Είναι χαρακτηριστικό ότι από τα 139 μέλη της Κεντρικής Επιτροπής που εκλέχθηκαν στο 17ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ (Ιανουάριος 1934) συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν τα 98, ενώ από τους 1.966 αντιπροσώπους αυτού του συνεδρίου συνελήφθησαν για «αντεπαναστατική δράση» 1.103 και από αυτούς εκτελέστηκαν οι 848.

Στο άρθρο που ακολουθεί, ο παλαίμαχος Βρετανός κομμουνιστής Τζιμ Μπρούκσοου, πρώην σταλινικός κατά την πρώιμη περίοδο της πολιτικής του δράσης μέσα από τις γραμμές της Νεολαίας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Βρετανίας, παραθέτει τραγικά παραδείγματα από την άδικη μοίρα αγνών κομμουνιστών που βρέθηκαν στην ΕΣΣΔ από διάφορες χώρες σαν αλληλέγγυοι και κατέληξαν στα σταλινικά Γκουλάγκ, αναφέρει αξιοσημείωτα γεγονότα από τις Δίκες – παρωδία και εξηγεί τα αίτια που κρύβονταν πίσω από αυτές.

«Ποιοι όμως διαμαρτυρήθηκαν εκείνη την εποχή; Ποιοί ύψωσαν τη φωνή τους γι’ αυτά τα αίσχη; Οι τροτσκιστές μπορούν να διεκδικήσουν αυτή την τιμή. Ακολουθώντας το παράδειγμα του ηγέτη τους, που ανταμείφθηκε για  την επιμονή του  με ένα δολοφονικό χτύπημα από ορειβατική αξίνα, πολέμησαν τον σταλινισμό μέχρι θανάτου και ήταν οι μόνοι που το έκαναν. Μετά από τις μεγάλες εκκαθαρίσεις, μπορούσαν να φωνάζουν την εναντίωσή τους μόνο στις παγωμένες στέπες, όπου είχαν σταλεί για να εξοντωθούν. Στα στρατόπεδα, η συμπεριφορά τους ήταν αξιοθαύμαστη. Αλλά οι φωνές τους χάνονταν μέσα στην τούνδρα…» (Λέοπολντ Τρέπερ, ηγέτης της  αντιναζιστικής «Κόκκινης Ορχήστρας»,  στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του με τίτλο «Το Μεγάλο Παιχνίδι».)      

Κομμουνιστές – διεθνιστές στα Γκουλάγκ

Η Ρόουζ Κόεν γεννήθηκε στο «East End» του Λονδίνου το 1894. Η Ρόουζ έγινε ιδρυτικό μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Μεγάλης Βρετανίας το 1920. Στη συνέχεια έγινε η σύζυγος του Μαξ Πετρόβσκι, του εκπρόσωπου της Κομιντέρν στο Λονδίνο και διεξήγαγε διεθνή δουλειά για την Κομιντέρν. Όταν ο Στάλιν ανήλθε στην εξουσία, εκείνη υπήρξε μια πιστή σταλινική.

Παρά την πίστη της αυτή, συνελήφθη στη Ρωσία και στις 28 Νοεμβρίου 1937 την πήραν από το κελί της στη Μόσχα και την εκτέλεσαν. Ο σύζυγός της, αν και υψηλόβαθμος στο σοβιετικό κόμμα, είχε εκτελεστεί λίγους μήνες νωρίτερα. Είχαν και οι δύο πέσει θύματα των περιβόητων Δικών της Μόσχας του 1936 – 1938. Και οι δύο «αποκαταστάθηκαν» μετά το 1956, όταν ο  Χρουστσόφ κατηγόρησε τον Στάλιν για όλα τα εγκλήματα του καθεστώτος, από την δολοφονία του γραμματέα του κόμματος στο Λένινγκραντ Κίροφ το 1934 και μετά. Αυτό βέβαια, δεν έφερε στη ζωή το δολοφονημένο ζευγάρι κομμουνιστών.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, ο Χένρι Φόρντ πούλησε το παλιό του εργοστάσιο αυτοκινήτων «τύπου Α» στον Στάλιν, για ποσό που αναφέρεται ότι έφτασε στα 40.000.000 χρυσά δολάρια. Ένας αριθμός Αμερικανών εργατών, κυρίως ανέργων από τη Μεγάλη Ύφεση, με τις οικογένειές τους, πήγαν μαζί με το εργοστάσιο στη Σοβιετική Ένωση. Πήγαν είτε για να ξεφύγουν από τη Μεγάλη Ύφεση, είτε για να βοηθήσουν στην «οικοδόμηση του σοσιαλισμού», στην ΕΣΣΔ.

