Ποιοι είμαστε

Για τι παλεύουμε

Επικοινωνία

Αρχική Θεωρία - Ιστορία Η γυναίκα, το εργατικό κίνημα και ο σοσιαλισμός – Μέρος 4ο

Αγωνίσου μαζί μας!

Η Κομμουνιστική Τάση, το ελληνικό τμήμα της Διεθνούς Μαρξιστικής Τάσης (IMT), χρειάζεται τη δική σου ενεργή στήριξη στον αγώνα της υπεράσπισης και διάδοσης των επαναστατικών σοσιαλιστικών ιδεών.

Ενίσχυσε οικονομικά τον αγώνα μας!

Η γυναίκα, το εργατικό κίνημα και ο σοσιαλισμός – Μέρος 4ο

Το τέταρτο και τελευταίο μέρος του εξαιρετικού κειμένου του Άλαν Γουντς και της Άνα Μουνιόθ, στο πλαίσιο της σειράς δημοσιεύσεων για το Γυναικείο Ζήτημα. Είχε γραφτεί το 2000 για την Παγκόσμια Μέρα της Γυναίκας και δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα www.marxist.com.

Η απειλή στον πολιτισμό

Οι γυναίκες έχουν συγκεκριμένα προβλήματα, για την επίλυση των οποίων πρέπει να αγωνιστούμε. Δεν είναι μόνο τα ζητήματα των διακρίσεων στους χώρους εργασίας, οι χαμηλότεροι μισθοί στη βάση του φύλου, η απουσία δικαιωμάτων κ.λπ., αλλά επίσης και ζητήματα που συνδέονται με τη μητρότητα, την εγκυμοσύνη κ.λπ. Ο ρόλος των γυναικών σαν μητέρων δημιουργεί την ανάγκη για ειδικά δικαιώματα προστασίας των εγκύων και των μητέρων. Η εισαγωγή της τυπικής ισότητας, αν και αποτελεί ένα βήμα μπροστά, δεν λύνει το θεμελιώδες πρόβλημα των γυναικών:

«Το πιο ριζοσπαστικό φεμινιστικό αίτημα – η επέκταση του δικαιώματος ψήφου στις γυναίκες για τη λειτουργία του αστικού κοινοβουλευτισμού – δεν λύνει το ζήτημα της πραγματικής ισότητας για τις γυναίκες, ειδικά εκείνων που ανήκουν στις τάξεις χωρίς περιουσία. Η εμπειρία των εργαζομένων γυναικών σε όλες εκείνες τις καπιταλιστικές χώρες, στις οποίες, τα τελευταία χρόνια, η αστική τάξη έχει εισάγει νομικά την τυπική ισότητα των φύλων, το κάνει ξεκάθαρο. Η ψήφος δεν καταστρέφει την πρωταρχική αιτία της γυναικείας σκλαβιάς στην οικογένεια και την κοινωνία. Κάποια αστικά κράτη έχουν υποκαταστήσει τους θρησκευτικούς (και αδιάλυτους) γάμους με τον πολιτικό γάμο. Αλλά, όσο η προλετάρια γυναίκα παραμένει οικονομικά εξαρτημένη από τον καπιταλιστή-αφεντικό και το σύζυγό της, αυτόν που φέρνει το ψωμί και με την απουσία μαζικών μέτρων προστασίας της μητρότητας και παιδικής φροντίδας, παροχής κοινωνικής πρόνοιας και μόρφωσης για τα παιδιά, αυτό δεν μπορεί να εξισώσει την θέση της γυναίκας στο γάμο ή να λύσει το πρόβλημα των σχέσεων μεταξύ των φύλων» (Θέσεις, Αποφάσεις και Διακηρύξεις των πρώτων τεσσάρων Συνεδρίων της Κομμουνιστικής Διεθνούς, σ. 215).

