Λέον Τρότσκι: Η ζωή και το έργο του – Μέρος 1ο

Με αφορμή την άθλια, ανιστόρητη σειρά ρωσικής παραγωγής που προβάλλεται στο κανάλι "Netflix" για τον Τρότσκι και την οποία οι εγκέφαλοι της ΕΡΤ έσπευσαν να εξασφαλίσουν για προβολή στην Ελλάδα το επόμενο διάστημα, δημοσιεύουμε σε δύο μέρη ένα πολύ καλό κείμενο του Άλαν Γουντς. Περιγράφει συνοπτικά την αληθινή ζωή του μεγάλου μπολσεβίκου επαναστάτη και αναφέρεται στο πραγματικό πολιτικό έργο και τις ιδέες του. Η καλύτερη απάντηση των κομμουνιστών σε αυτή τη διεθνή τηλεοπτική απόπειρα κατασυκοφάντησης του Τρότσκι είναι το άνοιγμα της συζήτησης για το επαναστατικό του παράδειγμα και την κολοσσιαία συμβολή του στην υπεράσπιση και ανάπτυξη των ιδεών του μαρξισμού.

trotsky-1920.gif

Ο Λεβ Νταβίντοβιτς Μπρονστάιν γεννήθηκε το 1879 στο χωριό Γιάνοφκα της Ουκρανίας. Ξεκίνησε την επαναστατική του σταδιοδρομία τον Μάρτιο του 1897, στο Νικολάγιεφ, όπου οργάνωσε την πρώτη παράνομη εργατική οργάνωση, την Εργατική Ένωση της Νότιας Ρωσίας.

Συνελήφθη για πρώτη φορά όταν ήταν μόλις 19 ετών και έμεινε δυόμισι χρόνια στη φυλακή, ενώ μετά εκτοπίστηκε στη Σιβηρία. Όμως απέδρασε σύντομα και χρησιμοποιώντας ένα πλαστό διαβατήριο κατάφερε να βγει έξω από τη Ρωσία και να συνδεθεί με τον Λένιν στο Λονδίνο.

Σε μία ειρωνεία από τις οποίες η Ιστορία είναι τόσο πλούσια, το όνομα που αναγραφόταν στο πλαστό του διαβατήριο ήταν «Τρότσκι» και ήταν παρμένο από το όνομα ενός από τους δεσμοφύλακές του. Ήταν το όνομα με το οποίο επρόκειτο αργότερα να αποκτήσει παγκόσμια φήμη.

Δυστυχώς, η αρχική συνεργασία ανάμεσα στον Λένιν και τον Τρότσκι, αντιμετώπισε ένα απροσδόκητο εμπόδιο με τη διάσπαση που συντελέστηκε στο Β’ Συνέδριο του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος.

Έχουν γραφεί πολλές ανοησίες για το περίφημο Β’ Συνέδριο του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, χωρίς καμία από αυτές να εξηγεί στο ελάχιστο τους λόγους της διάσπασης. Στο Β’ Συνέδριο, η διαμάχη ανάμεσα στις δύο πτέρυγες της «Ίσκρα» έπιασε τους πάντες εξαπίνης, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που ήταν άμεσα εμπλεκόμενοι. Ξέσπασε λόγω της σύγκρουσης ανάμεσα στη θέση του Λένιν για τη συγκρότηση ενός επαναστατικού κόμματος με μεγάλο βαθμό πειθαρχίας και δραστηριότητας και σε εκείνη των μελών της ομάδας «Εργατική Χειραφέτηση», οι οποίοι ένιωθαν άνετα στη ρουτίνα τους και δεν έβλεπαν την ανάγκη για καμιά αλλαγή. Αυτοί υποβάθμιζαν τη θέση του Λένιν σε προϊόν της προσωπικότητάς του και της επιθυμίας του, τάχα, να είναι στο επίκεντρο της προσοχής, καθώς και σε δήθεν βοναπαρτιστικές και αριστερίστικες τάσεις που υποτίθεται ότι τον διέκριναν.

