Στις 23 του περασμένου Ιουλίου έγινε στο Ταλίν το αντικομμουνιστικό συνέδριο – στο πλαίσιο της εσθονικής προεδρίας στο Συμβούλιο της ΕΕ – το οποίο τιτλοφορήθηκε ως «Η κληρονομιά στον 21ο αιώνα των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν από τα κομμουνιστικά καθεστώτα». Το συνέδριο αυτό αποτελεί μία ακόμα πράξη σε μια σειρά από τέτοιες εκδηλώσεις, ψηφίσματα κλπ. της ΕΕ, που κλιμακώνονται όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια και αποκαλύπτουν με τον πιο εξόφθαλμο τρόπο τον αντιδραστικό της χαρακτήρα.

Οι επίσημες ιδρυτικές πράξεις της αντικομμουνιστικής υστερίας της ΕΕ ήταν η υπερψήφιση το Γενάρη του 2006 του αντικομμουνιστικού μνημονίου με τίτλο «Για την αναγκαιότητα διεθνούς καταδίκης των εγκλημάτων των κομμουνιστικών καθεστώτων» και η απόφαση τον Απρίλη του 2009 να θεσμοθετηθεί η 23η Αυγούστου ως πανευρωπαϊκή Μέρα Μνήμης «για τα θύματα όλων των ολοκληρωτικών και αυταρχικών καθεστώτων».

Κοινός παρονομαστής σε όλα αυτά είναι η προσπάθεια ταύτισης του κομμουνισμού με το φασισμό και η δυσφήμιση του κομμουνισμού, ο οποίος – μέσω της ταύτισής του με το σταλινισμό -παρουσιάζεται ως μια εγκληματική και απολυταρχική ιδεολογία. Φυσικά, η απόπειρα καλλιέργειας της άθλιας και ανιστόρητης «θεωρίας των δύο άκρων» χρησιμοποιείται από τους καπιταλιστές ως ιδεολογικό όπλο, μόνο εναντίον του κομμουνισμού.

Οι αστοί εξαπολύουν τη μια επίθεση μετά την άλλη στην εργατική τάξη, η οποία θα οδηγηθεί αργά ή γρήγορα σε αποφασιστική δράση. Ως εκ τούτου, είναι απολύτως αναγκαίο για τους αστούς να κατασυκοφαντούν συνεχώς τη μόνη ιδεολογία, που εκφράζει πραγματικά τα συμφέροντα της εργατικής τάξης.

Η στάση της κυβέρνησης

Η κυβέρνηση και ο Στ.Κοντονής, ως υπουργός Δικαιοσύνης, αρνήθηκαν να συμμετάσχου στο αντικομουνιστικό συνέδριο. Ωστόσο, η στάση της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως τίποτα λιγότερο από υποκριτική, για μια σειρά από λόγους. Πρώτον, από τη θέση της κυβέρνησης συνεχίζει και εντείνει την αντεργατική πολιτική των μνημονίων. Δεύτερον, συγκυβερνά με τους αστούς εθνικιστές ΑΝΕΛ, των οποίων μάλιστα ο βουλευτής Δημήτρης Καμμένος, εξέφρασε δημόσια τη διαφωνία του με την απουσία από το συνέδριο, εξωραΐζοντας το ρόλο της ΕΕ στο ζήτημα, καθώς και τους πραγματικούς σκοπούς του συνεδρίου.

Τρίτον, μπορεί φέτος η κυβέρνηση να αρνήθηκε να συμμετάσχει, αλλά δεν έκανε το ίδιο πέρσι σε αντίστοιχο συνέδριο, που διοργανώθηκε στην Μπρατισλάβα της Σλοβακίας. Μάλιστα, σε αυτό ο εκπρόσωπος της ελληνικής κυβέρνησης συνυπέγραψε μια κοινή δήλωση, με τη δέσμευση να μην επαναληφθεί η ιστορία των «ολοκληρωτικών καθεστώτων» στην Ευρώπη. Τέταρτον, ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί συνεχώς να εξωραΐσει το ρόλο της ΕΕ τόσο γενικώς, όσο και στο συγκεκριμένο ζήτημα. Δημόσια πανηγύρισε για παράδειγμα, για το ότι το συνέδριο του Ταλίν δεν στέφθηκε με ιδιαίτερη επιτυχία και άρα δήθεν αντιμετωπίστηκε ψυχρά από τις «σοβαρές» αστικές κυβερνήσεις και την ΕΕ. Πέμπτον, η κυβέρνηση είχε πρόβλημα να στείλει εκπρόσωπό της στο συνέδριο του Ταλίν αλλά δεν έχει, από την άλλη, κανένα πρόβλημα να συναγελάζεται – όπως βέβαια και η ΕΕ – με κυβερνήσεις στις οποίες συμμετέχουν φασίστες, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτό της Ουκρανίας.

