Από τη Συντακτική Επιτροπή της «Μαρξιστικής Φωνής»

 

Η Γενική απεργία της 15ης Μάρτη ήταν ένα σημείο σταθμός για την ταξική πάλη. Σηματοδότησε ξεκάθαρα την έναρξη μιας πιο μαζικής και αποφασιστικής εναντίωσης των εργαζόμενων στην επίθεση της κυβέρνησης και του κεφαλαίου. Αυτή η γενική απεργία είχε την μαζικότερη συμμετοχή από όλες της προηγούμενες και τούτη τη φορά – παρά τις αντίξοες καιρικές συνθήκες – συνοδεύτηκε κι από μεγάλες και μαχητικές συγκεντρώσεις.

Το κλίμα ανάμεσα στους απεργούς ήταν αρκετά διαφορετικό από το αντίστοιχο των προηγούμενων γενικών απεργιών. Οι εργαζόμενοι συμμετείχαν στη γενική απεργία περισσότερο αποφασισμένοι και με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Στην ανάπτυξη αυτής της διάθεσης  έχουν  συντελέσει μια σειρά παράγοντες. Καταρχήν το ίδιο το γεγονός της διεύρυνσης του μεγέθους της επίθεσης από την κυβέρνηση σε όλα τα τμήματα των εργαζόμενων, με τελευταία μέτωπα τις συλλογικές συμβάσεις και το ασφαλιστικό καθώς και η αποθράσυνση των αφεντικών της, βιομηχάνων, τραπεζιτών και λοιπών μεγαλοκαρχαριών του κεφαλαίου, έχουν δημιουργήσει ένα αίσθημα γενικευμένης οργής που γυρεύει όλο και πιο πολύ να εκφραστεί εντονότερα, μέσα από γεγονότα ικανά να το φέρουν στην επιφάνεια με αποτελεσματικό τρόπο, όπως είναι μια γενική απεργία.

Επίσης τα μαχητικά παραδείγματα εργαζόμενων που συγκρούστηκαν με τα αφεντικά και την κυβέρνηση για να υπερασπίσουν το δικαιώματά τους όπως οι ναυτεργάτες και οι εργάτες στα Φωσφορικά Λιπάσματα  και την «Κόκα-Κόλα», έδειξαν το δρόμο για όλο το εργατικό κίνημα και ανέβασαν την αγωνιστική διάθεση στις τάξεις του. Ιδιαίτερα ο ηρωικός αγώνας των ναυτεργατών έγινε ένα σημείο αναφοράς για τους πιο πρωτοπόρους εργαζόμενους και σύμβολο πάλης ενάντια σε κυβέρνηση και αστική τάξη για όλους τους υπόλοιπους, στρέφοντας πιο γρήγορα τις συνειδήσεις προς τον δρόμο του αγώνα.

Τέλος, η ίδια η εικόνα κρίσης που εμφανίζει η κυβέρνηση σαν αποτέλεσμα της αποδοκιμασίας της πολιτικής της και των απανωτών σκανδάλων και η κάθετη πτώση της δημοτικότητάς της στα γκάλοπ, είναι στοιχεία που αυξάνουν την αυτοπεποίθηση των εργαζόμενων και καλλιεργούν την αίσθηση πως η κυβέρνηση στην πραγματικότητα δεν είναι όσο ισχυρή και «ανίκητη» επιχειρεί να εμφανιστεί.

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΚΛΙΜΑΚΩΣΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ

Μια γενική απεργία όμως, από μόνη της όσο επιτυχημένη κι αν είναι, δεν αρκεί να ανατρέψει την αντεργατικά σχέδια κυβέρνησης και αστικής τάξης. Η επιθετικότητά των καπιταλιστών δεν πρόκειται να καμφθεί εύκολα, γιατί όσο αισθάνονται ότι έχουν στην εξουσία μια απόλυτα ελεγχόμενη κυβέρνηση, χωρίς μια ισχυρή αριστερή αντιπολίτευση, θα βλέπουν τη σημερινή συγκυρία σαν μια μεγάλη ευκαιρία για να αφαιρέσουν όσες περισσότερες κατακτήσεις μπορούν. Αυτό εξηγεί και τις προκλητικές δηλώσεις του  προέδρου του ΣΕΒ μια μέρα μόλις μετά τη γενική απεργία, με τις οποίες βάφτισε «γενναιόδωρες» τις αυξήσεις της τάξεως του 2,8%, έθεσε ξανά ζήτημα κατάργησης των συλλογικών συμβάσεων και απελευθέρωσης των απολύσεων και μίλησε ανοιχτά για μείωση συντάξεων  και αύξηση ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης.  Αυτή η σκληρή στάση των καπιταλιστών μπορεί να καμφθεί μόνο αν  ο αγώνας των εργαζόμενων είναι καλά οργανωμένος, ενιαίος, διαρκής και επίμονος.

 Δυστυχώς όμως η ηγεσία της ΓΣΕΕ  δείχνει με τη στάση της, ότι αντί να προετοιμάζεται για τα επόμενα βήματα κλιμάκωσης του αγώνα, θέλει απλά να χρησιμοποιήσει τη γενική απεργία σαν διαπραγματευτικό χαρτί για να αποσπάσει λίγα ψίχουλα παραπάνω από την εργοδοσία ως αυξήσεις στους μισθούς. Αυτό που αντίθετα θα έπρεπε να κάνει η συνδικαλιστική ηγεσία μετά από την πιο επιτυχημένη γενική απεργία των τελευταίων χρόνων, είναι να επιδιώξει την κοινή δράση όλων των μερίδων του εργατικού κινήματος γύρω από ένα ενιαίο, πανεργατικό πρόγραμμα πάλης, που θα κλιμακωθεί με μια 48ωρη γενική απεργία στις αρχές Απρίλη, περιλαμβάνοντας ενδιάμεσα, κυλιόμενες απεργίες κατά κλάδο και νομό που θα κάμψουν τη σκληρή στάση κυβέρνησης και εργοδοσίας. Για την επιτυχία αυτού του προγράμματος απαιτείται μια αποφασιστική εκστρατεία ενημέρωσης και κινητοποίησης στους χώρους δουλειάς, έτσι ώστε οι εργαζόμενοι να βλέπουν έμπρακτα ότι τα συνδικάτα και η ηγεσία τους διεξάγουν σοβαρά τη μάχη. Μόνο αυτός ο δρόμος μπορεί να οδηγήσει στην ανατροπή της αντεργατικής πολιτικής της κυβέρνησης και οι αγωνιστές του εργατικού κινήματος πρέπει να τον επιβάλουν μέσα από τη δραστήρια και ενεργή συμμετοχή τους στα συνδικάτα.

ΤΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

Οι εργαζόμενοι παρά τη μεγάλη συμμετοχή τους στην γενική απεργία, συνεχίζουν να βλέπουν το μέλλον με έντονο προβληματισμό, εξαιτίας της απουσίας μιας ισχυρής αριστερής πολιτικής λύσης. Η πλήρης κυριαρχία της δεξιάς, αστικής ηγεσίας στο ΠΑΣΟΚ που μετέτρεψε το κόμμα σε έναν αποστεωμένο εκλογικό μηχανισμό και η απουσία κοινής – μετωπικής δράσης των δύο πόλων της παραδοσιακής αριστεράς, του ΚΚΕ και του ΣΥΝ, γύρω από την υπεράσπιση των στοιχειωδών εργατικών συμφερόντων , μεγαλώνει το «αριστερό» κενό και μαζί και τον σκεπτικισμό για το μέλλον στις τάξεις των πλατειών μαζών των εργαζόμενων. Οι εργαζόμενοι καταλαβαίνουν ότι όσο αυτή η κατάσταση συνεχίζει να παρατείνεται, η αστική τάξη θα εμφανίζεται αμείωτα επιθετική, αισθανόμενη ότι είναι κυρίαρχη του πολιτικού σκηνικού και ότι έτσι οι αγώνες τους θα μένουν πολιτικά αδικαίωτοι.