Αρχικά, ο Τρότσκι είχε υποστηρίξει τη μειοψηφία (μενσεβίκοι) ενάντια στον Λένιν. Αυτό είχε οδηγήσει στο λανθασμένο συμπέρασμα ότι ο Τρότσκι ήταν ένας «μενσεβίκος». Όμως, στο Β’ Συνέδριο, ο μπολσεβικισμός και ο μενσεβικισμός δεν είχαν εμφανισθεί ως ξεκάθαρα καθορισμένες πολιτικές τάσεις. Μόνο έναν χρόνο αργότερα, το 1904, άρχισαν να εμφανίζονται οι πολιτικές διαφορές ανάμεσα στις δύο τάσεις και δεν είχαν σε τίποτα να κάνουν με το ζήτημα του «συγκεντρωτισμού» ή του «μη συγκεντρωτισμού». Οι διαφορές αυτές ήταν πάνω σε βασικά ζητήματα-διλήμματα που αντιμετώπιζε η επανάσταση, όπως «συνεργασία με τους φιλελεύθερους αστούς ή ταξική ανεξαρτησία». Αμέσως μόλις εμφανίσθηκαν οι αληθινές πολιτικές διαφορές, ο Τρότσκι «έσπασε» από τους μενσεβίκους και παρέμεινε τυπικά ανεξάρτητος και από τις δύο φράξιες μέχρι το 1917.

Ο Τρότσκι το 1905

Την παραμονή του Ρωσοϊαπωνικού πολέμου, ολόκληρη η Ρωσία βρισκόταν σ’ έναν προεπαναστατικό αναβρασμό. Το απεργιακό κύμα ακολουθήθηκε από φοιτητικές διαδηλώσεις. Ο αναβρασμός επηρέασε τους φιλελεύθερους αστούς που ξεκίνησαν μια εκστρατεία κινητοποιήσεων, βασισμένων στα «Ζέμστβο», τις τοπικές επιτροπές στην ύπαιθρο, που τους χρησίμευαν ως πλατφόρμα.

 Το ζήτημα που προέκυψε τότε, ήταν το ποια πρέπει να είναι η θέση των μαρξιστών για την πολιτική εκστρατεία των φιλελεύθερων. Οι μενσεβίκοι ήταν υπέρ της ολοκληρωτικής υποστήριξης των φιλελεύθερων. Οι μπολσεβίκοι αντιτάχθηκαν ριζικά σε κάθε είδος υποστήριξης στους φιλελεύθερους και βγήκαν στο δημόσιο προσκήνιο με ισχυρή κριτική απέναντί τους.

Ο Τρότσκι είχε την ίδια θέση με τους μπολσεβίκους και αυτή η θέση ήταν που τον οδήγησε να «σπάσει» από τους μενσεβίκους. Από αυτή τη στιγμή μέχρι το 1917, ο Τρότσκι παρέμεινε οργανωτικά διαχωρισμένος και από τις δύο τάσεις, αν και σε όλα τα πολιτικά ζητήματα ήταν πάντα πιο κοντά στους μπολσεβίκους από τους μενσεβίκους.

Η επαναστατική κατάσταση ωρίμαζε γρήγορα. Οι στρατιωτικές ήττες του τσαρικού στρατού προστέθηκαν στην αυξανόμενη λαϊκή δυσαρέσκεια που τελικά ξέσπασε στη διαδήλωση της 9ης Ιανουαρίου του 1905 στην Πετρούπολη, η οποία και πνίγηκε στο αίμα. Αυτό το σημείο ήταν η αφετηρία της επανάστασης του 1905, στην οποία ο Τρότσκι έπαιξε ένα διακεκριμένο ρόλο.

Σε ηλικία μόνο 26 ετών, ο Τρότσκι έγινε πρόεδρος του Σοβιέτ της Πετρούπολης, του πιο σπουδαίου από τα όργανα τα οποία ο Λένιν περιέγραψε ως «τα έμβρυα της επαναστατικής εξουσίας». Τα πιο πολλά από τα μανιφέστα και τις αποφάσεις γράφτηκαν από τον Τρότσκι, ο οποίος εξέδιδε επίσης και την εφημερίδα του Σοβιέτ, την «Ισβέστια».

Το 1905 ο Τρότσκι ανέλαβε τη διεύθυνση του περιοδικού «Γκαζέτα» και το μετέτρεψε στην καθημερινή επαναστατική εφημερίδα «Νατσαλό», που είχε μαζική κυκλοφορία, χρησιμοποιώντας τη για να κάνει ευρύτερα γνωστές τις απόψεις του για την επανάσταση, οι οποίες ήταν κοντά σε εκείνες των μπολσεβίκων και σε πλήρη αντίθεση με το μενσεβικισμό.

