Ο ΈΝΓΚΕΛΣ ΓΙΑ ΤΑ ΣΥΝΔΙΚΑΤΑ

«Ο συνδικαλισμός αποτελεί την ιδεώδη προετοιμασία για την κοινωνική επανάσταση. Είναι σε αυτές τις οργανώσεις που το χαρακτηριστικό κουράγιο των Εγγλέζων βρίσκει την καλύτερή του έκφραση».

Δυστυχώς σήμερα οι περισσότεροι εργάτες και συνδικαλιστές δεν έχουν διαβάσει ποτέ έργα του Φρίντριχ Ένγκελς.  Παρ’ όλα αυτά, αυτό δε συνέβαινε πάντα. Κατά τη γέννηση της Εγγλέζικης εργατικής τάξης και ιδιαίτερα στις επαναστατικές μέρες του Χαρτισμού, ο Ένγκελς ήταν ένας οξυδερκής παρατηρητής της ταξικής πάλης στη Βρετανία και οι ιδέες του εκφράζανε τις αναζητήσεις των συνδικαλιστών και των ηγετών τους. Στο κλασικό του έργο: «Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία»,αποκάλυψε την άναρχη ανάπτυξη των μεγάλων βιομηχανικών πόλεων του Βορρά και τις φριχτές κοινωνικές και στεγαστικές συνθήκες που επικρατούσαν. γραμμένο το 1844, ο Ένγκελς.

Η ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ

Στη συνέχεια χρησιμοποίησε τις μεθόδους του Διαλεκτικού Υλισμού για να ερευνήσει την ανάπτυξη και την ορμή της ταξικής πάλης που ξεδιπλωνόταν τότε στη Βρετανία. Σε αυτά τα πλαίσια, ο Ένγκελς σκιαγράφησε τη θεωρία του (κι αυτή του Μαρξ) για τους μισθούς και έβγαλε το συμπέρασμα ότι υπήρχαν όρια στο τι μπορούσε να πετύχει ο συνδικαλισμός. Ενώ ήταν οι πιο δυνατές οργανώσεις που αναπτύχθηκαν από την εργατική τάξη, δε στάθηκαν ικανές να ανατρέψουν τον καπιταλισμό.

Η ανάλυση σε αυτή τη μελέτη ήταν πολύ σημαντική για τη διατύπωση, μαζί με τον Καρλ Μαρξ, του Κομμουνιστικού Μανιφέστου το 1848, το οποίο δήλωσε καθαρά πως η επόμενη ιστορική φάση θα ήταν η πάλη μεταξύ της νέας βιομηχανικής εργατικής τάξης και των αστών.

Η μελέτη αυτή απέδειξε πως η προοδευτική φάση των αστών είχε ολοκληρωτικά τελειώσει στην Αγγλία και πως το σχίσμα στις τάξεις των Χαρτιστών ήταν η «τελική απόδειξη» αυτού του γεγονότος. Στο μέλλον, η εργατική τάξη θα έπρεπε να πολεμήσει κάτω από τη δική της σημαία και με το δικό της πρόγραμμα.

Πρέπει να θυμόμαστε πως αυτό γράφτηκε όταν η εργατική τάξη ήταν ακόμα στα πρώτα της βήματα και οι αστοί έπρεπε να πάρουν την πολιτική εξουσία στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης, πόσο μάλλον σ’ ολόκληρο τον πλανήτη. Μπορεί να εκπλήσσει τους σημερινούς αναγνώστες, να μαθαίνουν ότι ο Ένγκελς έθεσε ένα αριθμό ζητημάτων που οι σύγχρονοι Μαρξιστές καλούνται σήμερα ν’ αντιμετωπίσουν. Ποιος είναι ο ρόλος των συνδικαλιστικών οργανώσεων; Τι έχουν κατακτήσει και ποιοι είναι οι περιορισμοί των συνδικαλιστικών οργανώσεων και της δύναμής τους; Ποια η σχέση μεταξύ των πολιτικών και των βιομηχανικών τομέων της εργατικής τάξης; Πως να ξεπεράσουμε την αδυναμία του Σοσιαλιστικού κινήματος και πως αναπτύσσεται η ταξική συνείδηση;

