουν ή έζησαν.

Λέγεται συχνά ότι η ιστορία γράφεται από τους νικητές. Με άλλα λόγια, η επιλογή και η ερμηνεία των ιστορικών γεγονότων διαμορφώνονται από το πραγματικό αποτέλεσμα αυτών των συγκρούσεων, που επηρεάζουν τον ιστορικό και με τη σειρά της, την αντίληψη του για το τι ο αναγνώστης θα θέλει να διαβάσει. Παρά τις αξιώσεις των αστών ιστορικών για μια υποτιθέμενη αντικειμενικότητα, η συγγραφή της ιστορίας αντικατοπτρίζει αναπόφευκτα μια ταξική σκοπιά. Είναι αδύνατο να μην έχει κάποιος μια κάποιου είδους άποψη σχετικά με τα γεγονότα που περιγράφονται. Το να ισχυριστεί το αντίθετο είναι προσπάθεια εξαπάτησης του αναγνώστη.

Όταν οι μαρξιστές βλέπουν την κοινωνία δεν προσποιούνται ότι είναι ουδέτεροι, αλλά ασπάζονται ανοιχτά τους σκοπούς της εργατικής τάξης και του σοσιαλισμού. Ωστόσο, αυτό δεν αποκλείει καθόλου την επιστημονική αντικειμενικότητα. Ένας χειρουργός που πραγματοποιεί μια κρίσιμη επέμβαση είναι επίσης αφοσιωμένος στη διάσωση της ζωής του ασθενούς του. Απέχει πολύ από το να είναι «ουδέτερος» για το αποτέλεσμα. Αλλά γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, θα διακρίνει με τη μεγαλύτερη προσοχή τα διαφορετικά επίπεδα του οργανισμού. Κατά τον ίδιο τρόπο, οι μαρξιστές θα προσπαθήσουν να παράγουν την πλέον ακριβή κι επιστημονική ανάλυση των κοινωνικών διαδικασιών, προκειμένου να είναι σε θέση να επηρεάσουν  επιτυχώς το αποτέλεσμα. Αλλά δεν έχουμε να κάνουμε εδώ με μια απλή σειρά από γεγονότα «το ένα μετά το άλλο», αλλά με τη συνειδητή προσπάθεια να παρατηρηθούν οι γενικές διαδικασίες που εμπλέκονται και να εξηγηθούν.

Από αυτό μπορούμε να δούμε ότι η ροή και η κατεύθυνση της Ιστορίας έχει διαμορφωθεί – και συνεχίζει να διαμορφώνεται – από τους αγώνες διαδοχικών κοινωνικών τάξεων να πλάσουν την κοινωνία προς τα συμφέροντά τους και από τις συγκρούσεις μεταξύ των τάξεων που απορρέουν από αυτό το γεγονός.

Πολύ συχνά γίνονται προσπάθειες δυσφήμισης του Μαρξισμού μέσω της προσφυγής σε μια καρικατούρα της μεθόδου του για την ιστορική ανάλυση. Δεν υπάρχει τίποτα πιο εύκολο από την κατασκευή ενός αχυρένιου σκιάχτρου με σκοπό να  ριχτεί πάλι κάτω. Η συνήθης στρέβλωση είναι ότι ο Μαρξ και ο Ένγκελς ανάγουν τα πάντα στην οικονομία. Αυτή η πατενταρισμένη ανοησία πήρε απάντηση πολλές φορές από τον Μαρξ και τον Ένγκελς, όπως για παράδειγμα στο ακόλουθο απόσπασμα της επιστολής του Ένγκελς στον Μπλόχ:

«Σύμφωνα με την υλιστική αντίληψη της Ιστορίας, το τελικό καθοριστικό στοιχείο στην ιστορία είναι η παραγωγή και αναπαραγωγή της ζωής. Ούτε ο Μαρξ ούτε εγώ έχουμε ισχυριστεί κάτι περισσότερο από αυτό. Ως εκ τούτου, εάν κάποιος το διαστρεβλώνει αυτό έτσι που να προκύπτει ότι το οικονομικό στοιχείο είναι το μόνο καθοριστικό, μετατρέπει αυτήν τη θέση μας σε μια χωρίς νόημα, αφηρημένη και παράλογη φράση».

Ο ιστορικός υλισμός δεν έχει τίποτε το κοινό με τη μοιρολατρεία. Οι άνδρες και οι γυναίκες δεν είναι απλές μαριονέτες τυφλών ιστορικών δυνάμεων. Αλλά ούτε είναι και εντελώς ελεύθεροι παράγοντες, ικανοί να διαμορφώνουν το πεπρωμένο τους ανεξάρτητα από τις υπάρχουσες συνθήκες που επιβάλλονται από το επίπεδο της οικονομικής ανάπτυξης, της επιστήμης και της τεχνικής, οι οποίες, σε τελική ανάλυση, καθορίζουν αν ένα κοινωνικο-οικονομικό σύστημα είναι βιώσιμο ή όχι. Για να παραθέσουμε τον Ένγκελς:

«Οι άνθρωποι φτιάχνουν οι ίδιοι την ιστορία τους, όποια κι αν είναι η έκβασή της, με την έννοια πως κάθε άτομο ακολουθεί το δικό του επιθμητό σκοπό, και είναι ακριβώς το αποτέλεσμα αυτών των πολλών θελήσεων που δρουν προς διαφορετικές κατευθύνσεις και της πολλαπλής τους επίδρασης στον εξωτερικό κόσμο, εκείνο που συνστά την Ιστορία». (Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ)