Ήταν φυσικό ότι, παρά την οξεία φιλονικία που αναπτύχθηκε στο Β’ Συνέδριο, η δουλειά των μπολσεβίκων και του Τρότσκι γινόταν από κοινού στην κατεύθυνση της προώθησης της επανάστασης. Έτσι η «Νατσαλό» του Τρότσκι και η μπολσεβίκικη «Νόβαγια Ζιζν» που εκδιδόταν από το Λένιν, εργάσθηκαν αλληλέγγυα, υποστηρίζοντας η μία την άλλη ενάντια στις επιθέσεις της αντίδρασης, χωρίς να ανταλλάσσουν πολεμικές.

Ως πρόεδρος του Σοβιέτ της Πετρούπολης, ο Τρότσκι συνελήφθη μετά την ήττα της επανάστασης μαζί με τα άλλα μέλη του Σοβιέτ και εκτοπίστηκε για μια ακόμη φορά στη Σιβηρία. Από το εδώλιο του κατηγορουμένου, ο Τρότσκι έβγαλε έναν εξαιρετικό λόγο, δριμύ κατηγορώ ενάντια στο τσαρικό καθεστώς. Τελικά καταδικάσθηκε σε «διαρκή εκτόπιση», αλλά στην πράξη παρέμεινε στη Σιβηρία για οκτώ μέρες μόνο μέχρι να δραπετεύσει. Το 1906 αυτο-εξορίσθηκε ξανά, αυτή τη φορά στην Αυστρία, όπου συνέχισε την επαναστατική του δραστηριότητα, ιδρύοντας μία εφημερίδα στη Βιέννη με το όνομα «Πράβντα».  Με το απλό και ελκυστικό της στυλ, η «Πράβντα» του Τρότσκι απέκτησε σύντομα ένα κύρος με το οποίο δεν μπορούσε να συγκριθεί καμία άλλη σοσιαλδημοκρατική έκδοση εκείνη την εποχή.

Τα χρόνια της αντίδρασης που ακολούθησαν την ήττα του 1905, ήταν μάλλον η πιο δύσκολη περίοδος στην ιστορία του ρωσικού εργατικού κινήματος. Οι μάζες ήταν εξουθενωμένες από τον αγώνα. Οι διανοούμενοι είχαν αποθαρρυνθεί. Υπήρξε ένα γενικευμένο αίσθημα απαισιοδοξίας, ακόμα και απελπισίας, καθώς υπήρξαν πολλές περιπτώσεις αυτοκτονιών.

Από την άλλη πλευρά, μέσα σε αυτή τη γενικευμένη αντιδραστική κατάσταση, οι μυστικιστικές και θρησκευτικές ιδέες απλώθηκαν σαν ένα μαύρο σύννεφο πάνω από τους κύκλους των διανοουμένων, βρίσκοντας αντανάκλαση μέσα στο εργατικό κίνημα με μια σειρά αποπειρών να αναθεωρηθούν οι φιλοσοφικές βάσεις του μαρξισμού.

Σε αυτά τα δύσκολα χρόνια, ο Λένιν αφιερώθηκε σ’ έναν αδιάλλακτο αγώνα ενάντια στον ρεφορμισμό, για την υπεράσπιση της μαρξιστικής θεωρίας. Όμως, ήταν ο Τρότσκι αυτός που προσέφερε την αναγκαία θεωρητική βάση πάνω στην οποία η Ρώσικη επανάσταση μπόρεσε να αναστηθεί από την ήττα του 1905 και να προχωρήσει προς τη νίκη.

Η θεωρία της Διαρκούς επανάστασης

 

1905cover-small.jpgΗ εμπειρία της επανάστασης του 1905 έβγαλε απότομα στην επιφάνεια τις διαφορές μεταξύ μπολσεβικισμού και μενσεβικισμού, ουσιαστικά δηλαδή τη διαφορά μεταξύ του ρεφορμισμού και του μαρξισμού. Όπως και ο Λένιν, ο Τρότσκι θεώρησε απαράδεκτη την πολιτική ταξικής συνεργασίας του Νταν, του Πλεχάνωφ και των άλλων και τόνισε ότι το προλεταριάτο και η αγροτιά είναι οι μόνες ικανές δυνάμεις να οδηγήσουν την επανάσταση μέχρι το τέλος. Ακόμα και πριν το 1905, κατά τη διάρκεια των συζητήσεων πάνω στο ζήτημα των ταξικών συμμαχιών, ο Τρότσκι είχε αναπτύξει τις γενικές γραμμές της Θεωρίας της Διαρκούς επανάστασης, μίας από τις πιο σπουδαίες συνεισφορές του στη μαρξιστική θεωρία.