Ανάμεσά τους, ήταν ένας νεαρός άνδρας με το όνομα Βίκτωρ Χέρμαν που πήγε στη Ρωσία με την οικογένειά του. Ο Βίκτωρ ήταν ένας μεγάλος αθλητής, δρομέας και μπόξερ και στάλθηκε από το στρατάρχη Τουχατσέφσκι να εκπαιδευτεί στις δυνάμεις των αλεξιπτωτιστών. Ο Βίκτωρ έκανε παγκόσμιο ρεκόρ άλματος σε ελεύθερη πτώση από ένα αεροσκάφος και του προσφέρθηκε ένα μετάλλιο από τον Στάλιν, με την προϋπόθεση ότι θα έπαιρνε και τη σοβιετική υπηκοότητα. Ο Χέρμαν όμως αρνήθηκε και το βραβείο αποσύρθηκε. Ο Στάλιν το θεώρησε αυτό ως μια προσωπική προσβολή και έτσι ο Χέρμαν συνελήφθη μέσα στις εκκαθαρίσεις και πέρασε πολλά χρόνια σε Γκουλάγκ. Επέζησε και του επιτράπηκε να επιστρέψει στις ΗΠΑ μόνο το 1976. Ήταν τυχερός, καθώς χιλιάδες Αμερικανοί εργάτες εξαφανίστηκαν στα στρατόπεδα.

Το 1934 ο κορυφαίος Σοβιετικός δημοσιογράφος Μιχαήλ Κολτσόφ, πήγε στην περιοχή του Σάαρ της Γερμανίας για να υποβάλει έκθεση σχετικά με το δημοψήφισμα που πραγματοποιήθηκε εκεί για την ενοποίηση με τη Γερμανία ή τη παραμονή υπό την κυριαρχία της Κοινωνίας των Εθνών. Ενώ βρισκόταν εκεί, ο Κολτσόφ υιοθέτησε ένα μικρό αγόρι, το γιο ενός φτωχού ανθρακωρύχου. Το αγόρι, ο Χιούμπερτ Λόσε, κατά την άφιξή του στη Σοβιετική Ένωση έτυχε πανηγυρικής υποδοχής από τις αρχές. Οδηγήθηκε σε τεράστιες δεξιώσεις. Η εικόνα του ήταν σε όλες τις εφημερίδες. Έζησε στην πολυτέλεια με τον Κολτσόφ. Ο Χιούμπερτ εμφανίστηκε σε ένα βιβλίο με τον τίτλο «ο Χιούμπερτ στη Χώρα των Θαυμάτων», όπου καταγράφηκαν οι υπέροχες στιγμές του στην καταπληκτική ΕΣΣΔ.

Στη συνέχεια όμως, ο Κολτσόφ, προστάτης και στήριγμα του παιδιού, συνελήφθη ως «εχθρός του κράτους» και ο Χιούμπερτ κατέληξε σε ένα σπίτι που φιλοξενούσε παιδιά «θύματα του φασισμού». Αργότερα, το σπίτι των παιδιών έκλεισε και οι τρόφιμοι του διασκορπίστηκαν. Όταν οι Ναζί εισέβαλαν στην Σοβιετική Ένωση το 1941, οι Γερμανοί που ζούσαν στη Ρωσία εστάλησαν προς τα ανατολικά. Ο πρώην ηγέτης της Ανατολικής Γερμανίας Βόλφανγκ Λέονχαρντ συνάντησε τον Χιούμπερτ, του οποίου τα ρούχα ήταν πια κουρέλια, στην Καραγκάντα το 1942, να φροντίζει ένα κοπάδι αγελάδων. Κανείς δεν είδε τον Χιούμπερτ ξανά. Πολλές χιλιάδες Αυστριακών και Γερμανών προσφύγων από τη ναζιστική Γερμανία, εκτελεστήκαν ή απλά εξαφανίστηκαν στα Γκουλάγκ.

Ο Βόλφανγκ Λέονχαρντ πήγε στη Σοβιετική Ένωση δεκατριών χρόνων ως πρόσφυγας από τη ναζιστική Γερμανία. Πήγε στη «Σχολή του Καρλ Λίμπκνεχτ» για παιδιά από την Αυστρία και τη Γερμανία, στη Μόσχα. Οι γονείς του ήταν κομμουνιστές και σοσιαλιστές που είχαν δραπετεύσει από τους Ναζί στη Σοβιετική Ένωση. Η μητέρα του Λέονχαρντ όμως συνελήφθη στις σταλινικές εκκαθαρίσεις κι εκείνος πήγε να ζήσει στο «Παιδικό Σπίτι No.6».