Ολόκληρη η ιστορία των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων που επηρέασαν τις γυναίκες τον τελευταίο αιώνα έχει αποδείξει την ορθότητα των παραπάνω διαπιστώσεων. Τα προβλήματα των γυναικών δε σταματούν στο εργοστάσιο ή στην πόρτα του γραφείου, αλλά επεκτείνονται στο σπίτι και στην οικογένεια. Πρέπει να αγωνιστούμε για την κατάργηση όλης της νομοθεσίας των διακρίσεων, για την πλήρη ισότητα των αντρών και των γυναικών απέναντι στο νόμο. Για πλήρη δικαιώματα στο διαζύγιο και τις αμβλώσεις. Για πλήρη πρόσβαση στην αντισύλληψη και στα επιδόματα υγείας. Για πλήρη, ελεύθερη και καλής ποιότητας νοσοκομειακή κάλυψη και παιδική φροντίδα σε όλες τις ηλικίες. Θα πρέπει να επεξεργαστούμε ένα πρόγραμμα μεταβατικών διεκδικήσεων, που θα προκύπτουν από τις άμεσες και πιο επείγουσες ανάγκες των γυναικών σε όλα τα επίπεδα όχι μόνο στους χώρους εργασίας, αλλά και στο σπίτι, την παιδική φροντίδα, την εκπαίδευση, την πρόσβαση στην κατοικία, τις δημόσιες μεταφορές, τις συντάξεις, τις άδειες, τα νομικά δικαιώματα κ.λπ.

Ενώ ο αγώνας είναι σωστός και αναγκαίος για κάθε προοδευτικό αίτημα που τείνει να βελτιώσει τη θέση των περισσοτέρων γυναικών, είναι επιβεβλημένο να επενδύονται αυτά τα αιτήματα με ένα ταξικό περιεχόμενο. Για παράδειγμα, θα πρέπει να απαιτείται η καθιέρωση συστήματος νοσοκομειακής περίθαλψης, πλήρους και ελεύθερης καθημερινής πρόσβασης, σε βάρος των εργοδοτών. Εάν θέλουν οι γυναίκες να εργάζονται για αυτούς, ας πληρώσουν γι’ αυτό από τα κέρδη τους. Αν τα αφεντικά δεν αντέχουν να πληρώσουν για αξιοπρεπείς ανθρώπινες συνθήκες εργασίας, τότε ας πάνε στο διάβολο και αυτοί και το σύστημά τους! Ο καθημερινός αγώνας για τα δικαιώματα των εργαζομένων γυναικών δεν αποτελεί από μόνος του τελικό σκοπό, αλλά είναι ένα μέσο για να αποκτήσουν οι γυναίκες συνείδηση της θέσης τους σαν μέλη της εκμεταλλευομένης τάξης και της ανάγκης να αγωνιστούν για μια διαφορετική μορφή κοινωνίας, όπου θα αναγνωριστούν πλήρως τα δικαιώματά τους σαν ανθρώπινα όντα.

Η παρακμή του σημερινού συστήματος απειλεί ολόκληρη τη βάση της πολιτισμένης ζωής. Παράλληλα με τα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα που προκαλούνται από τη φτώχεια, τους χαμηλούς μισθούς και την ανεργία, το προλεταριάτο βρίσκεται αντιμέτωπο με τα όλο και εντονότερα προβλήματα των ναρκωτικών, της εγκληματικότητας και της κάθε είδους εκμετάλλευσης, που πάνω απ’ όλους απειλεί τις γυναίκες, τα παιδιά και τους νέους. Οι αντιδραστικοί και οι παπάδες παραπονούνται για τα συμπτώματα της «ηθικής παρακμής», αλλά είναι ανίκανοι να τη συνδέσουν με την κρίση του συστήματος στο οποίο ζούμε. Είναι καθήκον του εργατικού κινήματος να αγωνιστεί για την υπεράσπιση των στοιχείων του πολιτισμού και της κουλτούρας που υπάρχουν και απειλούνται από την παρακμή του καπιταλισμού.

Η παλιά οικογένεια τείνει πλέον να διαλυθεί, αλλά δεν υπάρχει τίποτα να την αντικαταστήσει. Σαν αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας, εκατομμύρια γυναίκες, οι περισσότερες από τις οποίες νέες και ανυπεράσπιστες, βρίσκονται αντιμέτωπες με μια ζωή μιζέριας και εξευτελισμού σε «μονογονεϊκές οικογένειες», εξαρτώμενες από την υποτιμητική ελεημοσύνη της κρατικής γραφειοκρατίας. Και σαν να μην είναι αρκετά αυτά που ήδη υποφέρουν, οι αστοί υποκριτές διεξάγουν ένα ανελέητο αγώνα να τις ενοχοποιήσουν, να τις εξευτελίσουν και να τις χτυπήσουν, περιγράφοντάς τες σαν κοινωνικά αποβράσματα που «ζουν σε βάρος της κοινωνίας» (αυτό ακριβώς που κάνουν οι αστοί).