Ο Ένγκελς σκιαγράφησε την ιστορία του κινήματος της Αγγλικής εργατικής τάξης, από την παρανομία και το σπάσιμο των μηχανών, ως την προσπάθεια σχηματισμού ενός παγκόσμιου συνδικάτου για ολόκληρη την εργατική τάξη, το Μεγάλο Εθνικό Ενωμένο Συνδικάτο, και την υποστήριξη των πολιτικών αιτημάτων των Χαρτιστών. Συνοψίζοντας αυτή την ιστορία, ο Ένγκελς παρατήρησε: «Η ιστορία του συνδικαλισμού, είναι μια ιστορία με πολλές ήττες και μόνο λίγες μεμονωμένες νίκες. Είναι φανερό πως όλες αυτές οι προσπάθειες απ’ την πλευρά των συνδικαλιστών, δεν μπορούν ν’ αλλάξουν τον οικονομικό νόμο με τον οποίο ρυθμίζονται οι μισθοί σύμφωνα με την προσφορά και τη ζήτηση στην αγορά εργασίας».

Το συμπέρασμα αυτό, αν ιδωθεί από μόνο του, θα μπορούσε να σημαίνει ότι ο συνδικαλισμός αποτελεί χάσιμο χρόνου και πως η οικονομική ανάπτυξη κι οι νόμοι της θα καθορίζουν πάντα τα γεγονότα. Κάτι τέτοιο θα ήταν ένας στυγνός οικονομικός ντετερμινισμός.

Κατά συνέπεια, οι επαναστάσεις δε θα πρέπει να εμπλέκονται στις συνδικαλιστικές υποθέσεις, μια στρατηγική που η σεχταριστική Σοσιαλδημοκρατική Ομοσπονδία επρόκειτο να υιοθετήσει μισό αιώνα αργότερα. Όλες οι δραστηριότητες των εργατών θα ήταν μια εκτροπή από το βασικό καθήκον, δηλαδή την προετοιμασία μιας επαναστατικής μάχης εναντίον των αστών.

Ο Ένγκελς (μαζί με τον Μαρξ) απάντησε σε αυτό το ζήτημα στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», στο κεφάλαιο «Προλετάριοι και Κομμουνιστές»: «Οι κομμουνιστές δε δημιουργούν ένα ξεχωριστό κόμμα που αντιτίθεται στα άλλα εργατικά κόμματα. Δεν έχουν συμφέροντα χωριστά και ξένα από αυτά του προλεταριάτου σαν σύνολο …δεν προβάλλουν δικές τους σεχταριστικές αρχές, με τις οποίες προσπαθούν να μορφοποιήσουν και να διαπλάσουν το προλεταριακό κίνημα».

Ο ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΟΥ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΥ

Δίνοντας την αίσθηση της ταπεινότητας που απαιτείται από μια επαναστατική μειοψηφία, ώστε να βρει τον σωστό προσανατολισμό της και να αποκτήσει σημεία υποστήριξης στην εργατική τάξη, ο Ένγκελς υποστήριξε πως, στην περίπτωση της Βρετανίας, τα συνδικάτα ήταν τα ταξικά όπλα που είχαν φτιάξει οι εργάτες για να παλέψουν τα αιτήματά τους. Τα όρια αυτών των οργανώσεων, όσο και το ζήτημα της υπερπήδησης των ορίων του απλού συνδικαλισμού, έχουν κυριαρχήσει στο συνδικαλιστικό κίνημα από τότε, τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά.

Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο διακήρυξε καθαρά πως οι εργάτες πρέπει να δημιουργήσουν το δικό τους πολιτικό κόμμα. Η δημιουργία της Κομμουνιστικής Λίγκας ήταν ένα βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση. Όμως, από επαναστατική σκοπιά, υπήρχε ένας μεγάλος αριθμός πολύ θετικών πτυχών στον πρώιμο συνδικαλισμό. Η πολιτική των συνδικάτων για τους μισθούς προώθησε την καθιέρωση γενικών κριτηρίων σε ολόκληρη τη χώρα για όλα τα επαγγέλματα και έγιναν πολλές απεργίες για να διατηρηθεί αυτή η αρχή της γενικότητας. Οι πρώιμοι συνδικαλιστές συνειδητοποίησαν ότι ο ανταγωνισμός μεταξύ των εργατών, ήταν ο κύριος λόγος για την ταπεινωτική τους φτώχεια. Από αυτό απορρέει το μίσος ενάντια στους απεργοσπάστες. Όμως, ακόμα και με αυτή την απλή αναγνώριση, τα συνδικάτα χτυπούσαν ακριβώς την καρδιά του καπιταλισμού.