Μεταξύ Ιανουαρίου και Μαρτίου του 1938, εβδομήντα περίπου μαθητές και έφηβοι από το σχολείο και το Παιδικό Σπίτι No.6 συνελήφθησαν. Κατηγορήθηκαν ότι ήταν μέλη της νεολαίας του Χίτλερ! Κάποιοι εκτελέστηκαν σχεδόν αμέσως. Οι συλληφθέντες βασανίστηκαν, προκειμένου να δώσουν ομολογίες. Έξι από τους συλληφθέντες αφέθηκαν ελεύθεροι, είκοσι καταδικάστηκαν σε ποινή από πέντε έως δέκα έτη. Δύο παραδόθηκαν στη Γκεστάπο. Μεταξύ Μαρτίου και Μαΐου του 1938, άλλοι σαράντα εκτελέστηκαν.

Στη δεκαετία του 1950, οι ποινές ανατράπηκαν και οι λίγοι πλέον επιζώντες αφέθηκαν ελεύθεροι. Ένας από τους φυλακισμένους που επέζησαν, ήταν ο Χέλμουτ Νταμέριους. Είχε κατηγορηθεί με την «υποψία της κατασκοπείας» τον Οκτώβριο του 1938 και καταδικάστηκε σε 7 χρόνια σκληρής εργασίας. Το 1945 τον καταδίκασαν και πάλι σε 5 χρόνια για «αντεπαναστατική αναταραχή». Αρνήθηκε να υπογράψει «ομολογία», επειδή πίστευε ότι το κόμμα δεν ήξερε για το Γκουλάγκ. Έγραψε δεκαεπτά επιστολές προς τον Στάλιν, στις οποίες φυσικά δεν πήρε καμία απάντηση. «Παρ ‘όλα την προσωπική μου δυστυχία, η εμπιστοσύνη μου στη σοβιετική εξουσία, στο Κόμμα και στο Στάλιν, που ενσωμάτωνε και τα δύο, δεν θα μπορούσε να κλονιστεί …. Ήμουν τόσο αφελής … Προφανώς δεν υπάρχει τίποτα πιο δύσκολο ή φρικτό στη ζωή από το να ξυπνήσεις από ένα όνειρο που πίστευες ότι ήταν αλήθεια». ( «Unter Fälscher Anschuldigung», Χέλμουτ Νταμέριους 1905-1985). Τελικά τον άφησαν να πάει στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας το 1956.

Στο βιβλίο «Η Οδός μας» (δημοσιεύθηκε το 1938) ο συγγραφέας Ζαν Πίτερσεν μιλάει για τις δραστηριότητες των κομμουνιστών στο Βερολίνο κατά την περίοδο που ο Χίτλερ κατέλαβε την εξουσία. Ο συγγραφέας και ακτιβιστής Έρικ Μούσαμ πιάστηκε από τους Ναζί και οδηγήθηκε στη φυλακή. Οι Ναζί τον μισούσαν κυρίως επειδή είχε υπάρξει ηγέτης του Σοβιέτ του Μονάχου το 1919 και επειδή ήταν Εβραίος. Τον χτύπησαν κατ ‘επανάληψη στο κελί του. Τελικά ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου στο στρατόπεδο συγκέντρωσης «Oranienburg».

Η σύζυγός του Μούσαμ, Ζενζλ, κατάφερε να διαφύγει στη Μόσχα. Όπως όμως ακριβώς ο Μούσαμ είχε δολοφονηθεί από τους Ναζί, το καθεστώς του Στάλιν καταδίκασε και τη σύζυγό του σε καταναγκαστικά έργα για «αντεπαναστατικές τροτσκιστικές δραστηριότητες»! Η Ζενζλ τελικά απελευθερώθηκε και πήγε στην «Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας» το 1954.

