Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΞΑΝΘΡΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΠΙΘΗΚΟΥ

Η μπροσούρα του Ένγκελς «Ο ρόλος της εργασίας στην εξανθρώπιση του πιθήκου», γραμμένη το 1876 και δημοσιευμένη 20 χρόνια αργότερα, περιέχει πολλές καταπληκτικές εμβαθύνσεις στη θεωρία τις ανθρώπινης εξέλιξης.

Ο Ένγκελς, έχοντας στη διάθεσή του μόνο ελάχιστα απολιθώματα ή ενδείξεις, κατάφερε να προτείνει μια σταθερή και συνεπή εξήγηση της εξέλιξης του ανθρώπου που προχωρούσε μπροστά από τις τότε σύγχρονες επιστημονικές αντιλήψεις, επειδή εφάρμοσε την μέθοδο του Διαλεκτικού Υλισμού. Αυτή η ερμηνεία παραμένει ως σήμερα ο κύριος μοχλός της Μαρξιστικής αντίληψης της εξέλιξης του ανθρώπου.

Μια εξέταση της εργασίας του στο φως των σύγχρονων επιστημονικών κατακτήσεων και θεωριών, μπορεί ίσως να ανατρέψει αυτή ή εκείνη τη δευτερεύουσα λεπτομέρεια της δουλειάς του Ένγκελς, αλλά θα δείξει πως το γενικό περιεχόμενο των επιχειρημάτων του ήταν σωστό. Με άλλα λόγια, η μπροσούρα αυτή παραμένει ένα εκπληκτικό παράδειγμα της διαλεκτικής μεθόδου.

ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟΣ ΥΛΙΣΜΟΣ

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς κατέληξαν στην ίδια φιλοσοφική μέθοδο -στο διαλεκτικό υλισμό- αν και χρησιμοποίησαν διαφορετικούς δρόμους. Η αντίληψή τους ήταν υλιστική, με την έννοια πως θεωρούσαν πως όλα τα φυσικά φαινόμενα και η κοινωνική εξέλιξη βασίζονταν, σε τελική ανάλυση, στις υλιστικές εξελικτικές διαδικασίες και όχι σε πνευματικές ή μεταφυσικές (ιδεαλιστικές) αιτίες. Την ίδια στιγμή, θεώρησαν πως η κοινωνία και η φύση βρίσκονται σε μια σταθερή διαδικασία διαλεκτικής αλλαγής, που σημαίνει, αλλαγές μέσα από αντιθέσεις. Τα πάντα βρίσκονται σε κατάσταση κίνησης, γεννιούνται και εξαφανίζονται.

Και οι δύο, ο Μαρξ και ο Ένγκελς, εφάρμοσαν τη φιλοσοφική τους μέθοδο ειδικά στις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις, στον Ιστορικό Υλισμό. Το βασικότερο έργο του Μαρξ, το Κεφάλαιο, αποκάλυψε τους γενικούς νόμους της κίνησης του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά οι δύο μεγάλοι ιδρυτές του επιστημονικού σοσιαλισμού προσπαθούσαν να εξηγήσουν πως ο καπιταλισμός είναι μόνο ένα απλό στάδιο στην κοινωνική εξέλιξη. Όπως ακριβώς το καπιταλιστικό σύστημα γεννήθηκε σαν το αποτέλεσμα των κοινωνικών δυνάμεων και των αντιθέσεων της φεουδαρχικής κοινωνίας, έτσι θα ανατραπεί από τις αντιθέσεις που μεταφέρει μέσα του, για να αντικατασταθεί από μια σοσιαλιστική κοινωνία.

Η έμφαση που έδωσαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς στη μεταβατική φύση του καπιταλισμού, τους οδήγησε αναπόφευκτα σε μια εξέταση των προ-καπιταλιστικών κοινωνιών. Προσπάθησαν να αποδείξουν πως η μέθοδος του ιστορικού υλισμού, όπως ακριβώς είχε αποκαλύψει τους εσωτερικούς μηχανισμούς και νόμους του καπιταλισμού, έτσι θα μπορούσε να εφαρμοστεί και σε προηγούμενες κοινωνίες, αποκαλύπτοντας τους δικούς τους ειδικούς νόμους της κοινωνικής εξέλιξης.

Προχωρώντας ακόμα βαθύτερα προσπάθησαν επίσης να χρησιμοποιήσουν σύγχρονες επιστημονικές μελέτες για να δείξουν τη γενικότερη αξία και εφαρμογή του διαλεκτικού υλισμού, σαν μια παγκόσμια αντίληψη του σύμπαντος. Όπως εξηγεί ο Ένγκελς στη Διαλεκτική της Φύσης: «…είναι ακριβώς η διαλεκτική που αποτελεί την πιο σπουδαία μορφή σκέψης για τις φυσικές επιστήμες σήμερα, αφού από μόνη της προσφέρει την αναλογία, και συνεπώς τη μέθοδο για την εξήγηση των επαναστατικών εξελικτικών διαδικασιών που εμφανίζονται στη φύση, των γενικών αλληλεξαρτήσεων και των μεταβάσεων από το ένα πεδίο έρευνας στο άλλο».

Οι σημειώσεις του Μαρξ και του Ένγκελς πάνω στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες χρησιμοποιήθηκαν από τον Ένγκελς στην εργασία του Η εξέλιξη της Οικογένειας, της Ατομικής ιδιοκτησίας και του Κράτους, που δημοσιεύτηκε 100 χρόνια πριν. Οι προσωπικές σημειώσεις και τα δοκίμια του Ένγκελς πάνω στις σχέσεις μεταξύ της επιστήμης και του διαλεκτικού υλισμού δημοσιεύτηκαν μόλις το 1924, σχεδόν 30 χρόνια μετά το θάνατο του, στη Διαλεκτική της Φύσης.

Υπήρχε συνεπώς μια φυσική γέφυρα που ένωνε τις ιδέες του Μαρξ και του Ένγκελς σε πολιτικά ζητήματα και το ενδιαφέρον του Ένγκελς για την ανθρωπολογία και την προέλευση της ανθρωπότητας. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς είχαν θεωρήσει τη Δαρβινική θεωρία της Φυσικής Επιλογής σαν τον θρίαμβο του υλισμού, επειδή έβαζε μια επιστημονική βάση στην ανάπτυξη του ανθρώπου από «κατώτερα» ζώα. Μετά τον Δαρβίνο, η προέλευση του ανθρώπινου είδους βασίστηκε σταθερά πάνω στις φυσικές επιστήμες και όχι στη θεολογία ή τη μεταφυσική.