Στη Βρετανία, μια από τις πρώτες πράξεις της κυβέρνησης Μπλερ ήταν να επιτεθεί στα επιδόματα που έπαιρναν οι άγαμες μητέρες. Πιο πρόσφατα, μια γυναίκα πολιτικός της Αυστραλίας, η κα Πωλίν Χάνσον, ηγέτης του κωμικά ονομαζόμενου «Κόμματος του ενός Έθνους», ζήτησε να περικοπούν τα επιδόματα πρόνοιας των άγαμων μητέρων, εάν αυτές κάνουν δεύτερο παιδί. «Πρόκειται να απογοητευτώ πραγματικά από εκείνες τις άγαμες μητέρες, που συνεχίζουν να κάνουν το ένα παιδί μετά το άλλο με διαφορετικούς πατεράδες σε βάρος των φορολογούμενων», είπε πρόσφατα.

Στην Αυστραλία, υπάρχουν 360.000 μονογονεϊκές οικογένειες που επιδοτούνται συνολικά με 2,9 δισ. δολάρια το χρόνο από τον κρατικό προϋπολογισμό πρόνοιας, που ανέρχεται συνολικά σε 42 δισ. δολάρια. Ο μέσος όρος ηλικίας αυτών των γυναικών είναι 33 έτη και επιδοτούνται με σχεδόν 170 δολάρια Αυστραλίας (107 δολάρια ΗΠΑ) κατά μέσο όρο την εβδομάδα, για να ταΐσουν, να ντύσουν και να πληρώσουν τα έξοδα του σπιτιού για τις οικογένειές τους, ωφελώντας στην πραγματικότητα το κράτος, αφού γλιτώνει ένα πολύ μεγαλύτερο ποσό δαπανών που θα χρειαζόταν, αν αυτά τα παιδιά μεγάλωναν σε ορφανοτροφεία. Παρόμοια παραδείγματα επιθέσεων σ’ αυτό το ανυπεράσπιστο τμήμα της κοινωνίας, κάτω από τη δικαιολογία της επίθεσης στη δήθεν «αντίληψη της εξάρτησης», μπορούν να παρατεθούν από όλες τις χώρες. Είναι ένα θαυμάσιο παράδειγμα των αρετών της υποκριτικής «χριστιανικής ηθικής», στην υπηρεσία των απάνθρωπων καπιταλιστικών περικοπών. Μας λέει επίσης πολλά για τη στάση της αστικής κοινωνίας ως προς τις γυναίκες και τα παιδιά.

Η θέση των διαζευγμένων γυναικών είναι επίσης ένα ταξικό ζήτημα. Οι επιπτώσεις του διαζυγίου και της «μονογονεϊκής φροντίδας» είναι πολύ διαφορετικές και εξαρτώνται από το σε ποια τάξη ανήκει η γυναίκα. Πρόσφατα, ένας Αμερικανός δικαστής παραχώρησε στην διαζευγμένη γυναίκα του εκατομμυριούχου Ρόμπερτ Γκόλντμαν, του επικεφαλής της Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων του Κογκρέσου, το 50% της περιουσίας του, που έφτανε τα 100 εκ. δολάρια. «Καλωσορίζουμε τις νέες δικαστικές αποφάσεις για τα διαζύγια», γράφει το περιοδικό Business Week (05/09/1998). «Πανίσχυρες πολιτιστικές, νομικές και οικονομικές δυνάμεις συνδυάζονται, ώστε να κάνουν τον τερματισμό ενός γάμου στις ΗΠΑ πιο δαπανηρό από πότε – ειδικά για τους υψηλά ιστάμενους και καλά αμειβόμενους επιχειρηματίες. Και αυτό με τη σειρά του κάνει ολόκληρη την διαδικασία του διαζυγίου, που ποτέ δεν ήταν ευχάριστη, έτσι και αλλιώς, πολύ πιο άσχημη. Οι σύζυγοι επενδύουν τα χρήματά τους στο εξωτερικό, σε μυστικά τραστ της Καραϊβικής, οι γυναίκες κατηγορούν τους πρώην συζύγους τους για κακομεταχείριση και οι δικηγόροι γίνονται όλο και πλουσιότεροι με αμοιβές που φτάνουν σε επταψήφια νούμερα».