Πώς μπόρεσαν όμως να συμβούν όλα αυτά τα τραγικά γεγονότα; Πώς συνέβη και οι κομμουνιστές – διεθνιστές που πήγαν γεμάτοι ελπίδα και ενθουσιασμό στη χώρα των Σοβιέτ, έφτασαν να υποστούν την καταπίεση, την καταναγκαστική εργασία, την εξορία και το θάνατο;

Επανάσταση και γραφειοκρατική αντεπανάσταση

Η Ρωσική Επανάσταση του Οκτώβρη του 1917 ήταν το μεγαλύτερο γεγονός στην ανθρώπινη Ιστορία. Για πρώτη φορά οι εργάτες πήραν την εξουσία στα χέρια τους. Οι Μπολσεβίκοι που καθοδήγησαν αυτή τη σοσιαλιστική επανάσταση προετοιμάζονταν για πολλά χρόνια. Ωστόσο, δεν πίστευαν ότι ο σοσιαλισμός θα μπορούσε να οικοδομηθεί σε μία μόνο χώρα και πολύ λιγότερο, σε μια καθυστερημένη χώρα όπως η Ρωσία. Οι Μπολσεβίκοι είδαν τη ρωσική επανάσταση ως το σπάσιμο της αλυσίδας του παγκόσμιου καπιταλισμού στον πιο αδύναμο κρίκο της. Πίστευαν ότι οι εργάτες θα ολοκληρώσουν την επανάσταση στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες και από εκεί θα δοθεί η βάση για να οικοδομηθεί ένας πραγματικός σοσιαλιστικός κόσμος.

Δυστυχώς, λόγω των προδοσιών σε διάφορες χώρες, η Ρωσική επανάσταση έμεινε απομονωμένη. Δεν ήταν μόνο το γεγονός ότι η Ρωσία ήταν μια εξαιρετικά καθυστερημένη χώρα, προστέθηκε σε αυτό και η καταστροφή που προκλήθηκε από τον εμφύλιο πόλεμο που διεξήγαγαν οι αντεπαναστατικές δυνάμεις του στρατού των Λευκών και οι ιμπεριαλιστική επέμβαση από 14 ξένους στρατούς. Κατά συνέπεια, το σοβιετικό κράτος πλήγηκε από εκτεταμένες καταστροφές, ασθένειες και πείνα. Χιλιάδες εργάτες από τους πιο αφοσιωμένους και με ταξική συνείδηση έπεσαν στα διάφορα στρατιωτικά μέτωπα υπερασπίζοντας την επανάσταση.

Ο Λένιν εξήγησε ότι ο σοσιαλισμός «είναι συνδυασμός της σοβιετικής εξουσίας με τον εξηλεκτρισμό». Με άλλα λόγια, η εργατική δημοκρατία και η μεγαλύτερη δυνατή ανάπτυξη της τεχνικής θα είναι η βάση της νέας κοινωνίας. Αυτό προϋπέθετε όμως τη βοήθεια από τους εργάτες της ανεπτυγμένης τεχνολογικά Δύσης. Ο Λένιν και ο Τρότσκι σημείωναν ότι το πρόβλημα της Σοβιετικής Ρωσίας ήταν η οικονομική καθυστέρηση της.

Ο Τρότσκι εξήγησε κάποτε ότι αν, για παράδειγμα, δεν μπορούσαν να παραχθούν αρκετά καταναλωτικά αγαθά, τότε θα ήταν αναπόφευκτο να δημιουργηθεί μια ουρά στα καταστήματα. Η ουρά θα έπρεπε στη συνέχεια να διευθύνεται από κάποιον υπάλληλο και να διατηρείται σε «τάξη» από έναν ένοπλο άνδρα. Μπορείτε να είστε σίγουροι, ανέφερε ο Τρότσκι, ότι ο υπάλληλος και ο ένοπλος θα κρατούσαν για τους εαυτούς τους επαρκή αγαθά και τα πιο ποιοτικά από αυτά. Έτσι οι ελλείψεις οδηγούν αναπόφευκτα στη γραφειοκρατία και τα προνόμια.

Όπως είπε ο Μαρξ, αν μια σοσιαλιστική κοινωνία δεν είναι σε θέση να αναπτύξει τις παραγωγικές δυνάμεις «όλα τα παλιά κακώς κείμενα θα επανεμφανιστούν». Αυτό συνέβη στη Σοβιετική Ρωσία με την ανάπτυξη του σταλινισμού. «Όλα τα παλιά κακώς κείμενα» αναβίωσαν στη μορφή της γραφειοκρατίας, που έφτασε να κυριαρχεί. Αυτή η γραφειοκρατία βρήκε τον αυθεντικό της εκπρόσωπο στον Στάλιν.