«Η αληθινή, πάντως, σημασία των συνδικάτων και των απεργιών, είναι ότι συνιστούν την πρώτη απόπειρα των εργατών να τερματίσουν τον ανταγωνισμό ανάμεσά τους. Βασίζονται στην αναγνώριση του γεγονότος ότι η ισχύς των μεσαίων τάξεων πάνω στους εργάτες, οφείλεται ολοκληρωτικά στην ύπαρξη του ανταγωνισμού μεταξύ των ίδιων των εργατών -δηλαδή στην έλλειψη αλληλεγγύης και συμπαράστασης. Τα συνδικάτα αποδείχτηκαν πολύ επικίνδυνα για την υπάρχουσα κοινωνική τάξη, απλά και μόνο επειδή έχουν αντιτεθεί -αν και σε περιορισμένο βαθμό-  σταθερά στον ανταγωνισμό μεταξύ των ίδιων των εργατών, ο οποίος είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της σύγχρονης κοινωνίας».

ΤΑ ΣΥΝΔΙΚΑΤΑ

Αν τα συνδικάτα είχαν πετύχει σ’ αυτό, υποστηρίζει ο Ένγκελς, τότε ο καπιταλισμός θα ήταν ανίκανος να λειτουργήσει. Έτσι, η προσπάθεια γενίκευσης των απεργιακών κινημάτων αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της συνδικαλιστικής δράσης. Μια από τις κύριες προσπάθειες των αστών και των πολιτικών τους αντιπροσώπων, είναι να αποτρέψει με κάθε τρόπο κάτι τέτοιο. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο μπορούμε να κατανοήσουμε τις προσπάθειες νομοθέτησης από τις κυβερνήσεις αντι-συνδικαλιστικών νόμων την τελευταία δεκαπενταετία, με τους οποίους γίνεται στην ουσία παράνομη κάθε απόπειρα δράσης για συμπαράσταση και αλληλεγγύη.

Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό της σημερινής περιόδου, είναι το ότι παρά τα χαμηλά επίπεδα απεργιών, η επικρατούσα διάθεση της εργατικής τάξης είναι υπέρ μιας γενικευμένης δράσης, ώστε να μην αφεθούν μεμονωμένες ομάδες εργατών να πολεμήσουν ενάντια στον ταξικό αντίπαλο, ο οποίος εξασφάλισε αξιοσημείωτες νίκες την τελευταία περίοδο. Αυτό αποτελεί μια ένδειξη της δυνατότητας μαζικής δράσης στο βιομηχανικό επίπεδο, πιθανότατα για την προάσπιση των μισθών και του βιοτικού επιπέδου. Αλλά, γιατί οι εργάτες απεργούν όταν οι πιθανότητες επιτυχίας είναι τόσο μικρές; Ο Ένγκελς απαντά και σ’ αυτό το ερώτημα:

«Η απάντηση είναι απλά ότι οι εργάτες πρέπει να μάχονται τόσο ενάντια στη μείωση των μισθών, όσο και ενάντια στις καταστάσεις εκείνες που καθιστούν αυτή τη μείωση απαραίτητη. Πρέπει να δείξουν πως εφόσον είναι ανθρώπινα όντα δεν προτίθενται να παραδοθούν στις πιέσεις σκοτεινών δυνάμεων. Αντίθετα, απαιτούν οι οικονομικές δυνάμεις να προσαρμοστούν ώστε να εξυπηρετούν τις δικές τους ευκολίες». Πόσο καλύτερα θα μπορούσαμε να περιγράψουμε τη μεγάλη μάχη των ανθρακωρύχων, το 1984/85, για την υπεράσπιση της δουλειάς και της ύπαρξής τους; Αν οι εργάτες άφηναν τον κάθε καπιταλιστή να ενεργεί όπως θέλει χωρίς να αντιστέκονται, τότε δε θα υπήρχε ποτέ κανένα νόημα για οποιονδήποτε αγώνα.