Οι αστοί κοινωνιολόγοι παρουσιάζουν τη «σύγχρονη» μονογονεϊκή οικογένεια σαν ένα τέλειο παράδειγμα της κοινωνικής προόδου και της χειραφέτησης. Τα τελευταία 20 χρόνια, το Γραφείο Απογραφών των ΗΠΑ αναφέρει πως ο αριθμός των γυναικών που ζουν μόνες έχει διπλασιαστεί, φτάνοντας τα 15 εκ. Ένα πρόσφατο βιβλίο, με τίτλο «Η Γυναίκα που Αυτενεργεί – Ανακαλύπτοντας ξανά τις γυναίκες σε μια Μοναχική Ζωή», παρουσιάζει μια ιδεατή εικόνα αυτών των γυναικών καριέρας: «Οι ανύπαντρες μητέρες αγοράζουν αυτοκίνητα, γεννούν ή υιοθετούν παιδιά και ανέρχονται σε θέσεις με επιρροή», συμπεραίνει. Όμως, οι γενικές στατιστικές αποκαλύπτουν την άβυσσο που χωρίζει τη μεγάλη πλειοψηφία των άγαμων μητέρων, πολλές από τις οποίες είναι μαύρες που ζουν σε περιθωριακά γκέτο στις πόλεις της πλουσιότερης χώρας του κόσμου, σε τριτοκοσμικές συνθήκες, με εφιαλτική φτώχεια, ναρκωτικά, έγκλημα και βία.

Η κρίση του καπιταλισμού αποδεικνύεται από την προσπάθεια να περικοπούν οι κρατικές δαπάνες σε ολόκληρο το κόσμο. Η επίθεση στην απασχόληση, το βιοτικό επίπεδο, την υγεία και την εκπαίδευση επηρεάζει την εργατική τάξη γενικά, αλλά έχει τις πιο τρομακτικές επιπτώσεις στις γυναίκες, που βρίσκονται στην άκρη της αλυσίδας της εκμετάλλευσης, στις χειρότερες θέσεις εργασίας, με τη μικρότερη ασφάλεια και προστασία. Επιπρόσθετα, οι γυναίκες υπόκεινται σε διπλή καταπίεση. Καταπιέζονται σαν μέλη της εργατικής τάξης και σαν γυναίκες. Η μόνη λύση για τα προβλήματα των γυναικών είναι μέσω του αγώνα για την ανατροπή του καπιταλισμού και την αντικατάστασή του από το σοσιαλισμό, ένα σύστημα που μπορεί να εγγυηθεί γνήσια ελευθερία τόσο στους άντρες όσο και στις γυναίκες – ελευθερία να αναπτύξουν τους εαυτούς τους προσωπικά και πολιτισμικά.

Ενώ συνειδητοποιούμε το γεγονός πως μόνο μια σοσιαλιστική κοινωνία μπορεί να διώξει τελικά τα σημάδια της σκλαβιάς, που είναι χαραγμένα τόσο στους άντρες όσο και στις γυναίκες, θα πρέπει επίσης να αγωνιζόμαστε με όλες μας τις δυνάμεις ενάντια σε οπισθοδρομικές αντιλήψεις, ειδικά στο εργατικό κίνημα, που κάνουν κακό στην ενότητα των εργαζομένων αντρών και γυναικών και εμποδίζουν τη χειραφέτηση της εργατικής τάξης. Πρέπει να αγωνιστούμε για μια γνήσια προλεταριακή ηθική, που αντιμετωπίζει όλους τους εργαζόμενους, άντρες ή γυναίκες, μαύρους ή λευκούς, σαν ίσους και αδελφούς ή αδελφές ενωμένους στον γενικό στόχο του αγώνα ενάντια στο κεφάλαιο.