Ο επαναστάτης Βικτώρ Σερζ που δούλεψε για την Κομμουνιστική Διεθνή και έζησε στη Σοβιετική Ένωση, στο βιβλίο του «Από τον Λένιν στον Στάλιν» έγραφε για τον εκφυλισμό της επανάστασης : «Όλα πια έχουν αλλάξει. Οι στόχοι: από τη διεθνή κοινωνική επανάσταση στο σοσιαλισμό σε μια μόνη χώρα. Το πολιτικό σύστημα: από τη δημοκρατία των εργατών των Σοβιέτ, το στόχο αυτής της επανάστασης, στη δικτατορία της γενικής γραμματείας και της Γκε – Πε – Ου (μυστική πολιτική αστυνομία). Το κόμμα: Από την ελευθερία στην εσωτερική του ζωή και την εθελοντική πειθαρχία από επαναστάτες μαρξιστές, πέρασε στην ιεραρχία των γραφείων, στην παθητική υπακοή των καριεριστών. Οι ηγέτες: οι μεγαλύτεροι ηγέτες του Οκτώβρη είναι πια στην εξορία ή στη φυλακή …». Η εργατική δημοκρατία της περιόδου του Λένιν και του Τρότσκι, αντικαταστάθηκε από τη γραφειοκρατική δικτατορία του Στάλιν.

Από τη στιγμή που ο Στάλιν ανέλαβε την εξουσία, έστρεψε όλη την προσπάθειά του στο να καταστρέψει το μοναδικό άνθρωπο που θα μπορούσε ίσως να τον σταματήσει: τον Λέον Τρότσκι. Τουλάχιστον από το 1926, ο Στάλιν χρησιμοποιούσε ως μεθόδους εναντίον της Αριστερής Αντιπολίτευσης που ίδρυσε ο Τρότσκι, την απομάκρυνση από το κόμμα, τη στέρηση της εργασίας, της στέγασης και της ιατρικής περίθαλψης, την εξορία και τη φυλάκιση. Οργάνωσε σκευωρίες και διέσπειρε ψέματα για να συκοφαντήσει τους πραγματικούς υπερασπιστές της Οκτωβριανής Επανάστασης και των συμφερόντων της παγκόσμιας επανάστασης.

Αρχικά, για τα δικά τους προσωπικά κίνητρα, υπήρξαν και εκείνοι όπως ο Κάμενεφ, ο Ζηνόβιεφ και ο Μπουχάριν, που πήγαν με την πλευρά του Στάλιν ενάντια στον Τρότσκι. Όλοι τους, πίστευαν ότι μπορούσαν να «ελέγξουν» τον Στάλιν, αλλά ήταν ο Στάλιν που πραγματικά τους είχε θέσει υπό τον έλεγχό του. Προσωρινά ο Ζηνόβιεφ με τον Κάμενεφ, δημιούργησαν ένα κοινό αντιπολιτευτικό μπλοκ με τον Τρότσκι. Σύντομα όμως συνθηκολόγησαν με τον Στάλιν, αλλά απέτυχαν να συνειδητοποιήσουν ότι ο Στάλιν ποτέ δεν θα συγχωρούσε την αρχική προδοσία τους.

Τον Δεκέμβριο του 1934, ο Στάλιν έβαλε την «Γκε – Πε –Ου» να δολοφονήσει τον Κίροφ, τον επικεφαλής του κόμματος στο Λένινγκραντ, σαν πρόσχημα για να ενοχοποιήσει τους πολιτικούς του αντιπάλους. Το επόμενο βήμα ήταν να εξαπολύσει έναν μονόπλευρο εμφύλιο πόλεμο ενάντια στην παλιά επαναστατική γενιά, με αποκορύφωμα τα έτη 1936, 1937 και 1938 κατά την περίοδο των Δικών της Μόσχας.

Αυτές οι Δίκες – παρωδία, όμως, δεν ήταν οι πρώτες. Το 1931 πραγματοποιήθηκε η δίκη  του «Γραφείου των Ρώσων μενσεβίκων». Σε αυτή τη δίκη 14 παλιοί ρώσοι σοσιαλιστές δικάστηκαν για «οικονομικό σαμποτάζ» και «ομολόγησαν» τα πάντα. Παραδέχθηκαν ακόμη ότι είχαν κρυφά συναντηθεί με τον Αυστριακό σοσιαλδημοκράτη Αμπράμοβιτς, κάπου στη Ρωσία.

Ως απάντηση σε αυτή τη σκευωρία, οι αυστριακοί σοσιαλδημοκράτες δημοσίευσαν μια φωτογραφία του Αμπράμοβιτς μαζί με αντιπροσώπους στο Διεθνές Σοσιαλιστικό Συνέδριο στο Βέλγιο, την ίδια στιγμή που υποτίθεται ότι ήταν στη Ρωσία. Τέτοιες αδεξιότητες στα «αποδεικτικά στοιχεία», ήταν συχνά φαινόμενα σε αυτές τις σκευωρίες.