Τέλος, σε – ανυπόγραφο – άρθρο της Αυγής στις 15/07 με τίτλο «Οι ακραίες ιδεολογίες ονειρεύονται μεγάλο, όχι ανεπτυγμένο κράτος» διαβάζουμε τα εξής: «Το μίσος που χωρίζει τις ιδεολογίες της Άκρας Δεξιάς και της Άκρας Αριστεράς δεν είναι μίσος πολιτικό, ούτε ταξικό. Είναι μίσος θρησκευτικό. Προκύπτει μάλιστα περισσότερο από τις ομοιότητες και λιγότερο από τις διαφορές τους. Οι ιδεολογίες τους στην πραγματικότητα είναι «κοσμικές» θρησκείες». Παρακάτω, ο συντάκτης γράφει: «Το μεγάλο και δυνατό κράτος που ονειρεύτηκαν όλοι οι βασιλιάδες και οι αυτοκράτορες του κόσμου, όλοι οι δικτάτορες και οι τύραννοι, έγινε ιδανικό και μοντέλο των ιδεολογιών τόσο της Άκρας Δεξιάς όσο και της Άκρας Αριστεράς». Επίσης, διαβάζουμε στο ίδιο άρθρο: «Το μίσος για τη δημοκρατία, εξάλλου, είναι το πεδίο όπου συγκλίνουν πρακτικά και οι δύο ακραίες ιδεολογίες, αλλά και το σημείο που προκαλεί την αβυσσαλέα έχθρα μεταξύ τους. Η κάθε ακραία ιδεολογία επιδιώκει την καταστροφή της δημοκρατίας για λογαριασμό της, για να επιβάλει το δικό της καθεστώς: το φασιστικό ή σοβιετικό κράτος». Τόσο πολύ κατά της εξίσωσης φασισμού και κομμουνισμού και της «θεωρίας των δύο άκρων» είναι η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ και η κυβέρνησή του…

Υπεράσπιση του σταλινισμού ή του μαρξισμού;

Σε αυτό το σημείο, ήρθε η ώρα να αναφερθούμε και στη στάση των μαρξιστών σε αυτό το ζήτημα. Όλη η ρητορική της ΕΕ, αλλά και γενικότερα των αστικών κομμάτων, ΜΜΕ κλπ, περιστρέφεται γύρω από τα «εγκλήματα του κομμουνισμού» και κυρίως τον ολοκληρωτισμό αυτών των καθεστώτων. Πάνω σε αυτά τα ζητήματα, οι περισσότερες  δυνάμεις που μιλάνε στο όνομα του κομμουνισμού απαντάνε, λιγότερο ή περισσότερο, ανεπαρκώς. Για τα εγκλήματα του σταλινισμού, στις περισσότερες των περιπτώσεων αποφεύγεται ο σχολιασμός, ενώ σε άλλες εκείνα εξωραΐζονται ή παρουσιάζονται ως «αναγκαία κακά».