Γυναίκες στον αγώνα

Είναι αναγκαίο να προσεγγίσουμε τις γυναίκες της εργατικής τάξης εκεί που βρίσκονται. Και δε βρίσκονται μόνο στους χώρους εργασίας, από τους οποίους πολλές γυναίκες έχουν αποκλειστεί παρά τη θέλησή τους. Πολλές γυναίκες μπορούν να μπουν στον αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό και σε άλλα ζητήματα – στο ζήτημα της κατοικίας, το υψηλό κόστος ζωής, τα πολύ ψηλά ενοίκια κ.λπ. Αυτό φάνηκε από την καμπάνια ενάντια στο κεφαλικό φόρο (τον pall tax) στη Βρετανία. Πάνω απ’ όλα, όπου ξεσπά μια απεργία, είναι πολύ σημαντικό να συμμετέχουν ενεργά και οι σύζυγοι των απεργών. Μπορούν να εμφανιστούν τεράστια αποθέματα δύναμης, αλλά αυτό συχνά υποτιμάται από τους άντρες εργαζόμενους. Η εμπειρία έχει δείξει πως, όπου οι γυναίκες οργανώνονται σε «επιτροπές στήριξης», συνδεδεμένες με τα συνδικάτα και τις απεργιακές επιτροπές, μπορούν να διαδραματίσουν ένα ανεκτίμητο ρόλο σε μια απεργία. Τη στιγμή που οι γυναίκες γίνονται ενεργές στον αγώνα, ολόκληρη η αντίληψή τους μετασχηματίζεται πολύ γρήγορα. Ακόμα και οι γυναίκες, που ήταν πριν πολιτικά καθυστερημένες, συντηρητικές ή θρησκόληπτες, μπορούν πολύ γρήγορα να αναπτύξουν μια επαναστατική συνείδηση, ειδικά εκεί που είναι παρούσα μια μαρξιστική τάση, για να τις βοηθήσει και να εξηγήσει.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, θα πρέπει πάντα να είμαστε προετοιμασμένοι να πάρουμε πρωτοβουλίες, βοηθώντας την εμπλοκή των γυναικών. Προφανώς, αυτό θα πρέπει να γίνει σε στενή επαφή με το συνδικάτο και την απεργιακή επιτροπή και όχι σαν κάτι που θα είναι απέναντι στο επίσημο κίνημα, όπως πάντα προσπαθούν να κάνουν οι σέχτες και οι αναρχικοί. Τέτοιες στημένες επιτροπές δεν μπορούν να έχουν μια ανεξάρτητη ύπαρξη και θα τείνουν να διαλυθούν, μόλις το κίνημα σταματήσει. Η προσπάθεια να κρατηθούν τεχνητά στη ζωή, στην πραγματικότητα, σημαίνει πως θα τείνουν να γραφειοκρατικοποιηθούν και να μονοπωληθούν από μη αντιπροσωπευτικά στοιχεία, μικροαστούς – έτσι ώστε όταν το κίνημα διογκωθεί ξανά αυτές να αποτελούν εμπόδιο. Ο σκοπός της συμμετοχής σε τέτοιες επιτροπές δεν είναι να τις στρέψουμε ενάντια στα συνδικάτα, αλλά να εξασφαλίσουμε πως οι γυναίκες αρχίζουν να ενεργοποιούνται στις εργατικές οργανώσεις για να τις μεταμορφώσουν. Οι καλύτερες από αυτές θα πρέπει να στρατολογηθούν στη μαρξιστική τάση.

Όπου έχουμε τις δυνάμεις, θα πρέπει να οργανώνουμε εξορμήσεις πόρτα-πόρτα σε εργατικές περιοχές. Η εφημερίδα μας θα πρέπει να περιλαμβάνει άρθρα γραμμένα σε εκλαϊκευμένη και ευανάγνωστη μορφή που θα ασχολούνται ειδικά με τα συγκεκριμένα προβλήματα της περιοχής και θα προσπαθεί να οργανώσει συναντήσεις των συνδρομητών ή ομάδες μαρξιστικών συζητήσεων. Αυτή η δραστηριότητα μπορεί να οργανωθεί μέσω του τοπικού τομέα ή της οργάνωσης νεολαίας. Έχει συγκεκριμένο στόχο, όπου υπάρχει κάποιο καυτό ζήτημα, όπως οι αυξήσεις των ενοικίων, που θα κινητοποιήσει πολλές γυναίκες. Αλλά μπορεί να έχει επιτυχία ακόμα και σε «κανονικές» περιόδους, ειδικά όταν διεξάγεται σε τακτική βάση. Οι γυναίκες της εργατικής τάξης θα μας δουν με σοβαρότητα στο βαθμό που παρουσιαζόμαστε σαν σταθεροί αγωνιστές των συμφερόντων τους στα συγκεκριμένα ζητήματα που επηρεάζουν την καθημερινή τους ζωή.

Όμως, σε τελική ανάλυση, η χειραφέτηση των γυναικών θα επιτευχθεί μόνο με τη χειραφέτηση της εργατικής τάξης ως σύνολο. «Ενώ βελτιώνουμε τη δουλειά του κόμματος στο γυναικείο προλεταριάτο, κάτι που αποτελεί άμεσο καθήκον των κομμουνιστικών κομμάτων τόσο της Δύσης όσο και της Ανατολής, το Τρίτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνής τονίζει την ίδια στιγμή προς τις εργαζόμενες γυναίκες ολόκληρου του κόσμου, πως η απελευθέρωσή τους από αιώνες σκλαβιάς, στέρησης δικαιωμάτων και ανισότητας, είναι δυνατή μόνο μέσα από τη νίκη του κομμουνισμού και πως το κίνημα των αστών γυναικών είναι ολοκληρωτικά ανίκανο να εγγυηθεί στις γυναίκες εκείνο που ο κομμουνισμός δίνει. Όσο υπάρχει η εξουσία του κεφαλαίου και η ατομική ιδιοκτησία, η απελευθέρωση της γυναίκας από την εξάρτηση του συζύγου δεν μπορεί να προχωρήσει παραπέρα από το δικαίωμα διάθεσης της προσωπικής της περιουσίας και του μισθού της και να αποφασίζει ισότιμα με το σύζυγό της για το μέλλον των παιδιών της» (Θέσεις Αποφάσεις και Διακηρύξεις των Πρώτων Τεσσάρων Συνεδρίων της Κομμουνιστικής Διεθνούς, σ. 214-5).