Οι Δίκες – παρωδία

Η πρώτη μεγάλη Δίκη – παρωδία, αυτή του περιβόητου «κέντρου Τρότσκι-Ζηνόβιεφ» έλαβε χώρα το καλοκαίρι του 1936. Ο κατάλογος των «Δεκαέξι», οι οποίοι είχαν κατηγορηθεί ότι ήθελαν να σκοτώσουν τους ηγέτες του κόμματος και της κυβέρνησης, φαίνεται σαν ένα «who is who» της Οκτωβριανής Επανάστασης. Περιελάμβανε τον Λέον Τρότσκι (ο οποίος δικαζόταν απών), τον Ζηνόβιεφ, τον Κάμενεφ, τον Σμιρνώφ, τον Πιατάκωφ και άλλους. Οι μόνες «αποδείξεις»  που παρουσιάζονται ήταν οι ομολογίες των ίδιων των κατηγορουμένων. Επαναστάτες ήρωες ομολογούν ξαφνικά ότι διέπραξαν «τρομοκρατία και σαμποτάζ» και ότι «δουλεύουν για τον Χίτλερ». «Αυτά τα τρελά σκυλιά του καπιταλισμού», δήλωσε ο εισαγγελέας των Δικών και πρώην μενσεβίκος Βυσίνσκι, «προσπάθησαν να κατασπαράξουν τους καλύτερους ανθρώπους της σοβιετικής μας γης».

Στα τελευταία του λόγια στο δικαστήριο, ο κατηγορούμενος Εβντοκίμωφ ρωτά : «Ποιος θα πιστέψει έστω και μια λέξη απ’ όσα λέμε; Ποιος θα πιστέψει ότι μείς γίναμε αντεπαναστατικοί συμμορίτες, σύμμαχοι του φασισμού και της Γκεστάπο; Πραγματικά, ποιος θα μπορούσε να πιστέψει τέτοιες ομολογίες;»

Υπάρχει ένα βουνό αποδείξεων ότι χρησιμοποιήθηκαν μέθοδοι βασανιστηρίων, που ακόμα κι ο Χρουστσόφ αναγκάστηκε να παραδεχτεί αργότερα. Οι περισσότεροι εκ των κατηγορουμένων, είχαν ήδη υποταχθεί στο Στάλιν. Πολλοί από αυτούς, είχαν αντιταχθεί στο Στάλιν στο παρελθόν και είχαν εκδιωχθεί από το ΚΚΣΕ, είχαν εξοριστεί και φυλακιστεί. Μετά είχαν «μετανοήσει» και τους επιτράπηκε να μπουν πάλι μέσα στο κόμμα από τον Στάλιν. Ο Κάμενεφ, ο Ζηνόβιεφ και άλλοι, ήρθαν στη Δίκη κατευθείαν από τη φυλακή, αφού είχαν «ομολογήσει» νωρίτερα την «ηθική και πολιτική ευθύνη» για τρομοκρατικές επιθέσεις. Σε κάποιους από τους κατηγορούμενους είχε τώρα προσφερθεί η ελευθερία τους, με αντάλλαγμα μια «ομολογία». Είχαν πάρει όλοι την υπόσχεση από τον Στάλιν ότι αν κάνουν αυτή την τελευταία αποστολή για το κόμμα, δεν θα τους εκτελούσαν. Ήταν όμως ήδη καταδικασμένοι.

Ο κατηγορούμενος Γκολτσμάν ισχυρίστηκε ότι ο Τρότσκι του είχε υπονοήσει πως ο Στάλιν θα έπρεπε να δολοφονηθεί, σε μια συζήτηση που τάχα είχε μαζί του στο ξενοδοχείο «Μπρίστολ» στην Κοπεγχάγη. Αλλά μετά τη δημοσίευση των πρακτικών της Δίκης, μια δανέζικη σοσιαλδημοκρατική εφημερίδα ανακοίνωσε στον κόσμο ότι το ξενοδοχείο «Μπρίστολ» είχε κατεδαφιστεί το 1917! Ήταν άραγε αυτό μια «γκάφα» ή μήπως ο Γκολτσμάν ήξερε τι έκανε, προσπαθώντας στην πραγματικότητα να κάνει την ιστορία του ανυπόληπτη; Πάντως για εκείνους που είχαν τα μάτια τους ανοιχτά, αυτή η «γκάφα» έδειξε ότι όλη η Δίκη ήταν μια φάρσα. Αλλά μια φάρσα όμως μετά την οποία, όλοι εκείνοι που έπαιξαν το ρόλο του κατηγορουμένου, εκτελέστηκαν.