Σε τι συνίσταται όμως αυτή η θεωρία; Οι μενσεβίκοι υποστήριζαν ότι η Ρώσικη επανάσταση θα έπρεπε να είναι αστικοδημοκρατικής φύσης και ότι η εργατική τάξη δεν θα πρέπει να έχει τη φιλοδοξία να πάρει την εξουσία, αλλά θα πρέπει απλά να υποστηρίξει τη φιλελεύθερη αστική τάξη. Με αυτό το μηχανιστικό τρόπο σκέψης, οι μενσεβίκοι διακωμώδησαν τις ιδέες του Μαρξ για την εξέλιξη της κοινωνίας.

Η μενσεβικική θεωρία των «σταδίων» τοποθετούσε τη σοσιαλιστική επανάσταση στο μακρινό μέλλον. Στο μεσοδιάστημα, η εργατική τάξη έπρεπε να συμπεριφερθεί ως παράρτημα της «φιλελεύθερης» αστικής τάξης. Αυτή είναι η ίδια ρεφορμιστική θεωρία, που αρκετά χρόνια αργότερα επρόκειτο να οδηγήσει στην ήττα την εργατική τάξη στην Κίνα το 1927, στην Ισπανία το 1936-39, στην Ινδονησία το 1965 και στη Χιλή το 1973.

«Η αστική τάξη στη συντριπτική της πλειοψηφία», έγραψε ο Λένιν το 1905, «αναπόφευκτα θα στραφεί στην αντεπανάσταση και ενάντια στο λαό αμέσως μόλις ικανοποιηθούν τα στενά και ιδιοτελή της συμφέροντα, αμέσως μόλις «οπισθοχωρήσει» από τη συνεπή δημοκρατία (και έχει ήδη οπισθοχωρήσει από αυτήν!)». (Λένιν, Άπαντα τόμος 9, σελ. 98 Αγγλική έκδοση).

Πάνω στο ζήτημα της στάσης απέναντι στα αστικά κόμματα, ο Λένιν και ο Τρότσκι βρίσκονταν σε πλήρη συμφωνία ενάντια στους μενσεβίκους, οι οποίοι κρύβονταν πίσω από την αστική φύση της επανάστασης χρησιμοποιώντας την ως μανδύα για την υποταγή των εργατικών κομμάτων στην αστική τάξη. Επιχειρηματολογώντας ενάντια στην ταξική συνεργασία, τόσο ο Λένιν όσο και ο Τρότσκι, εξήγησαν ότι μόνο η εργατική τάξη σε συμμαχία με τις αγροτικές μάζες θα μπορούσε να φέρει σε πέρας τα καθήκοντα της αστικοδημοκρατικής επανάστασης.

Όμως, πώς ήταν δυνατόν για τους εργάτες να έρθουν στην εξουσία σε μια καθυστερημένη, ημιφεουδαρχική χώρα όπως η τσαρική Ρωσία; Ο Τρότσκι απάντησε το 1905 σ’ αυτό το ζήτημα με τον ακόλουθο τρόπο: «Είναι δυνατό να έρθουν οι εργάτες στην εξουσία σε μια οικονομικά καθυστερημένη χώρα γρηγορότερα απ’ ότι σε μια ανεπτυγμένη χώρα … κατά τη γνώμη μας, η Ρώσικη επανάσταση θα δημιουργήσει συνθήκες στις οποίες η εξουσία θα μπορέσει να περάσει στα χέρια των εργατών … και στην περίπτωση της νίκης της επανάστασης, έτσι πρέπει να γίνει, πριν οι πολικοί αστέρες του αστικού φιλελευθερισμού έχουν την ευκαιρία να επιδείξουν πλήρως τα ταλέντα τους για τη διακυβέρνηση». (Τρότσκι «Αποτελέσματα και Προοπτικές», σελ. 195, αγγλική έκδοση).