Όμως, στην προσπάθεια υπεράσπισης του μαρξισμού αποτελεί προϋπόθεση να κάνουμε πρώτα μια ειλικρινή και τεκμηριωμένη αποτίμηση των καθεστώτων του «υπαρκτού» σοσιαλισμού. Οι αστοί επιτίθενται στον Στάλιν και στο σταλινισμό, με απώτερο σκοπό να δυσφημίσουν τον κομμουνισμού. Και χρησιμοποιούν το σταλινισμό, ακριβώς επειδή είναι ιστορικά η χειρότερη διαστρέβλωση και δυσφήμιση του μαρξισμού, του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού. Ο σταλινισμός έκανε όντως εγκλήματα, αλλά όχι με τον τρόπο που τα παρουσιάζει η αστική προπαγάνδα. Έκανε εγκλήματα όχι απέναντι στην «ελευθερία» και τα «ανθρώπινα δικαιώματα» αφηρημένα, αλλά ενάντια στον αγώνα της εργατικής τάξης για την απελευθέρωση της ανθρωπότητας από τα δεινά του καπιταλισμού, τόσο στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ, όσο και στον υπόλοιπο κόσμο. Ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα αυτά μπορούμε με σιγουριά να πούμε ότι ήταν η εφαρμογή των Λαϊκών Μετώπων της ταξικής συνεργασίας. Αυτή η πολιτική, που επέβαλε η σταλινική ηγεσία της Κομμουνιστικής Διεθνούς στα εθνικά της τμήματα, απέβη ολέθρια για την εργατική τάξη και σωτήρια για τους καπιταλιστές, αφού αποτέλεσε πολύτιμο βοήθημα για τη διατήρηση της εξουσίας τους σε αρκετές περιπτώσεις και χαντάκωσε την προοπτική της διεθνούς επανάστασης. Οι αστοί παραλείπουν υποκριτικά να αναφέρουν σήμερα αυτό το «δώρο» του σταλινισμού, αλλά το είχαν αναγνωρίσει σε αρκετές περιπτώσεις επιφανείς αστοί ηγέτες της εποχής που, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Τσώρτσιλ, μίλησαν με κολακευτικά σχόλια για το πρόσωπο του Στάλιν.

Ένα ακόμα μεγάλο έγκλημα απέναντι στην εργατική τάξη ήταν αναμφισβήτητα η κατάπνιξη της εργατικής δημοκρατίας στην ΕΣΣΔ από τους σταλινικούς και η επιβολή ολοκληρωτικών καθεστώτων σε όλες τις χώρες του «υπαρκτού». Τα δημοκρατικά δικαιώματα των εργαζομένων και κάθε εργατική φωνή εναντίωσης στο καθεστώς καταστέλλονταν. Οι αντιπολιτευόμενοι κομμουνιστές στέλνονταν στα γκουλάγκ, ενώ τα μισά μέλη της ΚΕ των Μπολσεβίκων κατά την Οκτωβριανή Επανάσταση (δηλαδή όλα όσα ήταν ακόμα στη ζωή), μαζί με πολλά στελέχη της επαναστατικής γενιάς του κόμματος και του ένδοξου Κόκκινου Στρατού, καταδικάστηκαν σε εκτέλεση στις επαίσχυντες Δίκες της Μόσχας.

Βέβαια, δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε αυτά, που «ξεχνάει» να αναφέρει η αστική προπαγάνδα, δηλαδή τα πρωτόγνωρα επιτεύγματα της εθνικοποιημένης σχεδιασμένης οικονομίας. Όπως επίσης, και μια σειρά από κατακτήσεις για την εργατική τάξη της ΕΣΣΔ που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο για τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων και στον καπιταλιστικό κόσμο. Όλα αυτά όμως, δεν αποτελούν κάποια «θετικά του σταλινισμού», που θα μπουν στη ζυγαριά απέναντι στα αρνητικά, αλλά επιτεύχθηκαν χάρη στην ηρωική πάλη των εργατικών μαζών και την Οκτωβριανή Επανάσταση που τις οδήγησε στην εξουσία. Αντίθετα, οι σταλινικοί γραφειοκράτες που σφετερίστηκαν την εξουσία στη συνέχεια, μακριά από το να είναι πρωτεργάτες και υπερασπιστές αυτών των επιτευγμάτων, ήταν εκείνοι που τα υπέσκαπταν διαρκώς και τελικώς, αποτέλεσαν και τους υπεύθυνους για την καπιταλιστική παλινόρθωση.

Είναι ζωτικής σημασίας ζήτημα για τους κομμουνιστές και τους αγωνιστές του εργατικού κινήματος σήμερα να μελετήσουν, να αναγνωρίσουν και να καταδικάσουν τη φύση και τα εγκλήματα του σταλινισμού – από την σκοπιά των συμφερόντων της εργατικής τάξης. Αφενός για να ενισχύσουν τον ιδεολογικό αγώνα τους, δίνοντας ουσιαστικές απαντήσεις στους απλούς εργαζόμενους και οχυρώνοντάς τους ενάντια στην αστική αντικομμουνιστική ρητορική και αφετέρου για τον ορθότερο προσανατολισμό στις ερχόμενες ταξικές μάχες και την πάλη για την εργατική εξουσία και το σοσιαλισμό.

Νίκος Σέντης

Κοινοποιήστε