Από τις 23 έως τις 30 Ιανουαρίου του 1937 πραγματοποιήθηκε η δεύτερη Δίκη – παρωδία, η γνωστή ως «Δίκη του Αντι-σοβιετικού τροτσκιστικού κέντρου». Ο ήρωας της επανάστασης στη Μόσχα και του Εμφυλίου Πολέμου, ο Μουράλωφ, συνελήφθη τον Απρίλη του 1936, αλλά πήραν από αυτόν μόνο μια «ομολογία» μετά από σχεδόν οκτώ μήνες βασανιστηρίων. Ο Ράντεκ έκανε επίσης ένα μεγάλο χρονικό διάστημα για να «ομολογήσει», αφού οι ανακριτές είχαν δοκιμάσει πάνω του το βασανιστήριο του «ιμάντα». Μετά τη σύλληψή του, είπε στην κόρη του: «Ό,τι μάθετε και ό,τι ακούσετε για μένα είναι ψέμα. Να είστε σίγουροι ότι δεν είμαι ένοχος για τίποτα από αυτά».

Ο Ντρόμπνις, ο Πιατάκωφ, ο Σερεμπριάκωφ και άλλοι, έκαναν επίσης ένα μεγάλο χρονικό διάστημα για να «σπάσουν». Οι ηθοποιοί ήταν καλά προετοιμασμένοι και μόνο όταν ο Στάλιν θεώρησε ότι είχαν ληφθεί όλα τα μέτρα για την αποτροπή τυχόν «ολισθημάτων», θα μπορούσε να ξεκινήσει η παράσταση! Τα λόγια του Σοκόλνικωφ είναι αποκαλυπτικά : «Από τη στιγμή που θα μου ζητήσεις να δώσω αλλόκοτες ομολογίες, θα συμφωνήσω να τις δώσω. Όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των ατόμων που θα συρθούν στο θέαμα που στήνεις, τόσο πιο γρήγορα οι άνθρωποι στην ΚΕ θα ξυπνήσουν και τόσο πιο γρήγορα θα καθίσεις εσύ στη θέση μου».

Ο Στάλιν διέταξε τον εισαγγελέα Βυσίνσκι: «Μην τους επιτρέπουν να μιλούν πολύ για καταστροφές. Κάνε τους να σκάσουν. Προκάλεσαν τόσες καταστροφές, μην τους αφήσουμε να φλυαρούν πάρα πολύ». Και εδώ οι κατηγορούμενοι ήταν άνδρες με χρόνια αγώνων και θυσιών στην πλάτη τους για το σοσιαλισμό. Ηγέτες της Οκτωβριανής Επανάστασης και σε πολλές περιπτώσεις, μέλη της Κεντρικής Επιτροπής του Λένιν. Κατηγορούνταν ακόμη μια φορά για «τρομοκρατία και για συνεργασία με την Γκεστάπο».

Ο Πιατάκωφ τελικά έδωσε λεπτομερή «αποδεικτικά στοιχεία» για ένα γεγονός. Τον Δεκέμβριο του 1935, ενώ ήταν στο Βερολίνο σε ένα επαγγελματικό ταξίδι, υποτίθεται ότι στάλθηκε στο Όσλο με ένα αεροπλάνο της Γκεστάπο. Εδώ, όπως είπε, συναντήθηκε με τον Τρότσκι. Ωστόσο, η νορβηγική εφημερίδα «Aftenposten» ανέφερε ότι τον Δεκέμβρη του 1935 δεν είχε προσγειωθεί στο Όσλο ούτε ένα ξένο αεροπλάνο. Αργότερα, στις 29 Ιανουαρίου, η νορβηγική κυβέρνηση δήλωσε ότι στο αεροδρόμιο δεν είχε προσγειωθεί ούτε ένα αεροπλάνο από 19 Σεπτεμβρίου του 1935 μέχρι τις 1 Μαΐου του 1936! Ήταν αυτή μια ακόμα γκάφα στο σενάριο ή μήπως ο Πιατάκωφ, που γνώριζε ήδη ότι θα πεθάνει έκανε μια τελευταία πράξη στην υπηρεσία της επανάστασης γνωρίζοντας ότι υπονομεύει την αξιοπιστία της σκευωρίας ;

Την ίδια ημέρα, ο Τρότσκι κυκλοφόρησε μια νέα δήλωση στην οποία ανέφερε : «Φοβάμαι πολύ ότι η GPU θα σπεύσει να εκτελέσει τον Πιατάκωφ προκειμένου να αποφευχθούν τυχόν περαιτέρω άβολες ερωτήσεις και να αποτραπεί μια διεθνής εξεταστική επιτροπή που θα απαιτήσει ακριβείς εξηγήσεις από τον Πιατάκωφ.»