Μήπως αυτό σήμαινε, όπως αργότερα ισχυρίστηκαν οι σταλινικοί, ότι ο Τρότσκι αρνήθηκε την αστική φύση της επανάστασης; Ο ίδιος ο Τρότσκι εξηγεί: «Στην επανάσταση, στο ξεκίνημα του 20ου αιώνα, τα άμεσα αντικειμενικά καθήκοντα της οποίας είναι επίσης αστικά, εμφανίζεται ως μια κοντινή προοπτική το αναπόφευκτο ή τουλάχιστον το δυνατό, της πολιτικής κυριαρχίας του προλεταριάτου. Το ίδιο το προλεταριάτο θα δει ότι αυτή η κυριαρχία δεν είναι απλά ένα περαστικό «επεισόδιο», όπως κάποιοι ρεαλιστές Φιλισταίοι ελπίζουν. Όμως θα αναρωτιόμασταν: είναι αναπόφευκτο να συντριβεί η προλεταριακή επανάσταση πάνω στα τείχη της αστικής επανάστασης ή είναι δυνατόν στις δοσμένες παγκόσμιες ιστορικές συνθήκες, να μπορεί το προλεταριάτο, να ανακαλύψει, ότι βρίσκεται μπροστά στη προοπτική του σπασίματος αυτών των τειχών;» (Τρότσκι, Αποτελέσματα και Προοπτικές, σελ. 199-200, δική μας έμφαση).

Το 1905, μόνο ο Τρότσκι ήταν έτοιμος να υπερασπιστεί την ιδέα ότι είναι δυνατόν να θριαμβεύσει η σοσιαλιστική επανάσταση στην Ρωσία πριν από την Δυτική Ευρώπη. Ο Λένιν είχε ακόμα μια ασαφή θέση. Γενικά η θέση του Τρότσκι ήταν πολύ κοντά σ’ αυτή των μπολσεβίκων, όπως ο ίδιος ο Λένιν παραδέχθηκε αργότερα. Όμως το 1905, μόνο ο Τρότσκι ήταν προετοιμασμένος να θέσει την ανάγκη για τη σοσιαλιστική επανάσταση στη Ρωσία μ’ έναν καθαρό και τολμηρό τρόπο. Δώδεκα χρόνια αργότερα, η ιστορία επρόκειτο να αποδείξει ότι είχε δίκιο.

Ο Τρότσκι και το ζήτημα της ενότητας

Την περίοδο της επαναστατικής ανάκαμψης οι δύο πτέρυγες του κινήματος ενοποιήθηκαν. Όμως η ενότητα ήταν περισσότερο τυπική παρά ουσιαστική. Με τη νέα ύφεση του κινήματος η ροπή των μενσεβίκων προς τον οπορτουνισμό επανεμφανίσθηκε.

Η πραγματική διαφορά μεταξύ του Τρότσκι και του Λένιν σε αυτή την περίοδο δεν ήταν πάνω σε πολιτικά ζητήματα, αλλά κυρίως εντοπιζόταν στη «συμβιβαστική» τάση του Τρότσκι ή για να χρησιμοποιήσουμε έναν αδόκιμο όρο, ο Τρότσκι ήταν ένας «οπαδός της ενότητας».

Όμως, με κανέναν τρόπο δεν ήταν ο μόνος. Το προχώρημα της επανάστασης είχε δώσει μία τεράστια ώθηση στο κίνημα για την επανένωση των πολιτικών δυνάμεων του ρωσικού εργατικού κινήματος. Οι μπολσεβίκοι και οι μενσεβίκοι εργάτες αγωνίσθηκαν πλάι-πλάι κάτω από τα ίδια συνθήματα. Καθ’ όλη τη διάρκεια του δεύτερου μισού του 1905 υπήρξε μία συνεχής και αυθόρμητη διαδικασία ενοποίησης από τα κάτω. Χωρίς να περιμένουν οδηγίες από πάνω, οι κομματικές οργανώσεις των μπολσεβίκων και των μενσεβίκων απλά συγχωνεύθηκαν. Τελικά, με εισήγηση της Κεντρικής Επιτροπής των Μπολσεβίκων συμπεριλαμβανομένου και του Λένιν, αναπτύχθηκαν κινήσεις για να φέρουν την ενοποίηση. Μέχρι τον Δεκέμβριο του 1905 οι δύο ηγεσίες είχαν συγχωνευθεί ολοκληρωτικά. Υπήρχε πλέον μία ενωμένη Κεντρική Επιτροπή.