Κομμουνισμός και οικογένεια

Από τις πρώτες ημέρες του μαρξισμού, το ζήτημα της χειραφέτησης των γυναικών έχει καταλάβει κεντρική θέση στις αντιλήψεις του. Στις «Αρχές του Κομμουνισμού», που έγραψε ο Ένγκελς πριν από το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, διαβάζουμε:

«Ερώτηση 21: Ποια επιρροή θα έχει η κομμουνιστική κοινωνία στην οικογένεια;

Απάντηση: Θα κάνει τη σχέση μεταξύ των φύλων ένα αυστηρά προσωπικό ζήτημα, που θα αφορά μόνο τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα και η κοινωνία δεν θα μπορεί να ανακατευτεί καθόλου. Θα μπορεί να το κάνει αυτό, επειδή καταργεί την ατομική ιδιοκτησία και θα εκπαιδεύει κοινωνικά τα παιδιά, καταστρέφοντας συνεπώς τους δύο θεμέλιους λίθους του έως τώρα υπαρκτού γάμου – την εξάρτηση της συζύγου από το σύζυγό της και των παιδιών από τους γονείς υπό τους όρους της ατομικής ιδιοκτησίας. Αυτή είναι μια απάντηση στις κραυγές που βγαίνουν από τους ηθικολόγους φιλισταίους ενάντια στην κομμουνιστική κοινοκτημοσύνη των γυναικών. Η κοινοκτημοσύνη των γυναικών είναι μια σχέση που ανήκει ολοκληρωτικά στην αστική κοινωνία και υπάρχει σήμερα, με τέλεια μορφή την πορνεία. Η πορνεία, παρ’ όλα αυτά, έχει τις ρίζες της στην ατομική ιδιοκτησία και θα καταργηθεί μαζί της. Συνεπώς, η κομμουνιστική οργάνωση της κοινωνίας, αντί να καθιερώσει την κοινοκτημοσύνη των γυναικών, βάζει τέλος σ’ αυτήν» (Ένγκελς, «Αρχές του Κομμουνισμού»).

Οι ρίζες της σκλαβιάς των γυναικών, όπως εξήγησε αργότερα ο Ένγκελς, πρέπει να αναζητηθούν στην ατομική ιδιοκτησία και θα υπερκεραστούν τελικά μόνο από τη ριζική κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και του καταμερισμού της εργασίας. Στην «Καταγωγή της Οικογένειας», ο Ένγκελς γράφει:

«Είδαμε παραπάνω πως το ανθρώπινο εργατικό δυναμικό έγινε ικανό, σε ένα σχετικά πρώιμο στάδιο της εξέλιξης της παραγωγής, να παράγει σημαντικά περισσότερα από ό,τι χρειαζόταν για τη ζωή του παραγωγού και πως αυτό το στάδιο, στις βασικές του γραμμές, συνέπεσε με εκείνο της πρώτης εμφάνισης του καταμερισμού εργασίας και της ανταλλαγής μεταξύ των ανθρώπων. Αυτό δεν απείχε πολύ από την ανακάλυψη της μεγάλης αλήθειας: πως και ο άνθρωπος μπορεί επίσης να αποτελεί εμπόρευμα, πως η ανθρώπινη δύναμη μπορεί να ανταλλαχθεί και να χρησιμοποιηθεί, μετατρέποντας τον άνθρωπο σε σκλάβο. Οι άνθρωποι είχαν μόλις αρχίσει να εμπλέκονται σε εμπορικές ανταλλαγές όταν, και οι ίδιοι ανταλλάσσονταν. Οι ενεργοί έγιναν παθητικοί, ανεξάρτητα αν ο άνθρωπος το ήθελε ή όχι» (Ένγκελς, «Η Καταγωγή της Οικογένειας, της Ατομικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους»).