Ο Βυσίνσκι εκφώνησε τότε το αλαζονικό του παραλήρημα: «Ο Τρότσκι και οι Τροτσκιστές ήταν από καιρό καπιταλιστικοί πράκτορες μέσα στο εργατικό κίνημα» και υποστήριξε ότι ο τροτσκισμός , «ο πανάρχαιος εχθρός του σοσιαλισμού», σύμφωνα με τις «προβλέψεις του συντρόφου Στάλιν», «είχε πράγματι μετατραπεί στο κύριο σημείο συγκέντρωσης όλων των εχθρικών προς το σοσιαλισμό δυνάμεων, σε μια ομάδα αποτελούμενη από κοινούς συμμορίτες, κατασκόπους και δολοφόνους», σε «μια φασιστική εμπροσθοφυλακή, ένα τάγμα στρατιωτών του φασισμού», σε «έναν από τους κλάδους των SS και της Γκεστάπο».

Εντός 24 ωρών από την καταδικαστική απόφαση, οι κατηγορούμενοι είχαν εκτελεστεί. Για κάθε γνωστό όνομα που δολοφονήθηκε σε αυτές τις Δίκες – παρωδία, χιλιάδες μέλη των οικογενειών τους, των συναδέλφων τους, των φίλων και των γνωστών τους, δολοφονήθηκαν επίσης ή έγιναν σκλάβοι. Δεκάδες χιλιάδες «καταδικάστηκαν» σε αυτές τις «Δικες» με χαλκευμένες κατηγορίες. Δεκάδες χιλιάδες εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες ή εργάστηκαν μέχρι θανάτου. Το καθεστώς του Στάλιν είχε δημιουργήσει ένα ποτάμι αίματος μεταξύ αυτού και του καθεστώτος του Λένιν και του Τρότσκι. Για να εδραιώσει την εξουσία της γραφειοκρατίας στη Σοβιετική Ένωση, ο Στάλιν έπρεπε να καταστρέψει όλους τους ζωντανούς δεσμούς με την Οκτωβριανή Επανάσταση, συμπεριλαμβανομένων των προηγούμενων ηγετών της.

Το 1936, στο θαυμάσιο βιβλίο του «Η Προδομένη Επανάσταση», ο Τρότσκι ανέλυσε το σταλινισμό ως μια μορφή βοναπαρτισμού, βασισμένου όμως στην κρατικοποίηση των μέσων παραγωγής. Ένα τέτοιο καθεστώς ήταν ένα καθεστώς σε κρίση προορισμένο να καταρρεύσει, είτε από την καπιταλιστική αντεπανάσταση, είτε από μια πολιτική επανάσταση προς αποκατάσταση της εργατικής δημοκρατίας. Ο σταλινισμός επιβίωσε πολύ περισσότερο από όσο είχε προβλέψει ο Τρότσκι. Ωστόσο, από τη δεκαετία του 1970, η οικονομία της ΕΣΣΔ επιβραδύνθηκε δραματικά και όλες οι εσωτερικές αντιφάσεις ήρθαν στο προσκήνιο. Από τη δεκαετία του 1980, ένα τμήμα της γραφειοκρατίας είχε ανοικτά βλέψεις προς την καπιταλιστική παλινόρθωση. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1990, το παλιό σταλινικό καθεστώς έπαψε να υφίσταται καθώς οι γραφειοκράτες υπό το Γιέλτσιν ξεκίνησαν την παλινόρθωση του καπιταλισμού και όλων τα δεινών που αυτή παράγει. Η πρόβλεψη του Τρότσκι είχε γίνει πραγματικότητα.

Ο αγώνας συνεχίζεται για να αποκατασταθούν οι πραγματικές ιδέες του Λένιν και του Τρότσκι και να αποκαλυφθούν τα εγκλήματα του σταλινισμού.

Τζιμ Μπρουκσόου 

Μετάφραση από την ιστοσελίδα www.marxist.com

: Αντριάνα Κοκκίνη

Κοινοποιήστε