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1911, άνοιξε μία νέα περίοδος αγώνων που συνεχίστηκε μέχρι και το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Η πρόσφατα αφυπνισμένη εργατική τάξη κινήθηκε γρήγορα προς τ’ αριστερά. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι δεσμοί με τους μενσεβίκους ήταν ένα εμπόδιο στην ανάπτυξη του κόμματος. Η απόφαση του Λένιν να «σπάσει» από τους μενσεβίκους και να οργανώσει ένα ξεχωριστό κόμμα επιβεβαιώθηκε πλήρως από τα γεγονότα. Πολύ σύντομα οι μπολσεβίκοι πλέον αντιπροσώπευαν την αποφασιστική πλειοψηφία της εργατικής τάξης, αφού  στην πλειοψηφία των ενεργών εργατών, οι μενσεβίκοι είχαν δυσφημισθεί από την πολιτική  της συνεργασίας με την αστική τάξη.

Ο Τρότσκι για άλλη μια φορά βγήκε στο προσκήνιο ενάντια στη διάσπαση επιχειρώντας, χωρίς επιτυχία, να εργασθεί για την ενότητα. Αυτό ήταν το λάθος που τον χώρισε από το Λένιν. Όμως, αυτό ήταν το έντιμο λάθος ενός γνήσιου επαναστάτη που έχει στην καρδιά του τα συμφέροντα του κινήματος.

Όμως πολύ σημαντικότερες εξελίξεις επρόκειτο σύντομα να καταστήσουν τις παλιές διαφορές ανάμεσα στο Λένιν και τον Τρότσκι χωρίς ουσία. Η διάσπαση στη Ρωσία ήταν απλά μια πρόβλεψη για μία άλλη, μεγαλύτερη διάσπαση, που επρόκειτο να γίνει δύο χρόνια αργότερα σε διεθνές επίπεδο. Και πάνω σ’ αυτό το ζήτημα, ο Λένιν και ο Τρότσκι ήταν για άλλη μια φορά στην ίδια πλευρά.

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος

Η απόφαση των ηγετών των κομμάτων της Σοσιαλιστικής Διεθνούς να υποστηρίξουν «τη δική τους» αστική τάξη στη γενικευμένη ιμπεριαλιστική αντιπαράθεση το 1914, ήταν η μεγαλύτερη προδοσία στην ιστορία του παγκόσμιου εργατικού κινήματος. Ήλθε σαν κεραυνός στη ζωή του εργατικού κινήματος, σόκαρε και αποπροσανατόλισε βαθιά τη βάση ολόκληρης της Διεθνούς. Η στάση αυτή των ηγετών της Δεύτερης Διεθνούς στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, σήμαινε την ουσιαστική κατάρρευση της Διεθνούς.

Από τον Αύγουστο του 1914 και μετά, το ζήτημα του πολέμου συγκέντρωσε την προσοχή των σοσιαλιστών σε όλες τις χώρες. Πολύ λίγοι άνθρωποι κατόρθωσαν να αντισταθούν εκείνη τη στιγμή. Ο Λένιν στη Ρωσία, η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Κάρλ Λίμπνεχτ στη Γερμανία, οι ηγέτες των Σέρβων σοσιαλδημοκρατών, ο Τζέιμς Κόνολι στην Ιρλανδία και ο Τζον Μακ Λίν στη Σκοτία ήταν οι εξαιρέσεις στον κανόνα. Από πολύ νωρίς, ο Τρότσκι υιοθέτησε μια ξεκάθαρα επαναστατική θέση ενάντια στον πόλεμο, που εκφράσθηκε στο βιβλίο του «Ο Πόλεμος και η Διεθνής».

Στη Διάσκεψη του Τσίμερβαλντ το 1915, η οποία συγκέντρωσε όλους τους σοσιαλιστές που αντιτάχθηκαν στον πόλεμο, ανατέθηκε στον Τρότσκι η συγγραφή του ομώνυμου Μανιφέστου, που υιοθετήθηκε από όλους τους αντιπροσώπους, παρά τις αρκετές πολιτικές διαφορές που υπήρχαν ανάμεσά τους.

Συνεχίζεται