Με δεδομένη την σημερινή απουσία μιας ισχυρής αριστερής πτέρυγας στο ΠΑΣΟΚ, το πολιτικό καθήκον της παροχής πολιτικής λύσης στους εργαζόμενους πέφτει κατά κύριο λόγο στους ωμούς των μελών και των στελεχών του ΚΚΕ και του ΣΥΝ. Είναι ανάγκη να συνειδητοποιηθεί το ότι τα μέτωπα που έχουν ως τώρα δημιουργήσει οι σημερινές ηγεσίες των δύο κομμάτων της «παραδοσιακής» Αριστεράς και αναφερόμαστε τόσο στο ΠΑΜΕ και άλλες εκλογικές κυρίως συμμαχίες για το ΚΚΕ, όσο και στο ΣΥΡΙΖΑ για τον ΣΥΝ, έχουν αποδειχθεί ανεπαρκή για να εκφράσουν τις ανάγκες των εργαζόμενων και να συσπειρώσουν τους χιλιάδες αριστερούς αγωνιστές του ΠΑΣΟΚ που έχουν μείνει σήμερα χωρίς ισχυρή πολιτική εκπροσώπηση. Το καθήκον λοιπόν που θέτει επιτακτικά η παρούσα ιστορική συγκυρία δεν είναι τίποτα λιγότερο από την ενότητα ΚΚΕ – ΣΥΡΙΖΑ – αριστερών αγωνιστών και εργατικής βάσης του ΠΑΣΟΚ. Αυτή η ενότητα πρέπει να χτιστεί μέσα από τους αγώνες του σήμερα και να επεκταθεί στις πολιτικές μάχες που υπάρχουν μπροστά μας, με άξονα ένα πρόγραμμα για τον ριζικό, σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Μόνο αυτή η προοπτική μπορεί να ενθουσιάσει τους εργαζόμενους, να δώσει  αυτοπεποίθηση στους αγώνες τους και έναν ρεαλιστικό πολιτικό σκοπό ικανό να τους συσπειρώσει.

Μέσα από αυτό το πρίσμα πρέπει να αντιμετωπιστούν και οι επερχόμενες Δημοτικές εκλογές. Οι εκλογές αυτές πρέπει να υποταχθούν στο ανώτερο καθήκον της πολιτικής εκπροσώπησης του σκληρού αγώνα που δίνουν οι εργαζόμενοι σήμερα ενάντια στην αστική τάξη και την κυβέρνησή της. Κι η πιο αποτελεσματική εκπλήρωση αυτού του καθήκοντος μπορεί να υπάρξει μόνο μέσα από την ευρύτερη δυνατή ενότητα της Αριστεράς. Οι αφ’ υψηλού ανοησίες περί εκλογών «αυτοδιοικητικών» κριτηρίων που παραδοσιακά χρησιμοποιεί η ηγεσία του ΣΥΝ για να δικαιολογήσει την – χωρίς αριστερές πολιτικές αρχές – συμμαχία της με δεξιούς και εκτεθειμένους απέναντι στους εργαζόμενους τοπικούς παράγοντες του χώρου του ΠΑΣΟΚ, αλλά  και η  έμμονη σε έναν μοναχικό δρόμο καταγραφής των κομματικών δυνάμεων που πρεσβεύει η ηγεσία του ΚΚΕ στέκονται εμπόδια σε αυτό το καθήκον. Για να ηττηθεί πολιτικά η κυβέρνηση και τα αφεντικά της μόνος ένας δρόμος υπάρχει : η δημιουργία σε όλη τη χώρα μαζικών ενωτικών αριστερών συνδυασμών που θα πολιτικοποιήσουν της εκλογές και θα τις μετατρέψουν σε ένα εφαλτήριο για το κέρδισμα της υποστήριξης των εκατομμυρίων της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων σε μια αριστερή σοσιαλιστική διέξοδο από την καπιταλιστική βαρβαρότητα.