Οι σχέσεις μεταξύ αντρών και γυναικών κάτω από τον καπιταλισμό είναι διαστρεβλωμένες και απάνθρωπες, επειδή το σύστημα της παγκόσμιας παραγωγής εμπορευμάτων υποβιβάζει τους ανθρώπους στο επίπεδο των αντικειμένων. Όχι μόνο οι σχέσεις μεταξύ των φύλων, αλλά όλες οι κοινωνικές σχέσεις γενικά, τείνουν να γίνουν απάνθρωπες και αλλοτριωμένες, κάτω από αυτό που ο Μαρξ και ο Ένγκελς περιέγραψε σαν «cash nexus». Αυτή είναι μία αφύσικη κοινωνία που κυριαρχείται από αφύσικες σχέσεις. Αμφισβητεί κανείς πως οι άνθρωποι παύουν να συμπεριφέρονται και να σκέφτονται σαν ανθρώπινες υπάρξεις και είναι ικανοί να ενεργούν ακόμα και σαν τέρατα σε κάποιες περιπτώσεις; Οι γονείς αρχίζουν να θεωρούν τα παιδιά τους σαν προσωπική τους περιουσία. Οι άντρες θεωρούν τις γυναίκες τους το ίδιο.

 Κάτω από τις ανελέητες πιέσεις της ζωής στην «ελεύθερη οικονομία», όπου το χρήμα είναι Θεός, οι σχέσεις παραμορφώνονται και διαστρεβλώνονται πέρα από κάθε σεβασμό και αναγνώριση. Όπως εξηγεί ο Ένγκελς: «Μέχρι σήμερα, τα προϊόντα είναι κυρίαρχοι του παραγωγού. Μέχρι σήμερα, η συνολική παραγωγή της κοινωνίας διαμορφώνεται, όχι από ένα συλλογικά επεξεργασμένο σχεδιασμό, αλλά από τυφλούς νόμους, που λειτουργούν τελικά καταστροφικά στις καταιγίδες των περιοδικών εμπορικών κρίσεων» (Ένγκελς, «Η Καταγωγή της Οικογένειας της Ατομικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους»).

Αν θέλουμε να ασχοληθούμε σοβαρά με το ζήτημα της σκλαβιάς των γυναικών, δεν αρκεί να ασχολούμαστε απλά με τις πιο προφανείς εκδηλώσεις της. Βέβαια, όπως έχουμε πει, είναι αναγκαίο να αγωνιστούμε ενάντια σε κάθε είδους διάκριση και ανισότητα. Αλλά μέχρι να ξεριζωθούν όλες οι ρίζες της καταπίεσης των γυναικών, η ουσία του προβλήματος δεν θα ξεπεραστεί. Οι γυναίκες θα ελευθερωθούν, μόνο όταν οι άντρες ελευθερωθούν. Κι αυτό σημαίνει, όταν η ανθρωπότητα αρχίσει να ζει μια γνήσια ανθρώπινη ζωή.

Ο Ένγκελς εξηγεί: «Εκείνο που οπωσδήποτε θα χάσει η μονογαμία είναι όλα τα χαρακτηριστικά που τη σημάδεψαν, επειδή προέκυψε από τη σχέση ιδιοκτησίας. Και αυτά είναι, πρώτον, η κυριαρχία του άντρα και, δεύτερον, το αδιάλυτο του γάμου. Η κυριαρχία του άντρα στο γάμο είναι απλά η συνέπεια της οικονομικής του κυριαρχίας και θα εξαφανιστεί μαζί της αυτόματα. Το αδιάλυτο του γάμου είναι εν μέρει το αποτέλεσμα των οικονομικών συνθηκών, κάτω από τις οποίες γεννήθηκε η μονογαμία, και εν μέρει μια παράδοση από την εποχή, όπου η σύνδεση μεταξύ αυτών των οικονομικών συνθηκών και της μονογαμίας δεν ήταν ακόμα πλήρως κατανοητή και διωκόταν από τη θρησκεία. Σήμερα, έχει ήδη διαρραγεί σε χίλιες μεριές. Αν ηθικοί είναι μόνο οι γάμοι που βασίζονται στην αγάπη τότε είναι επίσης ηθικοί μόνο εκείνοι στους οποίους η αγάπη εξακολουθεί να υφίσταται. Η διάρκεια του πόθου του ατομικού έρωτα διαφοροποιείται πολύ έντονα από άτομο σε άτομο, ειδικά στους άντρες. Και ένα οριστικό σταμάτημα της αγάπης ή η αντικατάστασή της από μια νέα παθιασμένη αγάπη κάνει το χωρισμό ευχή και για τα δύο μέρη αλλά και για την κοινωνία επίσης» (Ένγκελς, «Η Καταγωγή της Οικογένειας της Ατομικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους»).