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς επέκριναν επανειλημμένα τον επιφανειακό τρόπο με τον οποίο ορισμένοι άνθρωποι καταχράζονταν τη μέθοδο του ιστορικού υλισμού. Στην επιστολή του προς τον Κόνραντ Σμιντ με ημερομηνία 5 Αυγούστου 1890, ο Ένγκελς γράφει:

«Σε γενικές γραμμές, η λέξη ‘υλιστικός’ χρησιμεύει σε πολλούς από τους νεότερους συγγραφείς στην Γερμανία ως μια απλή φράση με την οποία χαρακτηρίζουν χωρίς περαιτέρω μελέτη οτιδήποτε και τα πάντα, δηλαδή, προσκολλούν αυτόν το χαρακτηρισμό και μετά καταπιάνονται με το εκάστοτε ζήτημα. Αλλά η αντίληψή μας για την ιστορία είναι πάνω απ’ όλα ένας οδηγός για να τη μελετήσουμε, όχι ένας μοχλός για την κατασκευή της κάτα τον τρόπο των Χεγκελιανών. Όλη η ιστορία πρέπει να μελετηθεί από την αρχή· οι συνθήκες ύπαρξης των διαφόρων κοινωνικών σχηματισμών πρέπει να εξετάζονται ανεξάρτητα, πρωτού γίνει η απόπειρα να συναχθούν από τις πολιτικές, νομικές, αισθητικές, φιλοσοφικές, θρησκευτικές κλπ, αντιλήψεις που αντιστοιχούν σ’ αυτές.  Μέχρι τώρα, λίγα μόνο έχουν γίνει εδώ, διότι μόνο λίγοι άνθρωποι έχουν ασχοληθεί με ένα σοβαρό τρόπο. Σε αυτόν τον τομέα μπορούμε να αξιοποιήσουμε πολλή βοήθεια, είναι πάρα πολύ μεγάλο αντικείμενο, και όποιος θα εργαστεί σοβαρά μπορεί να επιτύχει πολλά και να διακριθεί. Αλλά ανταυτού, πάρα πολλοί από τους νεότερους Γερμανούς απλά χρησιμοποιούν τη φράση ‘ιστορικός υλισμός’ (ότιδήποτε μπορεί να μετατραπεί σε μια ανούσια φράση) μόνο και μόνο για να κατασκευάσουν όσο πιο γρήγορα γίνεται ένα τακτοποιημένο σύστημα για τη δική τους σχετικά φτωχή ιστορική γνώση – καθώς η οικονομική ιστορία εξακολουθεί να είναι ακόμη στα σπάργανά της! – και στη συνέχεια, θεωρούν πως έκαναν κάτι καταπληκτικό. Και μετά απ’ όλα αυτά, μπορεί να εμφανιστεί ένας Μπαρθ (στμ: αναφέρεται στον Πωλ Μπαρθ) και να επιτεθεί στον ίδιο τον υλισμό, ο οποίος μέσα σε αυτήν τη διαδικασία έχει όντως υποβιβαστεί σε μια απλή φράση». (Μαρξ και Ένγκελς, Άπαντα αγγλική έκδοση, Τόμος 49, σελ. 8)

Σε μια άλλη επιστολή προς τον Κόνραντ Σμιντ, με ημερομηνία 27 Οκτωβρίου 1890, ο Ένγκελς γράφει: «Αυτό που λείπει από αυτους τους κυρίους είναι η διαλεκτική. Ποτέ δεν βλέπουν τίποτε άλλο, παρά μόνο αίτια εδώ και αποτελέσματα εκεί. Το ότι αυτό είναι μια κούφια αφαίρεση, το όττι τέτοια μεταφυσικά πολικά αντίθετα υπάρχουν στον πραγματικό κόσμο μόνο κατά τη διάρκεια κρίσεων, ενώ το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της διαδικασίας εξελίσσεται με τη μορφή της αλληλεπίδρασης (αν και πολύ άνισων δυνάμεων, η οικονομική κίνηση είναι μακράν η πιο ισχυρή, πιο στοιχειώδης και πιο καθοριστική) και οτι τότε τα πάντα είναι σχετικά και τίποτα δεν είναι απόλυτο – αυτό δεν μπορούν να το δουν. Ο Χέγκελ δεν υπήρξε ποτέ γι’ αυτούς». (ό.π., σελ. 59)

Ο μαρξισμός δεν αρνείται το ζήτημα των ιδεών, αλλά επιδιώκει να εξετάσει τα αίτια που τις αναδυκνείουν. Αντίστοιχα, δεν αμφισβητεί το ρόλο του ατόμου ή ακόμη και της τύχης, αλλά αντίθετα, τα βάζει στο σωστό πλαίσιό τους. Ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα ή μια αδέσποτη σφαίρα μπορούν πράγματι να καταφέρουν να αλλάξουν την πορεία της Ιστορίας, αλλά σίγουρα δεν αποτελούν τις κινητήριες δυνάμεις.

Ο Χέγκελ εξήγησε ότι η αναγκαιότητα εκφράζεται μέσα από το τυχαίο. Η σφαίρα του δολοφόνου που σκότωσε τον αρχιδούκα Φερδινάνδο στο Σεράγεβο ήταν ένα ιστορικό ατύχημα που λειτούργησε ως καταλύτης για την έναρξη των εχθροπραξιών, οι οποίες προετοιμάζονταν για καιρό ως αποτέλεσμα των ανυπέρβλητων οικονομικών, πολιτικών και στρατιωτικών αντιθέσεων ανάμεσα στις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις πριν το 1914.

Κοινοποιήστε