Το πρόγραμμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς για τη μετάβαση στο σοσιαλισμό περιέγραφε: «κοινοτικά εστιατόρια, πλυντήρια, οργανισμούς κοινωνικής πρόνοιας, σπίτια κομμούνες κ.λπ. που μεταμορφώνουν την καθημερινή ζωή σε νέες, κομμουνιστικές κατευθύνσεις και απαλλάσσουν τις γυναίκες από τις δυσκολίες της μεταβατικής περιόδου. Τέτοιοι κοινωνικοί οργανισμοί, που βοηθούν στη χειραφέτηση της καθημερινής ζωής των γυναικών, μετατρέπουν το σκλάβο του νοικοκυριού και της οικογένειας σε ένα ελεύθερο μέλος της εργατικής τάξης – της τάξης που είναι αφεντικό του εαυτού της και δημιουργός νέων μορφών ζωής» (Θέσεις, Διακηρύξεις και Αποφάσεις των Πρώτων Τεσσάρων Συνεδρίων της Κομμουνιστικής Διεθνούς). Αλλά, κάτω από τις υπάρχουσες συνθήκες οπισθοδρόμησης και φτώχειας στη Ρωσία, οι ιδέες αυτές δεν μπορούσαν να μπουν ικανοποιητικά σε πρακτική εφαρμογή.

Όπως εξηγεί ο Τρότσκι: «Δεν μπορεί να καταργηθεί η οικογένεια. Πρέπει να αντικατασταθεί. Η πραγματική απελευθέρωση των γυναικών είναι απραγματοποίητη στη βάση της γενικευμένης επιθυμίας» (Τρότσκι, «Γυναίκες και Οικογένεια»). Η οικογένεια δεν μπορεί να καταργηθεί ευκολότερα από το κράτος. Η βαθμιαία εξαφάνιση και των δύο στη μετάβαση σε μια αταξική κοινωνία εξαρτάται από το μετασχηματισμό των υλικών συνθηκών της ύπαρξης των μαζών, και συνεπώς κάποια στιγμή από το μετασχηματισμό του τρόπου που οι άνθρωποι σκέφτονται και συμπεριφέρονται ο ένας στον άλλο. Σε κάποια στιγμή, με την επίτευξη της υπεραφθονίας και ενός υψηλού επιπέδου πολιτισμού, οι παλιές συνθήκες και η ψυχολογία υποταγής θα μεταμορφωθούν και, μαζί τους, και οι σχέσεις μεταξύ αντρών και γυναικών. Αλλά, η προϋπόθεση για κάτι τέτοιο είναι ο μετασχηματισμός των συνθηκών της ίδιας της ζωής τους. Η μείωση των ωρών εργασίας στο ελάχιστο δυνατό όριο είναι το «sine qua non» για την κοινωνική χειραφέτηση. Αλλά πέρα από αυτό, η πρόοδος της τεχνολογίας θα κάνει δυνατή την ολοκληρωτική κατάργηση των «δουλειών του σπιτιού» – τη βάση της σπιτικής σκλαβιάς των γυναικών.

Η ρίζα των αιτιών όλων των μορφών καταπίεσης, είτε γυναικών. είτε μαύρων, είτε άλλων καταπιεσμένων ομάδων, πρέπει, σε τελική ανάλυση, να αναζητηθεί στη σκλαβιά και την αλλοτρίωση, που είναι ριζωμένη στην εμπορευματική παραγωγή. Μόνο όταν αυτή καταργηθεί και μεταμορφωθούν οι συνθήκες ζωής ολόκληρης της κοινωνίας, θα σταματήσει τελικά να υπάρχει η οικογένεια και το κράτος – αυτά τα δυο δίδυμα υπολείμματα της βαρβαρότητας. Όταν η παλιά πρωτόγονη απάνθρωπη ψυχολογία, γέννημα της μιζέριας και της στέρησης, θα ανήκει πλέον οριστικά στο παρελθόν, θα έχουν υπάρξει οι υλικές συνθήκες για μια νέα κοινωνική τάξη πραγμάτων, στην οποία θα έχουν εξαφανιστεί τα τελευταία ίχνη εξωτερικού εξαναγκασμού και καταπίεσης και οι άντρες και οι γυναίκες θα είναι τελικά ικανοί να έχουν σχέσεις μεταξύ τους σαν ελεύθεροι άνθρωποι.

1o μέρος

2ο μέρος

3ο μέρος

Πρόσφατα Άρθρα

Σχετικά άρθρα